Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010


Όποιος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει η ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.

Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο νους όταν προσεύχεται, είναι απασχολημένος με το Θεό και στέκεται με ταπεινό πνεύμα ενώπιον του Κυρίου, τον Οποίο γνωρίζει η ψυχή του προσευχομένου.
Ο αρχάριος όμως χρειάζεται χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των εχθρών και δεν μπορεί να διακρίνει η ίδια αν η γλυκύτητα που δοκιμάζει προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα. Αυτός αναγνωρίζει τη χάρη κατά τη γεύση.
Όποιος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και μέσα στην υπερηφάνειά του, φαντάζεται πως μπορεί να τη διδαχθεί από τα βιβλία, αυτός βρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό όμως τον προστατεύει ο Κύριος. Έτσι, αν πράγματι δεν υπάρχει έμπειρος οδηγός, αυτός καταφεύγει στον υπάρχοντα πνευματικό, και ο Κύριος θα τον σκεπάσει χάρη στην ταπείνωσή του. Σκέψου ότι στον πνευματικό ζει το Άγιο Πνεύμα, και αυτός θα σου πει το ωφέλιμο. Αν όμως σκεφτείς πως ο πνευματικός ζει με αμέλεια και διερωτηθείς: «Πώς είναι δυνατό να έχει το Άγιο Πνεύμα;», θα υποστείς εξαιτίας αυτής της σκέψης σου μεγάλο πειρασμό, και ο Κύριος θα σε ταπεινώσει και θα επιτρέψει να πέσεις σε κάποια πλάνη.
Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντριμμένη για τις αμαρτίες τις, δεν είναι αρεστή στο Θεό.
Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση, και ο Κύριος θα σου χαρίσει να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Κι αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, γίνε ταπεινός, γίνε εγκρατής, εξομολογήσου ειλικρινά και θα σε αγαπήσει η προσευχή. Γίνε υπάκουος, υποτάξου ευσυνείδητα στις αρχές, μείνε ευχαριστημένος με όλα, και τότε ο νους σου θα καθαριστεί από μάταιους λογισμούς. Να θυμάσαι πως σε βλέπει ο Κύριος, γι’ αυτό πρόσεχε μήπως λυπήσεις με κάτι τον αδελφό. Μην τον κατακρίνεις και μην τον στεναχωρήσεις ούτε μ’ ένα βλέμμα, και το Πνεύμα το Άγιο θα σε αγαπήσει και θα σε βοηθήσει σε όλα.
Το Άγιο Πνεύμα μοιάζει πολύ με αγαπημένη, γνήσια μητέρα. Η μητέρα αγαπάει το παιδί της και πονάει γι’ αυτό. Έτσι και το Άγιο Πνεύμα σπλαχνίζεται, συγχωρεί, θεραπεύει, νουθετεί και χαροποιεί. Και αναγνωρίζεται το Άγιο Πνεύμα στην ταπεινή προσευχή.
Όποιος αγαπάει τους εχθρούς, αυτός γρήγορα θα γνωρίσει τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Όποιος όμως δεν τους αγαπάει – γι’ αυτόν δεν θέλω ούτε καν να σας γράψω. Όμως τον λυπάμαι, γιατί βασανίζει τον εαυτό του και τους άλλους και δεν θα γνωρίσει τον Κύριο.
Στις εκκλησίες τελούνται οι ιερές ακολουθίες και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτές. Η ψυχή, ωστόσο, είναι ο καλύτερος ναός του Θεού, και όποιος προσεύχεται εσωτερικά, γι’ αυτόν όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Αυτό όμως δεν είναι για όλους.
Πολλοί προσεύχονται προφορικά ή προτιμούν να προσεύχονται με βιβλία. Και αυτό καλό είναι και ο Κύριος δέχεται την προσευχή τους. Αν όμως κανείς προσεύχεται και σκέφτεται άλλα πράγματα, ο Κύριος δεν εισακούει αυτή την προσευχή.
Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπάει τον Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται μέρα και νύχτα, γιατί το ν’ αγαπάς το Θεό καμία εργασία δεν το παρεμποδίζει.
Όσιου Σιλουανού του Αθωνίτου



Το θέμα του σκανδαλισμού είναι παρεξηγημένο. 
Λένε πολλοί: «Έφαγα κρέας ή πάστα παρ' όλο πού ήταν Παρασκευή για να μην τους σκανδαλίσω»!!! Το ότι πρέπει να προσέχουμε το σκανδαλισμό δεν υπάρχει αμφιβολία και πρέπει. Αλλά ο σκανδαλισμός πού πρέπει να αποφεύγουμε και να προσέχουμε, είναι ο σκανδαλισμός πού προέρχεται από την παράβαση των Νόμων του Θεού ή των εντολών της Εκκλησίας. Σκανδαλισμός πού προέρχεται από την τήρηση των Νόμων του Θεού, (αν πράγματι υπάρχει και τοιούτος σκανδαλισμός), πρέπει να μας αφήνει τελείως αδιάφορους! "Αν υπάρχουν, (και βεβαίως υπάρχουν), άνθρωποι πού σκανδαλίζονται διότι βλασφημούμε, ψευδόμεθα ή δεν τηρούμε (καταλύομε) τις νηστείες κ.λπ., τότε ή ενοχή μας είναι διπλή: Και εμείς αμαρτάνουμε και τους αδελφούς μας σκανδαλίζουμε. Αλλά αν υπάρχουν άνθρωποι πού... σκανδαλίζονται(!), διότι ημείς προσευχόμαστε, κοινωνούμε, τηρούμε τις νηστείες κ.λπ., ας σκανδαλίζονται και ας λέγουν ο,τι θέλουν! Πρέπει να εννοήσουμε ότι άλλο πράγμα είναι ή επίδειξη και άλλο πράγμα είναι ή ομολογία. Μπρος λοιπόν στα πασχαλινά φαγητά, ό Χριστιανός, την ήμερα της νηστείας, χωρίς φαρισαϊσμούς και καυχησιολογίες αρνείται να φάγει. Έτσι αποδεικνύεται συνεπής στις αρχές του, ομολογητής της πίστεως του και πειθαρχικό
παιδί της Εκκλησίας μας. Εάν φάγει, εμπράκτως διδάσκει και τους άλλους να πράττουν το ίδιο, χωρίς μάλιστα τύψεις, αφού κι' αυτός πού θρησκεύει, τρώει...».



Από τον πρώτο κιόλας καιρό της μοναχικής του ζωής συνάντησε μεγάλες δυσκολίες. Από την μία η ασθενική του κράση, από την άλλη το δυσβάσταχτο φορτίο της υπακοής, αλλά και ο έντονος σαρκικός πόλεμος τον έφεραν κάποτε σε απόγνωση, ώστε να αποφασίσει ακόμα και να φύγει από το Μοναστήρι.
Σε όλη αυτήν την πάλη, όμως, είχε ένα ισχυρό όπλο, την συμπαράσταση και καθοδήγηση από τον πνευματικό του, αββά Ιωάννη, στον οποίο με κάθε λεπτομέρεια και με εξαιρετική απλότητα ανέφερε όλο του τον πόλεμο και τις δυσκολίες. Γι’ αυτό το όπλο μιλά στην διδασκαλία του "Για το ότι δεν πρέπει κανείς να εμπιστεύεται την φρόνησή του":
Να, γιατί μισεί ο εχθρός (=ο διάβολος) κάθε άκουσμα που ασφαλίζει από το κακό. Επειδή πάντοτε θέλει την καταστροφή μας. Να, γιατί αγαπάει όσους έχουν οδηγό τον εαυτό τους. Επειδή γίνονται συνεργάτες με τον διάβολο, προετοιμάζοντας μόνοι τους την καταστροφή τους. Εγώ δεν γνώρισα άλλη πτώση ανθρώπου, από εκείνη που προκύπτει από την εμπιστοσύνη στο λογισμό του. Μερικοί λένε: «Απ’ αυτή την αιτία πέφτει ο άνθρωπος ή από εκείνη». Εγώ όμως, όπως είπα, δεν γνωρίζω να μπορεί να προξενηθεί σε κανέναν καμιά άλλη πτώση, για κανέναν άλλο λόγο, εκτός απ’ αυτόν. Είδες κάποιον να πέσει στην αμαρτία; Μάθε ότι εμπιστεύτηκε τον λογισμό του. Τίποτε δεν είναι βαρύτερο και πιο ολέθριο από την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας.
Με σκέπασε με τη Χάρη Του ο Θεός και πάντοτε φοβόμουνα αυτόν τον κίνδυνο. Τα ανέφερα όλα στον πνευματικό μου. Γιατί ποτέ, όπως είπα, δεν αποφάσιζα να κάνω κάτι, χωρίς να έχω την ευλογία του. Και μερικές φορές μου έλεγε ο λογισμός: «Αυτό δεν θα σου πει ο Γέροντας; Τι θέλεις τώρα να τον ενοχλήσεις»; Και έλεγα στο λογισμό: «Ανάθεμα σε σένα και στη διάκρισή σου και στη σοφία σου και στη φρονιμάδα σου και στη γνώση σου, γιατί ό,τι ξέρεις το ξέρεις από τους δαίμονες». Και πήγαινα και ρωτούσα τον Γέροντα και μερικές φορές μου απαντούσε όπως είχα προηγουμένως σκεφτεί και τότε μου έλεγε ο λογισμός: «Τι έγινε λοιπόν; Να, σου είπε αυτό που σου είχα πει και εγώ. Δεν ενόχλησες λοιπόν χωρίς λόγο το Γέροντα»; Και απαντούσα στο λογισμό: «Ναι, αλλά τώρα είναι ευλογημένο, τώρα προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Γιατί το δικό σου είναι πονηρό, είναι δαιμονικό, είναι γεμάτο εμπάθεια».
Και έτσι ποτέ δεν επέτρεπα στον εαυτό μου ν’ ακολουθήσει τον λογισμό του, χωρίς να έχω ρωτήσει γι’ αυτό σχετικά. Και πιστέψτε με, αδελφοί μου, η ψυχή μου ήταν πολύ ξεκούραστη, χωρίς καμιά μέριμνα, μέχρι σημείου που να στενοχωριέμαι γι’ αυτό το θέμα, όπως ακριβώς και άλλοτε νομίζω ότι σας είπα. Γιατί άκουγα ότι πρέπει να μπούμε στη Βασιλεία των Oυρανών, περνώντας μέσα από πολλές θλίψεις και έβλεπα πως εγώ δεν είχα καμιά θλίψη και φοβόμουνα και βρισκόμουνα σε απορία, επειδή δεν ήξερα την αιτία της τόσης αναπαύσεως, μέχρις ότου μου είπε ο Γέροντας: «Μη στενοχωριέσαι. Καθένας που μπαίνει κάτω απ’ την υπακοή των Πατέρων, τέτοια ανάπαυση και αμέριμνη ζωή έχει».
Φροντίστε και σεις να ρωτάτε για όλα, αδελφοί μου, και να μην έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας. Μάθετε πόση ξεγνοιασιά, πόση χαρά , πόση ανάπαυση έχει όποιος το εφαρμόζει.
Αββά Δωροθέου "Έργα Ασκητικά"

« Όταν συγχωρείς, κερδίζεις περισσότερα από εκείνα που δίδεις», λέει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Μιλάει απλά, εποικοδομητικά, θέλοντας να μας παιδαγωγήσει σε μία εποχή που το οφθαλμόν αντί οφθαλμού μοιάζει να ισχύει περισσότερο παρά ποτέ. Ας παρακολουθήσουμε όσα εκείνος διδάσκει. Μοιάζουν γνωστά κι απλά. Παραμένουν όμως στη πράξη δύσκολα και μακρινά...
Θέλεις να μάθεις τη σημασία της αρετής; Τα εξής παραγγέλλει ο Θεός στους ανθρώπους: «Κανείς από σας ας μη διατηρεί στην καρδιά του κακία για τον αδελφό του» και «κανείς ας μη συλλογίζεται την κακίαν του άλλου». Βλέπεις; Δεν λέει μόνο, συγχώρεσε το κακό του άλλου, αλλά μην το έχεις ούτε στη σκέψη σου, μη το συλλογίζεσαι, άφησε όλη την οργή, εξαφάνισε την πληγή. Νομίζεις, βεβαίως, ότι με την εκδικητικότητα τιμωρείς εκείνον που σε έβλαψε. Γιατί εσύ ο ίδιος σαν άλλο δήμιο εγκατέστησες μέσα σου το θυμό και καταξεσκίζεις τα ίδια σου τα σπλάχνα.
Έχεις αδικηθεί πολύ και στερήθηκες πολλά εξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες και ζημιώθηκες σε πολλά σοβαρά θέματά σου και γι’ αυτό θέλεις να δεις να τιμωρείται ο αδελφός σου; Και εδώ πάλι σου είναι χρήσιμο να τον συγχωρήσεις.
Γιατί, εάν θελήσεις, εσύ ο ίδιος να εκδικηθείς και να επιτεθείς εναντίον του είτε με τα λόγια σου, είτε με κάποια ενέργειά σου, η με την κατάρα σου, ο Θεός όχι μόνο δεν θα επέμβει κατ’ αυτού -εφόσον εσύ ανέλαβες την τιμωρία του- αλλά επιπλέον θα σε τιμωρήσει ως θεομάχο.
Άφησε τα πράγματα στο Θεό. Αυτός θα τα τακτοποιήσει πολύ καλύτερα απ’ ότι εσύ θέλεις. Σε σένα έδωσε μόνο την εντολή να προσεύχεσαι για τον άνθρωπο που σε λύπησε...
Εμάλωσες με κάποιον και κρατάς μέσα σου κακία,. Μην προσέλθεις στη Θεία Κοινωνία!
Θέλεις να προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρώτα και τότε να έλθεις να εγγίσεις τα Άχραντα Μυστήρια!
Αυτά δεν τα λέγω εγώ, αλλά ο ίδιος ο Κύριος. Αυτός για να σε συμφιλιώσει με τον Πατέρα, δεν αρνήθηκε ούτε να σφαγιασθεί, ούτε το αίμα Του να χύσει. Και συ, για να συμφιλιωθείς με τον συνάνθρωπό σου, ούτε μια λέξη δεν καταδέχεσαι να βγάλεις από το στόμα σου; Και διστάζεις να τρέξεις πρώτος;
Άκουσε τι λέει για όσους κρατούν τη στάση αυτή: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου... πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδερφό σου».
Αν έβλεπες ένα μέλος του σώματός σου αποκομμένο, δεν θα έκανες τα πάντα για να το ενώσεις με το σώμα σου; Αυτό κάνε και για τους αδελφούς σου. Όταν τους δεις να έχουν αποκοπεί από την αγάπη σου, τρέξε γρήγορα και περιμάζεψέ τους. Μην περιμένεις εκείνους να έλθουν, σπεύσε εσύ πρώτος, για να λάβεις τα βραβεία!
Ένα μόνο εχθρό διαταχθήκαμε να έχουμε, τον διάβολο. Με αυτόν να μη συμφιλιωθείς ποτέ, προς τον αδελφό σου όμως ποτέ να μην έχεις βαριά καρδιά.
Κι αν ακόμη συμβεί κάποια μικροψυχία, ας είναι παροδική, ας μην υπερβαίνει το διάστημα της ημέρας. «Η δύση του ηλίου να μη σας προφθάσει οργισμένους», λέει ο Απόστολος.
«... Άφες ημείν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Βλέπεις; Ο Θεός εσέ τον ίδιο έκανε κριτή της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων σου.
Αν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θα σου συγχωρηθούν.
Αν συγχωρήσεις πολλά, θα σου συγχωρηθούν πολλά. Αν τα συγχωρήσείς με ειλικρίνεια και με όλη σου την καρδιά, με τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και τα δικά σου ο Θεός.
Αν, μετά τη συγχώρηση, κάνεις και φίλο σου τον εχθρό σου, έτσι θα διάκειται και ο Θεός απέναντί σου.
Ποίας, λοιπόν, τιμωρίας δεν είναι άξιος εκείνος, που ενώ πρόκειται να κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, εάν χάσει εκατό μόνο δηνάρια, ούτε και τα λίγα και μικρά δεν συγχωρεί, αλλά στρέφει εναντίον σου τα ίδια τα λόγια της προσευχής;
Γιατί όταν λες στο Θεό «συγχώρεσέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε τους εχθρούς μας» και κατόπιν εσύ δεν συγχωρείς, για τίποτε άλλο δεν παρακαλείς το Θεό, παρά να σε στερήσει από κάθε απολογία και συγγνώμη...

(Απόσπασμα από την ομιλία κ΄ της σειράς λόγοι «Εις τους Ανδριάντας»)

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

         

Έναντι 400 χιλιάδων λιρών (περίπου 200 χιλιάδες ευρώ) πωλείται εκκλησία στα Μουδανιά της Τουρκίας, όπως αναφέρουν τα τουρκικά ΜΜΕ.
Ο ιδιοκτήτης έβγαλε στο "σφυρί" την τρίτη παλαιότερη ορθόδοξη εκκλησία στον κόσμο, την Εκκλησία των Ταξιαρχών που βρίσκεται στο χωριό Κούμγιακα και χρονολογείται από τον 8ο αιώνα, επί αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (780-797).
Ο Πρόεδρος του χωριού Ραμίζ Μπατμάζ ζήτησε να αγοράσει την εκκλησία και βρίσκεται στο "παζάρεμα" ώστε να ρίξει το ποσό περίπου στα μισά. Μάλιστα όπως υποστηρίζει απευθύνθηκε και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο προκειμένου να ζητήσει χρηματοδότηση της αναστήλωσης, αλλά δεν πήρε θετική απάντηση.
Κάθε χρόνο - σύμφωνα με τις τοπικές αρχές- συρρέουν εκατοντάδες τουρίστες για να δουν την ερειπωμένη εκκλησία.
Η ιστορική εκκλησία, πριν από 10 χρόνια πέρασε, άγνωστο πως και με ποιες διαδικασίες, στα χέρια του Κωνσταντινουπολίτη επιχειρηματία Μετέ Γιαλτσίν, προκειμένου να την αναστηλώσει, αλλά η Διεύθυνση Μνημείων δεν έδωσε τη σχετική άδεια και έτσι αποφάσισε να την πουλήσει.
http://www.newsbomb.gr

ΔΙΔΑΧΗ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
(Στη Δημοτική)
ΔΙΔΑΧΗ      ΔΩΔΕΚΑ   ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Διδαχή  του  Κυρίου  δια των  δώδεκα    αποστόλων  στα έθνη.
Δι­δα­χή του  Κυ­ρί­ου διά των  δώ­δε­κα α­πο­στό­λων στα έ­θνη
Εί­ναι δύ­ο δρό­μοι, ο έ­νας της ζω­ής και ο άλ­λος του θα­νά­του και  δι­α­φο­ρά με­γά­λη α­νά­με­σα στους δύ­ο δρό­μους.    
    Η ο­δός της ζω­ής εί­ναι η ε­ξής: πρώ­τον α­γα­πή­σεις τον Θε­όν τον ποι­ή­σαν­τα σε, δεύ­τε­ρον τον πλη­σί­ον σου ως σε­αυ­τόν. Και πάν­τα ό­σα ε­άν θε­λή­σe­ις να μη σου κά­μουν,   μην  τα  κά­νης και   συ   στους   άλ­λους.
Και αυ­τών των ρη­τών η δι­δα­χή εί­ναι η έ­ξης· Ευ­λο­γεί­τε τους κα­τα­ρω­μέ­νους η­μίν και προ­σεύ­χε­σθε υ­πέρ των ε­χθρών υ­μών και νη­στεύ­ε­τε υ­πέρ των δι­ω­κόν­των υ­μάς· ποί­α γαρ χά­ρις, ε­άν α­γα­πά­τε τους α­γα­πών­τας υ­μάς; Ου­χί και τα έ­θνη τού­το ποι­ού­σιν; Άλ­λα σεις φι­λεί­τε τους μι­σούν­τας υ­μάς και δεν θα έ­χε­τε ε­χθρό. Ά­πέ­χου των σαρ­κι­κών ε­πι­θυ­μι­ών. Ε­άν σε ρα­πί­ση κα­νείς εις την δε­ξιάν σι­α­γό­να, στρέ­ψον αυ­τώ και την άλ­λην, και έ­ση τέ­λει­ος. "Αν αγ­γα­ρεύ­ση σε τις μί­λιον εν, ύ­πα­γε με­τ' αυ­τού δύ­ο· αν σου πά­ρη κα­νείς το ι­μά­τιό σου, δό­σε του και τον χι­τώ­να· αν σου α­φαί­ρε­ση κα­νείς το σον, μη α­παί­τει· ού­τε μπο­ρείς να το κά­νης. Παν­τί τω αι­τούν­τι σε δί­δου και μη α­παί­τει· δι­ό­τι σ' ό­λους θέ­λει να δί­νης ο πα­τήρ α­πό ό­σα έ­χεις χα­ρί­σμα­τα. Μα­κά­ριος ο­ποί­ος δί­νει, κα­τά την εν­το­λή· 
Η  δευ­τέ­ρα δε εν­το­λή της δι­δα­χής εί­ναι ου φο­νεύ­σεις, ου μοι­χεύ­σεις, να μην ά­σελ­γή­σης, να μην πορ­νεύ­σης, ου κλέ­ψεις, να μη χρη­σι­μο­ποί­η­σης .μά­για, να μη φαρ­μα­κώ­σης, να μη σκο­τώ­σης το παι­δί στην κοι­λιά η α­φού γεν­νη­θή.
Ουκ ε­πι­θυ­μή­σεις τα   του     πλη­σί­ον,    ουκ   ε­πι­ορ­κή­σεις,   ου   ψευ­δο­μαρ­τυ­ρή­σεις, να μη κα­κο­λο­γή­σης, να μη κρα­τή­σης μνη­σι­κα­κί­α. Να μην εί­σαι δί­γνω­μος ού­τε δί­γλωσ­σος· δι­ό­τι η δι­γλωσ­σί­α εί­ναι πα­γί­δα θα­νά­του. Να μην εί­ναι ο λό­γος σου ψεύ­τι­κο­ςo­ύ­τε ά­δει­ος, αλ­λά με­στός α­πό έρ­γα. Να μην εί­σαι πλε­ο­νέ­κτης ού­τε άρ­παξ ού­τε υ­πο­κρι­τής ού­τε κα­κο­ή­θης ού­τε πε­ρή­φα­νος. Να μην παίρ­νης πο­νη­ρές α­πο­φά­σεις ε­ναν­τί­ον του πλη­σί­ον σου. Να μη μι­σή­σης κα­νέ­να άν­θρω­πο, αλ­λά άλ­λους μεν να τους έ­λεγ­ξης, για άλ­λους δε να προ­σευ­χη­θής κι' άλ­λους να τους αγα­πή­σης πά­νω α­πό την ψυ­χή σου
Τέ­κνο μου, α­πό­φευ­γε κά­θε τι το πο­νη­ρό κι ο,τι μοιά­ζει για πο­νη­ρό. Μη γί­νε­σαι όρ­γί­λος, δι­ό­τι η ορ­γή ο­δη­γεί στον φό­νο, μή­τε ζη­λιά­ρης μή­τε φι­λό­νει­κος μή­τε θυ­μώ­δη­ς' δι­ό­τι ά­π' ό­λα αυ­τά γί­νον­ται οι φό­νοι. Τέ­κνο μου, μην εί­σαι ε­πι­θυ­μη­τής, δι­ό­τι η ε­πι­θυ­μί­α ό­δη­γει στην πορ­νεί­α, μή­τε αί­σχρο­λό­γος μή­τε θρα­σύς στα μά­τια δι­ό­τι ά­π' ό­λα αυ­τά γί­νον­ται, οι μοι­χεί­ες. Τέ­κνο μου, μην προ­σέ­χης στις οί­ω­νο­σκο­πί­ες, δι­ό­τι ο­δη­γούν στην εί­δω­λο­λα­τρεία, μή­τε τις α­πό­κρυ­φες ε­πι­στή­μες· ού­τε να τα βλέ­πης ο­ύ­τε να τ' ά­κο­ύς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Δι­ό­τι ό­λα αυ­τά γεν­νούν την εί­δω­λο­λα­τρεία. Τέ­κνο μου, μην εί­σαι ψεύ­της, δι­ό­τι τα ψέμ­μα­τα ο­δη­γούν στην κλο­πή, μή­τε φι­λάρ­γυ­ρος μή­τε κε­νό­δο­ξος* δι­ό­τι ά­π' ό­λα αυ­τά γί­νον­ται οι κλο­πές. Τέ­κνο μου, να μην εί­σαι γογ­γυ­στής, δι­ό­τι αυ­τό ό­δη­γεί στη βλα­σφη­μί­α, μή­τε αυ­θά­δης μή­τε πο­νη­ρό­μυα­λος· ά­π' ό­λα αυ­τά γί­νον­ται οι βλα­σφη­μί­ες. Άλ­λα να εί­σαι πρά­ος, δι­ό­τι οι πρα­είς κλη­ρο­νο­μή­σου­σι την γην. Να εί­σαι μα­κρό­θυ­μος και ε­λε­ή­μων και ά­κα­κος και η­σύ­χιος και α­γα­θός και να τρέ­μης πάν­τα τους λό­γους που ά­κου­σες. Να μην ύ­ψώ­νης τον ε­αυ­τό σου και να μη δώ­σης στην ψυ­χή σου θρά­σος. Να μη κολ­λη­θή η ψυ­χή σου στους δο­ξα­σμέ­νους του κό­σμου, άλ­λα να θέλ­γε­σαι στη συν­τρο­φιά δι­καί­ων και  τα­πει­νών. "Ο,τι σου συμ­βαί­νει, να το δέ­χε­σαι ως κα­λό, ξέ­ρον­τας ότι τί­πο­τε δεν γί­νε­ται χω­ρίς να το έ­πι­τρέ­πη ο Θε­ός.

Τέ­κνο μου, του λα­λούν­τος σοι τον λό­γον του Θε­ού μνη­σθή­ση νύ­χτα και μέ­ρα, να τον τι­μάς δε ως τον ι­διο τον Κύ­ριο* δι­ό­τι ε­κεί ο­πού κη­ρύσ­σε­ται ο Κύ­ριος, ε­κεί εί­ναι ο ί­διος. Και κα­θη­με­ρι­νά να ζη­τάς με δί­ψα τα πρό­σω­πα α­γί­ων, για να α­να­παύ­ε­σαι πά­νω στα λό­για τους.  Να μην κά­νης σχί­σμα,  αλ­λά να ει­ρη­νεύ­ης ε­κεί­νους που μά­χον­ται. Κρί­νεις δι­καί­ως, να μην εί­σαι προ­σω­πο­λή­πτης ό­ταν έ­λέγ­χης πα­ρα­πτώ­μα­τα. Να μη δι­ψυ­χή­σης, κυ­μαι­νό­με­νος α­νά­με­σα στα πρό­σω­πα.
Να μην α­πλώ­νε­ται εύ­κο­λα το χέ­ρι σου ό­ταν πρό­κει­ται να. πά­ρης και να μη μα­ζεύ­ε­ται ό­ταν πρό­κει­ται να δώ­σης. "Αν έ­χης κά­τι να δώ­σης, θα δώ­σης συγ­χρό­νως λύ­τρω­σι και στις α­μαρ­τί­ες σου. Να μη δι­στά­σης να δώ­σης, κι' ό­ταν δί­νης να μην κλαί­γε­σαι. Και θα μά­θης έ­τσι ποι­ος εί­ναι ο κα­λός άν­τα­πο­δό­της του μι­σθού. Να μη γυ­ρί­ζης το πρό­σω­πο σου αλ­λού, ό­ταν κά­ποι­ος έ­χη την α­νάγ­κη σου κι' ο,τι έ­χεις να το μοι­ρά­ζης με τον α­δελ­φό σου,, μη θαρ­ρών­τας τί­πο­τε δι­κό σου. Δι­ό­τι, αν μοι­ρά­ζε­στε την α­θα­να­σί­α,  δεν  θα  μοι­ρα­σθή­τε τα  φθαρ­τά ;
Να μη σήηκώ­σης τη φρον­τί­δα σου ά­πό τον γυι­ό σου η την κό­ρη σου, άλ­λα ά­πό τα τρυ­φε­ρά τους χρό­νια να τους δι­δά­ξης τον φό­βο του     Θε­ο­ύ. Να μην εί­σαι α­πό­το­μος και πι­κρό­χο­λος στον υ­πη­ρέ­τη η την υ­πη­ρέ­τρια σου, που ελ­πί­ζουν στον ί­διο Θε­ό με σέ­να, για να μην α­γα­να­κτή­σουν σ' αυ­τόν, που εί­ναι κοι­νός Θε­ός σας. Ο Θε­ός δεν έρ­χε­ται να κα­λέ­ση τον ε­να η τον άλ­λον, άλ­λα ό­λους ό­σους το· Πνεύ­μα ε­τοί­μα­σε. Κα! σεις οι υ­πη­ρέ­τες να ύ­πο­τάσ­σε­σθε στους κυ­ρί­ους σας σαν να εί­ναι τύ­ποι του Θε­ού, με συ­στο­λή και φό­βο.
Να μι­σή­σης κά­θε εί­δος υ­πο­κρι­σί­ας και κά­θε τι που δεν εί­ναι α­ρε­στό στον Κύ­ριο. Να μην πα­ρα­βής τας έν­το­λάς Κυ­ρί­ου, φυ­λά­ξεις δε ό­σα πα­ρέ­λα­βες, μή­τε προ­στι­θείς μή­τε α­φαι­ρών. Στην εκ­κλη­σί­α να εξο­μο­λο­γή­σαι τα πα­ρα­πτώ­μα­τα σου και να μην έρ­χε­σαι στην προ­σευ­χή με συ­νεί­δη­σι ρυ­πα­ρή. Αυ­τός εί­ναι. ο  δρό­μος της  ζω­ής.
Και ο δρό­μος του θα­νά­του εί­ναι ο έ­ξης : πρώ­τα ά­π' ό­λα εί­ναι, πο­νη­ρός και με­στός από κα­τά­ρα- φό­νοι, μοι­χεί­αι, ε­πι­θυ­μί­αι, πορ­νεί­αι, κλο­παί, ει­δω­λο­λα­τρεί­ες, μα­γεί­ες, φαρ­μα­κί­ες, άρ­πα­γες, ψευ­δόμαρ­τυ­ρί­ες, υ­πο­κρι­σί­ες, δι­πλο­καρ­δί­α, δό­λος-, υ­πε­ρη­φά­νεια, κα­κί­α, αυ­θά­δεια, πλε­ο­νε­ξί­α, αι­σχρο­λο­γί­α, ζη­λο­τυ­πί­α, θρα­σύ­της, καύ­χη­σις, α­λα­ζο­νεί­α, α­φο­βί­α. Έ­κε­ί περ­πα­τούν ό­σοι δι­ώ­κουν τους α­γα­θούς, μι­σούν την α­λή­θεια, α­γα­πούν το ψεύ­δος, δεν ξέ­ρουν τον μι­σθό της δι­και­ο­σύ­νης, δεν κολ­λών­ται στο α­γα­θό ού­τε σε δί­και­η κρί­σι, δεν α­γρυ­πνούν στο α­γα­θό, άλ­λα στο πο­νη­ρό. Ά­π' αυ­τούς εί­ναι μα­κρυ­ά η πρα­ό­της και η υ­πο­μο­νή,μά­ται­α α­γα­πών­τες, δι­ώ­κον­τες άν­τα­πό­δο­μα. Δεν ε­λε­ούν τον πτω­χό, δεν συμ­πο­νούν τον βα­σα­νι­σμέ­νο, δεν κου­ρά­ζον­ται με τον κου­ρα­σμέ­νο, δεν α­να­γνω­ρί­ζουν τον δη­μι­ουρ­γό τους. Φο­νε­ίς τέ­κνων. Κα­τα­στρέ­φουν το πλά­σμα του Θε­ού. Μέ­νουν α­νάλ­γη­τοι σ' όσους έχουν α­νάγ­κη, κα­τα­θλί­βουν τόν α­δι­κού­με­νο, χα­ϊ­δεύ­ουν τους πλου­σί­ους, κρί­νουν α­νε­λέ­η­τα τους πέ­νη­τες, βρί­θουν ά­πό α­μαρ­τί­α.   Εί­θε να σω­θή­τε, τέ­κνα,  ά­π' όλα αυ­τά.

Κύτ­τα­ξε, μη τις σε πλα­νή­ση ά­πό τον δρό­μο αυ­τής της δι­δα­χής και σε ξε­στρα­τί­ση με τη δι­δα­σκα­λί­α του ά­πό το θέ­λη­μα το­υ Θε­ού. "Αν μπο­ρής να βα­στάς ό­λο τον ζυ­γό του Κυ­ρί­ου, θα εί­σαι τέ­λει­ος. "Λν δεν μπο­ρής ο­λό­κλη­ρον, βά­στα­ξε τον ό­σο μπο­ρείς. "Ο­σο για τη νη­στεί­α, κρά­τα την ό­σο αν­τέ­χεις. 'Α­πό τα σφά­για των θυ­σι­ών πρό­σε­χε πο­λύ- δι­ό­τι εί­ναι λα­τρεί­α α­νύ­παρ­κτων θε­ών.

"Οσο για το βάπτισμα, έτσι να βαπτίζετε· ά­φού πή­τε προ­η­γου­μέ­νως ό­λα τα σχε­τι­κά, βα­πτί­σα­τε εις το ό­νο­μα του Πα­τρός και του Υί­ού και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος σε νε­ρό μό­λις αν­τλη­μέ­νο. Και αν δεν έ­χεις νε­ρό τέ­τοι­ο, βά­πτι­σε σε άλ­λο νε­ρό· κι αν δεν μπο­ρείς σε δρο­σε­ρό, σε χλια­ρό. Κι' αν δεν έ­χεις ού­τε ά­πό το έ­να ου­τε ά­πό το άλ­λο, χύ­σε πά­νω στο κε­φά­λι τρεις φο­ρές νε­ρό εις ό­νο­μα του Πα­τρός κα­ι του Υιού και  του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Και πριν α­πό το βά­πτι­σμα, να νη­στεύ­σουν ε­κεί­νος που θα βά­πτι­ση και ε­κεί­νος που θα βα­πτι­σθή, α­κό­μη και ό­σοι άλ­λοι μπο­ρούν. Και να προ­στά­ξης αυ­τόν που πρό­κει­ται να βα­πτι­σθή, να νη­στεύ­ση μί­α δύ­ο η­μέ­ρες πριν.

Αι δε νη­στείαι σας να μην εί­ναι σαν ε­κεί­νες των υ­πο­κρι­τών, που νη­στεύ­ουν τη Δευ­τέ­ρα και την Πέμ­πτη. Σεις να νη­στεύ­ε­τε Τε­τάρ­τη και Πα­ρα­σκευ­ή. Μή­τε να προ­σεύ­χε­σθε ως οι ύ­πο­κρι­ταί, άλ­λα κα­θώς ώ­ρι­σε ο Κύ­ριος στο Ευ­αγ­γέ­λιο του, ού­τω προ­σεύ­χε­σθε· Πά­τερ η­μών ο εν τω ού­ρα­νώ, ά­γι­α­σθή­τω το ό­νο­μα σου, έλ­θέ­τω η βα­σι­λεί­α σου, γε­νη­θή­τω το θέ­λη­μα σου ως εν ού­ρα­νώ και ε­πί γης· τον άρ­τον η­μών τον ε­πι­ού­σιον δος ή­μίν σή­με­ρον, και ά­φες η­μίν την ο­φει­λήν η­μών, ως και η­μείς ά­φί­ε­μεν τοις ό­φει­λέ­ταις η­μών, και μη εί­σε­νέγ­κης η­μάς εις πει­ρα­σμόν,  αλ­λά ρύ­σαι η­μάς ά­πό το­υ πο­νη­ρού.   Δι­ό­τι σε σέ­να α­νή­κει η δύ­να­μις και   η  δό­ξα στους αι­ώ­νες. Τρεις φο­ρές την ή­με­ρα, έ­τσι να προ­σεύ­χε­σθε.

"Ο­σο για τη θεί­α ευ­χα­ρι­στί­α, αυ­τές τις ευ­χα­ρι­στή­ρι­ες ευ­χές να λέ­τε. Πρώ­τα για το πο­τή­ριο· Σ' ευ­χα­ρι­στού­με, Πα­τέ­ρα μας, για την α­γί­α άμ­πε­λο Δαυ­ΐδ του δού­λου σου, που μας τη χά­ρι­σες δια του Υι­ού σου Ί­η­σο­ύ· σε σέ­να ας εί­ναι η δό­ξα στους αι­ώ­νες. Για δε τον άρ­το· Σ' ευ­χα­ρι­στού­με, πα­τέ­ρα μας, για τη ζω­ή και τη γνώ­σι που μας χά­ρι­σες δια του υι­ού σου Ι­η­σού· σε σέ­να ας εί­ναι η δό­ξα στους αι­ώ­νες. "Ο­πως αυ­τός ο άρ­τος ή­ταν σκορ­πι­σμέ­νος πά­νω στα ό­ρη και μα­ζεύ­θη­κε και έ­γι­νε έ­νας, έ­τσι ας μα­ζευ­θή και η εκ­κλη­σί­α σου ά­πο τα πέ­ρα­τα της γης στη βα­σι­λεί­α σου. Δι­ό­τι δι­κή σου εί­ναι η δό­ξα και η δύ­να­μις δια του Ί­η­σού Χρι­στού στους αι­ώ­νες. Και κα­νείς να μη με­τα­λά­βη ά­πο τον άρ­το και τον οί­νο πα­ρά μο­νά­χα ό­σοι βα­πτί­σθη­καν στο ό­νο­μα του Κυ­ρί­ου. Δι­ό­τι γι'  αυ­τό εί­πε ο Κύ­ριος-  Μη   δώ­τε το   ά­γιον τοις  κυ­σί.
Κι ά­φου με­τα­λά­βε­τε, πέ­στε αυ­τή την ευ­χα­ρι­στή­ριο  ευ­χή· Σ' ευ­χα­ρι­στού­με, πα­τέ­ρα ά­γι­ε, για το ά­γιο ο­νο­μά σου και δι­ό­τι κα­τε­σκή­νω­σες στις καρ­δι­ές μας και για τη γνώ­σι, την πί­στι και την α­θα­να­σί­α, που μας χά­ρι­σες δια το­υ Υι­ού σου Ί­η­σού· σε σέ­να ας εί­ναι η δό­ξα στους αι­ώ­νες. Συ, Δέ­σπο­τα Παν­το­κρά­τορ, έ­κτι­σας τα πάν­τα για χά­ρι το­υ ο­νό­μα­τος σου κι' έ­δω­σες τρο­φή και πο­τό στους αν­θρώ­πους να τ' α­πο­λαμ­βά­νουν και να σ' ευ­χα­ρι­στούν, και σε μας χά­ρι­σες πνευ­μα­τι­κή τρο­φή και πό­σι και ζω­ή αι­ώ­νιο δια το­υ Υι­ού σου. Για ό­λα σ' ευ­χα­ρι­στο­ύ­με, δι­ό­τι είσαι δυνατός· σε σέ­να ας εί­ναι η δό­ξα στους αι­ώ­νες. Μνή­σθη­τι, Κύ­ρι­ε, της εκ­κλη­σί­ας σου για να τη γλυ­τώ­σης ά­πο κά­θε πο­νη­ρό και να την κά­νης τε­λεί­α μέ­σα στην α­γά­πη σου και σύ­να­ξον αυ­τήν ά­πο των τεσ­σά­ρων ά­νέ­μων· ά­φο­ύ την ά­γιά­σης,στη βα­σι­λεί­α σου, που της ε­τοί­μα­σες· δι­ό­τι σε σέ­να α­νή­κει η δύ­να­μις και η δό­ξα στους αι­ώ­νες. "Ας έλ­θη η χά­ρις και ας πα­ρέλ­θη ο κό­σμος αυ­τός ε­δώ. Ω­σαν­νά τω Θε­ώ Δαυ­ΐδ. "Ο­ποι­ος εί­ναι ά­γιος, ας προ­σέλ­θη· ο­ποί­ος δεν εί­ναι, ας με­τα­νο­ή­ση· μα­ράν ά­θά· α­μήν. Κι αυ­τούς που έ­χουν προ­φη­τι­κό χά­ρι­σμα να τους α­φή­νε­τε να ευ­χα­ρι­στούν τον  θε­ό με αυ­το­σχέ­δι­ες προ­σευ­χές.
"Ο­ποι­ος, λοι­πόν, έλ­θη και σας δι­δά­ξη ο­λα αυ­τά που προ­εί­πα­με,  να τον  ύ­πο­δέ­χε­σθε.   Κι'  αν αυ­τός που δι­δά­σκει ε­κτρο­χια­σθή σε άλ­λη δι­δα­σκα­λί­α που εί­ναι κα­τα­λυ­τι­κή, μη τον ά­κου­τε πλέ­ον άλ­λ' ό­σο σας προ­σθέ­τει δι­και­ο­σύ­νη και γνώ­σι του Κυ­ρί­ου, να τον δέ­χε­σθε σαν τον ί­διο τον Κύ­ριο.
"Ο­σο για τους α­πο­στό­λους και προ­φή­τες, να κά­νε­τε σύμ­φω­να με τις εν­το­λές του Ευ­αγ­γε­λί­ου. Κά­θε α­πό­στο­λος που άρ­χε­ται α­νά­με­σα σας, να γί­νε­ται δε­κτός ως ο ί­διος ο Κύ­ριος. Και δεν θα μέ­νη πα­ρά μο­νά­χα μί­α η­μέ­ρα* κι' αν εί­ναι α­νάγ­κη, θα μεί­νη και τη δεύ­τε­ρη* αν ομως μείνη τρεις μέ­ρες, εί­ναι ψευ­δο­προ­φή­της. Και α­να­χω­ρών­τας ο α­πό­στο­λος τί­πο­τε να μην παίρ­νη πα­ρά ψω­μί, ο­σο για να πο­ρέ­ψη* κι' αν ζή­τα χρή­μα­τα, εί­ναι ψευ­δο­προ­φή­της.
Και κά­θε προ­φή­τη που μι­λά μέ­σα στο Πνεύ­μα το "Α­γιο να μην τον εκ­πει­ρά­σε­τε ού­τε να αμ­φι­βάλ­λε­τε. Δι­ό­τι πά­σα α­μαρ­τί­α α­φε­θή­σε­ται, αλ­λά αύ­τη η α­μαρ­τί­α ουκ ά­φε­θή­σε­ται. Και δεν εί­ναι προ­φή­της ο κα­θέ­νας που μι­λεί πνευ­μα­τι­κά, αλ­λά μο­νά­χα ό­ποι­ος έ­χει τους τρό­πους του Κυ­ρί­ου. Ά­πό τους τρό­πους, λοι­πόν, θα γί­νη αν­τι­λη­πτός ο ψευ­δο­προ­φή­της και ο προ­φή­της. Και κά­θε προ­φή­της που ο­ρί­ζει να γί­νη πνευ­μα­τι­κή τρά­πε­ζα, δεν θα φά­η ά­π' αυ­τή, άλ­λοι­ώς εί­ναι ψευ­δο­προ­φή­της. Και κά­θε προ­φή­της που δι­δά­σκει την α­λή­θεια και δεν κά­νει ό­σα δι­δά­σκει, εί­ναι ψευ­δο­προ­φή­της. Και κά­θε προ­φή­της δο­κι­μα­σμέ­νος, α­λη­θι­νός, που λαμ­βά­νει μέ­ρος στη μυ­στη­ρι­ώ­δη ερ­γα­σί­α της Εκ­κλη­σί­ας μέ­σα στον κό­σμο και δεν δι­δά­σκει να κά­νε­τε ό­σα ο ί­διος κά­νει, δεν θα κρι­θή από σας* μό­νος ο Θε­ός ξέ­ρει για­τί συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται έ­τσι. "Ε­τσι γι­νό­ταν και με τους αρ­χαί­ους προ­φή­τες. Κι ό­ποι­ος πη, μι­λών­τας πνευ­μα­τι­κά* δό­στε μου χρή­μα­τα η κά­τι άλ­λο πα­ρό­μοι­ο, να μη τον α­κού­σε­τε. '­Αλ­λα αν σας πη να δώ­σε­τε για άλλους που  στερούνται,  κανείς να  μη  τον  κατακρίνη.
Κά­θε έ­νας ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, να γί­νε­ται δε­κτός. Κα­τό­πιν, ά­φου τον δο­κι­μά­σε­τε, θα κα­τα­λά­βε­τε πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται, δι­ό­τι θα φω­τι­σθή­τε ώ­στε να τον κρα­τή­σε­τε αν εί­ναι κα­λος η να τον δι­ώ­ξε­τε αν δεν εί­ναι. "Αν εί­ναι πε­ρα­στι­κος αύ­τος που έρ­χε­ται, βο­η­θή­στε τον ο­σο μπο­ρεί­τε* και δεν θα μεί­νη κον­τά σας πα­ρά δύ­ο η τρεις μέ­ρες, αν  εί­ναι α­νάγ­κη. '­Αλ­λα αν θέ­λη να κα­θί­ση κον­τά σας, ξέ­ρον­τας κά­ποι­α τέ­χνη, ας δου­λεύ­η κι ας τρώ­η. Κι αν δεν ξέ­ρει τέ­χνη, προ­νο­ή­στε ο­πως φω­τι­σθή­τε, ώ­στε να μη ζή­ση αρ­γός α­νά­με­σα σας χρι­στια­νός. Κι αν δεν θέ­λει να κά­νη έ­τσι,   εί­ναι χρι­στέμ­πο­ρος.      Να φυ­λά­γε­σθε ά­πό τέ­τοι­ους.

Και κά­θε προ­φή­της α­λη­θι­νός, που θέ­λει να κα­θί­ση μα­ζί σας, ά­ξιος ε­στί της τρο­φής αυ­τού. Ο α­λη­θι­νός δι­δά­σκα­λος εί­ναι ε­πί­σης ά­ξιος κι αυ­τός ό­πως ο ερ­γά­της της τρο­φή αυ­τού Κά­θε, λοι­πόν, πρω­το­γέν­νη­μα ά­πό τ' α­λώ­νι η το πα­τη­τή­ρι. ά­πό βό­δια και πρό­βα­τα θα τα ξε­χω­ρί­ζε­τε και θα τα φυ­λά­τε για τους προ­φή­τες· δι­ο­τι αυ­τοί εί­ναι οι, αρ­χι­ε­ρείς σας. Κι αν δεν έ­χε­τε προ­φή­τη, δό­στε τα στους φτω­χούς. Κι ά­πό το σι­τά­ρι της χρο­νιάς που μά­ζε­ψες στο σπή­τι σου, δι­ά­θε­σε έ­να μέ­ρος σύμ­φω­να με την  εν­το­λή. Ε­πί­σης αν α­νοί­ξης στα­μνί κρα­σιού η λα­διού, δόσε ένα μέρος στους προ­φή­τες. Ε­πί­σης κι α­πό χρή­μα­τα κι α­πό ρού­χα και α­πό κά­θε τι που α­πο­χτάς, χώ­ρι­σε έ­να με­ρος, ό­πως νο­μί­ζεις κα­λύ­τε­ρα και δι­ά­θε­σέ το  σύμ­φω­να με   την  εν­το­λή.
Και την η­μέ­ραν του Κυ­ρίου α­φού συ­να­χθή­τε, κό­ψε­τε τον άρ­το και τε­λέ­στε τη θεί­α ευ­χα­ρι­στί­α, α­φού ε­ξο­μο­λο­γη­θή­τε τα πε­ρα­πτώ­μα­τά σας για να εί­ναι η θυ­σί­α σας κα­θα­ρή. Και ό­ποι­ος ε­χει δι­α­φο­ρά με  τον σύν­τρο­φο του να μη λα­βαί­νη  μέ­ρος α­νά­με­σα σας, έ­ως ό­του συμ­φι­λι­ω­θούν, για να μη σπι­λω­θή η θυ­σί­α σας. Δι­ό­τι έ­τσι τη ζή­τη­σε ο Κύ­ριος, λέ­γον­τας· εν παν­τί τό­πω και σε κά­θε χρό­νο προ­σφέ­ρειν μοι θυ­σί­αν κα­θα­ράν ό­τι βα­σι­λεύς μέ­γας ει­μί, λέ­γει Κύ­ριος, και το ό­νο­μα μου θαυ­μα­στόν εν τοις έ­θνε­σι.
Χει­ρο­το­νή­σα­τε, λοι­πόν, για σας ε­πι­σκό­πους και δι­α­κό­νου,α­ξί­ους του Κυ­ρί­ου, άν­δρες πρά­ους και α­φι­λαρ­γύ­ρους και α­λη­θι­νούς και δο­κι­μα­σμέ­νους. Δι­ό­τι εί­ναι λει­τουρ­γοί του ι­δίου έρ­γου για σας  λει­τουρ­γούν οι προ­φή­τες και οι δι­δά­σκα­λοι. Μη  λοι­πόν  τους υ­πο­τι­μά­τε αυ­τοί εί­ναι οι τι­μη­μέ­νοι σας μα­ζί με τους προ­φή­τες και τους δα­σκά­λους.
Και να ε­λέγ­χε­τε ο έ­νας τον άλ­λον ό­χι σε ορ­γή, αλ­λά με ει­ρή­νη, ό­πως εν­τέλ­λε­ται το Ευ­αγ­γέ­λιο. Και να μη μι­λά­τε σε ό­ποι­ον βλά­ψη τον α­δελ­φό του, ου­τε να τον ά­κου­τε έ­ως ό­του με­τα­νο­ή­ση. Και  τις προ­σευ­χές σας και τις ε­λε­η­μο­σύ­νες σας και κά­θε άλ­λη πρά­ξι σας έ­τσι να την κά­νε­τε, ό­πως βλέ­πε­τε να δι­δά­σκον­ται μέ­σα στο   Ευ­αγ­γέ­λιο του   Κυ­ρί­ου μας.
Γρη­γο­ρεί­τε για τη ζω­ή σας· οι λύ­χνοι υ­μών να μη σβύ­σουν και   αι   ό­σφύ­ες υ­μών να  μη  ξε­σφι­χθουν,   άλ­λα γί­νε­σθε έ­τοι­μοι* ου γαρ ο­ί­δα­τε την ώ­ραν, εν η ο Κύ­ριος η­μών έρ­χε­ται. Να συ­νά­ζε­σθε συ­χνά έ­ποι­κο­δο­μών­τας τις ψυ­χές σας. Δεν θα σας ώ­φε­λή­ση ό­λος ο χρό­νος της πί­στε­ως σας, αν δεν ά­πο­δει­χθή­τε τέ­λει­οι στους έ­σχα­τους και­ρούς. Στις έ­σχα­τες ή­με­ρες θα πλη­θυν­θο­ύν οι ψευ­δο­προ­φή­τες και οι δι­α­φθο­ρείς και θα αλ­λά­ξουν τα. πρό­βα­τα σε λύ­κους και η α­γά­πη θα άλ­λά­ξη σε μί­σος. Θα με­γα­λώ­ση η α­νο­μί­α και θα α­νά­ψη μί­σος με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων και θα δι­ώ­ξουν και θα πα­ρα­δώ­σουν στον θά­να­το ο έ­νας τον άλ­λο και τό­τε θα φα­νή ο κο­σμο­πλα­νευ­τής ως υι­ός του θε­ού και θα κά­μη ση­μεί­α και τέ­ρα­τα και η γη θα πα­ρα­δο­θή στα χέ­ρια του και θα κά­νη α­νό­σια πράγ­μα­τα που δεν εί­χαν γί­νει πο­τέ έ­ως τό­τε. Τό­τε θα μπη το γέ­νος μας στην ά­νο­μη πυ­ρά της δο­κι­μα­σί­ας και σκαν­δα­λι­θή­σον­ται πολ­λοί και θα χα­θούν, οι δε υ­πο­μοί­ναν­τες μέ­σα στην πί­στι τους σω­θή­σον­ται ά­π' αυ­τή την κα­τά­ρα. Και τό­τε φα­νή­σε­ται τα ση­μεί­α της α­λη­θεί­ας. Πρώ­το ση­μεί­ο θα εί­ναι το ξε­τύ­λιγ­μα του ου­ρα­νού, δεύ­τε­ρο φω­νή σάλ­πιγ­γος και τρί­το ά­νά­στα­σις νε­κρών. Και δεν θα α­να­στη­θούν στην α­λη­θι­νή ζω­ή ό­λοι, άλ­λα ό­πως ε­λέ­χθη "Η­ξει ο Κύ­ριος και πάν­τες οι ά­γιοι με­τ' αυ­τού. Τό­τε ό­ψε­ται ο κό­σμος τον Κύ­ριο έρ­χό­με­νον έ­πά­νώ των νε­φε­λών το­υ ού­ρα­νού.







ΔΙΔΑΧΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Διδαχὴ κυρίου τοῖς ἔθνεσιν.

 1

1 Ὁδοὶ δύο εἰσί, μία τῆς ζωῆς καὶ μία τοῦ θανάτου, διαφορὰ δὲ πολλὴ μεταξὺ τῶν ὁδῶν.
2 Ἡ μὲν οὖν ὁδὸς τῆς ζωῆς ἐστιν αὕτη· πρῶτον ἀγαπήσεις τὸν θεὸν τὸν ποιήσαντά σε, δεύτερον τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· πάντα δὲ ὅσα ἐὰν θελήσῃς μὴ γίνεσθαί σοι, καὶ σὺ ἄλλῳ μὴ ποίει.
3 Τούτων δὲ τῶν λόγων ἡ διδαχή ἐστιν αὕτη· [Εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμῖν καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν, νηστεύετε δὲ ὑπὲρ τῶν διωκόντων ὑμᾶς· ποία γὰρ χάρις, ἐὰν φιλῆτε τοὺς φιλοῦντας ὑμᾶς; Οὐχὶ καὶ τὰ ἔθνη τοῦτο ποιοῦσιν; Ὑμεῖς δὲ φιλεῖτε τοὺς μισοῦντας ὑμᾶς καὶ οὐχ ἕξετε ἐχθρόν. 4 Ἀπέχου τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν. Ἐάν τις σοι δῷ ῥάπισμα εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην, καὶ ἔσῃ τέλειος· ἐὰν ἀγγαρεύσῃ σέ τις μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ΄ αὐτοῦ δύο· ἐὰν ἄρῃ τις τὸ ἱμάτιόν σου, δὸς αὐτῷ καὶ τὸν χιτῶνα· ἐὰν λάβῃ τις ἀπὸ σοῦ τὸ σόν, μὴ ἀπαίτει· οὐδὲ γὰρ δύνασαι. 5 Παντὶ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου καὶ μὴ ἀπαίτει· πᾶσα γὰρ θέλει δίδοσθαι ὁ πατὴρ ἐκ τῶν ἰδίων χαρισμάτων. Μακάριος ὁ διδοὺς κατὰ τὴν ἐντολήν· ἀθῷος γάρ ἐστιν. Οὐαὶ τῷ λαμβάνοντι· εἰ μὲν γὰρ χρείαν ἔχων λαμβάνει τις, ἀθῷος ἔσται· ὁ δὲ μὴ χρείαν ἔχων δώσει δίκην, ἵνα τί ἔλαβε καὶ εἰς τί· ἐν συνοχῇ δὲ γενόμενος ἐξετασθήσεται περὶ ὧν ἔπραξε καὶ οὐκ ἐξελεύσεται ἐκεῖθεν, μέχρις οὗ ἀποδῷ τὸν ἔσχατον κοδράντην. 6 Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου δὲ εἴρηται· Ἱδρωσάτω ἡ ἐλεημοσύνη σου εἰς τὰς χεῖράς σου, μέχρις ἂν γνῷς, τίνι δῷς.

 2

1 Δευτέρα δὲ ἐντολὴ τῆς διδαχῆς·] 2 οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ παιδοφθορήσεις, οὐ πορνεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ μαγεύσεις, οὐ φαρμακεύσεις, οὐ φονεύσεις τέκνον ἐν φθορᾷ οὐδὲ γεννηθὲν ἀποκτενεῖς, οὐκ ἐπιθυμήσεις τὰ τοῦ πλησίον. 3 Οὐκ ἐπιορκήσεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, οὐ κακολογήσεις, οὐ μνησικακήσεις. 4 Οὐκ ἔσῃ διγνώμων οὐδὲ δίγλωσσος· παγὶς γὰρ θανάτου ἡ διγλωσσία. 5 Οὐκ ἔσται ὁ λόγος σου ψευδής, οὐ κενός, ἀλλὰ μεμεστωμένος πράξει. 6 Οὐκ ἔσῃ πλεονέκτης οὐδὲ ἅρπαξ οὐδὲ ὑποκριτὴς οὐδὲ κακοήθης οὐδὲ ὑπερήφανος. Οὐ λήψῃ βουλὴν πονηρὰν κατὰ τοῦ πλησίον σου, 7 οὐ μισήσεις πάντα ἄνθρωπον, ἀλλὰ οὓς μὲν ἐλέγξεις, περὶ δὲ ὧν προσεύξῃ, οὓς δὲ ἀγαπήσεις ὑπὲρ τὴν ψυχήν σου.

3

1 Τέκνον μου, φεῦγε ἀπὸ παντὸς πονηροῦ καὶ ἀπὸ παντὸς ὁμοίου αὐτοῦ. 2 Μὴ γίνου ὀργίλος· ὁδηγεῖ γὰρ ἡ ὀργὴ πρὸς τὸν φόνον· μηδὲ ζηλωτὴς μηδὲ ἐριστικὸς μηδὲ θυμικός· ἐκ γὰρ τούτων ἁπάντων φόνοι γεννῶνται.
3 Τέκνον μου, μὴ γίνου ἐπιθυμητής· ὁδηγεῖ γὰρ ἡ ἐπιθυμία πρὸς τὴν πορνείαν· μηδὲ αἰσχρολόγος μηδὲ ὑψηλόφθαλμος· ἐκ γὰρ τούτων ἁπάντων μοιχεῖαι γεννῶνται.
4 Τέκνον μου, μὴ γίνου οἰωνοσκόπος, ἐπειδὴ ὁδηγεῖ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν· μηδὲ ἐπαοιδὸς μηδὲ μαθηματικὸς μηδὲ περικαθαίρων, μηδὲ θέλε αὐτὰ βλέπειν μηδὲ ἀκούειν· ἐκ γὰρ τούτων ἁπάντων εἰδωλολατρία γεννᾶται.
5 Τέκνον μου, μὴ γίνου ψεύστης, ἐπειδὴ ὁδηγεῖ τὸ ψεῦσμα εἰς τὴν κλοπήν· μηδὲ φιλάργυρος μηδὲ κενόδοξος· ἐκ γὰρ τούτων ἁπάντων κλοπαὶ γεννῶνται.
6 Τέκνον μου, μὴ γίνου γόγγυσος, ἐπειδὴ ὁδηγεῖ εἰς τὴν βλασφημίαν· μηδὲ αὐθάδης μηδὲ πονηρόφρων· ἐκ γὰρ τούτων ἁπάντων βλασφημίαι γεννῶνται. 7 Ἴσθι δὲ πραΰς, ἐπεὶ οἱ πραεῖς κληρονομήσουσι τὴν γῆν. 8 Γίνου μακρόθυμος καὶ ἐλεήμων καὶ ἄκακος καὶ ἡσύχιος καὶ ἀγαθὸς καὶ τρέμων τοὺς λόγους διὰ παντός, οὓς ἤκουσας. 9 Οὐχ ὑψώσεις σεαυτὸν οὐδὲ δώσεις τῇ ψυχῇ σου θράσος. Οὐ κολληθήσεται ἡ ψυχή σου μετὰ ὑψηλῶν, ἀλλὰ μετὰ δικαίων καὶ ταπεινῶν ἀναστραφήσῃ. 10 Τὰ συμβαίνοντά σοι ἐνεργήματα ὡς ἀγαθὰ προσδέξῃ, εἰδὼς ὅτι ἄτερ θεοῦ οὐδὲν γίνεται.

 4

1 Τέκνον μου, τοῦ λαλοῦντός σοι τὸν λόγον τοῦ θεοῦ μνησθήσῃ νυκτὸς καὶ ἡμέρας, τιμήσεις δὲ αὐτὸν ὡς κύριον· ὅθεν γὰρ ἡ κυριότης λαλεῖται, ἐκεῖ κύριός ἐστιν. 2 Ἐκζητήσεις δὲ καθ΄ ἡμέραν τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων, ἵνα ἐπαναπαῇς τοῖς λόγοις αὐτῶν. 3 Οὐ ποιήσεις σχίσμα, εἰρηνεύσεις δὲ μαχομένους· κρινεῖς δικαίως, οὐ λήψῃ πρόσωπον ἐλέγξαι ἐπὶ παραπτώμασιν. 4 Οὐ διψυχήσεις, πότερον ἔσται ἢ οὔ.
5 Μὴ γίνου πρὸς μὲν τὸ λαβεῖν ἐκτείνων τὰς χεῖρας, πρὸς δὲ τὸ δοῦναι συσπῶν. 6 Ἐὰν ἔχῃς διὰ τῶν χειρῶν σου, δὸς εἰς λύτρωσιν ἁμαρτιῶν σου. 7 Οὐ διστάσεις δοῦναι οὐδὲ διδοὺς γογγύσεις· γνώσῃ γὰρ τίς ἐστιν ὁ τοῦ μισθοῦ καλὸς ἀνταποδότης. 8 Οὐκ ἀποστραφήσῃ τὸν ἐνδεόμενον, συγκοινωνήσεις δὲ πάντα τῷ ἀδελφῷ σου καὶ οὐκ ἐρεῖς ἴδια εἶναι· εἰ γὰρ ἐν τῷ ἀθανάτῳ κοινωνοί ἐστε, πόσῳ μᾶλλον ἐν τοῖς θνητοῖς.
9 Οὐκ ἀρεῖς τὴν χεῖρά σου ἀπὸ τοῦ υἱοῦ σου ἢ ἀπὸ τῆς θυγατρός σου, ἀλλὰ ἀπὸ νεότητος διδάξεις αὐτοὺς τὸν φόβον τοῦ θεοῦ. 10 Οὐκ ἐπιτάξεις δούλῳ σου ἢ παιδίσκῃ, τοῖς ἐπὶ τὸν αὐτὸν θεὸν ἐλπίζουσιν, ἐν πικρίᾳ σου, μήποτε οὐ μὴ φοβηθήσονται τὸν ἐπ΄ ἀμφοτέροις θεόν· οὐ γὰρ ἔρχεται κατὰ πρόσωπον καλέσαι, ἀλλ΄ ἐφ΄ οὓς τὸ πνεῦμα ἡτοίμασεν. 11 Ὑμεῖς δὲ οἱ δοῦλοι ὑποταγήσεσθε τοῖς κυρίοις ὑμῶν ὡς τύπῳ θεοῦ ἐν αἰσχύνῃ καὶ φόβῳ.
12 Μισήσεις πᾶσαν ὑπόκρισιν καὶ πᾶν ὃ μὴ ἀρεστὸν τῷ κυρίῳ. 13 Οὐ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἐντολὰς κυρίου, φυλάξεις δὲ ἃ παρέλαβες, μήτε προστιθεὶς μήτε ἀφαιρῶν. 14 Ἐν ἐκκλησίᾳ ἐξομολογήσῃ τὰ παραπτώματά σου, καὶ οὐ προσελεύσῃ ἐπὶ προσευχήν σου ἐν συνειδήσει πονηρᾷ. Αὕτη ἐστὶν ἡ ὁδὸς τῆς ζωῆς.

 5

1 Ἡ δὲ τοῦ θανάτου ὁδός ἐστιν αὕτη· πρῶτον πάντων πονηρά ἐστι καὶ κατάρας μεστή· φόνοι, μοιχεῖαι, ἐπιθυμίαι, πορνεῖαι, κλοπαί, εἰδωλολατρίαι, μαγεῖαι, φαρμακίαι, ἁρπαγαί, ψευδομαρτυρίαι, ὑποκρίσεις, διπλοκαρδία, δόλος, ὑπερηφανία, κακία, αὐθάδεια, πλεονεξία, αἰσχρολογία, ζηλοτυπία, θρασύτης, ὕψος, ἀλαζονεία, ἀφοβία θεοῦ·
2 διῶκται ἀγαθῶν, μισοῦντες ἀλήθειαν, ἀγαπῶντες ψεῦδος, οὐ γινώσκοντες μισθὸν δικαιοσύνης, οὐ κολλώμενοι ἀγαθῷ οὐδὲ κρίσει δικαίᾳ, ἀγρυπνοῦντες οὐκ εἰς τὸ ἀγαθόν, ἀλλ΄ εἰς τὸ πονηρόν· ὧν μακρὰν πραΰτης καὶ ὑπομονή, μάταια ἀγαπῶντες, διώκοντες ἀνταπόδομα, οὐκ ἐλεοῦντες πτωχόν, οὑ πονοῦντες ἐπὶ καταπονουμένῳ, οὑ γινώσκοντες τὸν ποιήσαντα αὐτούς, φονεῖς τέκνων, φθορεῖς πλάσματος θεοῦ, ἀποστρεφόμενοι τὸν ἐνδεόμενον, καταπονοῦντες τὸν θλιβόμενον, πλουσίων παράκλητοι, πενήτων ἄνομοι κριταί, πανθαμαρτητοί. Ρυσθείητι, τέκνον, ἀπὸ τούτων ἁπάντων.

 6

1 Ὅρα μή τις σε πλανήσῃ ἀπὸ ταύτης τῆς ὁδοῦ τῆς διδαχῆς, ἐπεὶ παρεκτὸς θεοῦ σε διδάσκει.
2 [Εἰ μὲν γὰρ δύνασαι βαστάσαι ὅλον τὸν ζυγὸν τοῦ κυρίου, τέλειος ἔσῃ· εἰ δ΄ οὐ δύνασαι, ὃ δύνῃ, τοῦτο ποίει.
3 Περὶ δὲ τῆς βρώσεως, ὃ δύνασαι, βάστασον· ἀπὸ δὲ τοῦ εἰδωλοθύτου λίαν πρόσεχε· λατρεία γάρ ἐστι θεῶν νεκρῶν.]

 7

1 Περὶ δὲ τοῦ βαπτίσματος, οὕτω βαπτίσατε, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐν ὕδατι ζῶντι. 2 [Ἐὰν δὲ μὴ ἔχῃς ὕδωρ ζῶν, εἰς ἄλλο ὕδωρ βάπτισον· εἰ δ΄ οὐ δύνασαι ἐν ψυχρῷ, ἐν θερμῷ. 3 Ἐὰν δὲ ἀμφότερα μὴ ἔχῃς, ἔκχεον εἰς τὴν κεφαλὴν τρὶς ὕδωρ εἰς ὄνομα πατρὸς καὶ υἱοῦ καῖ ἁγίου πνεύματος. 4 Πρὸ δὲ τοῦ βαπτίσματος προνηστευσάτω ὁ βαπτίζων καὶ ὁ βαπτιζόμενος καὶ εἴ τινες ἄλλοι δύνανται· κελεύεις δὲ νηστεῦσαι τὸν βαπτιζόμενον πρὸ μιᾶς ἢ δύο.]

 8

1 Αἱ δὲ νηστεῖαι ὑμῶν μὴ ἔστωσαν μετὰ τῶν ὑποκριτῶν· νηστεύουσι γὰρ δευτέρᾳ σαββάτων καὶ πέμπῃ· ὑμεῖς δὲ νηστεύσατε τετράδα καὶ παρασκευήν.
2 Μηδὲ προσεύχεσθε ὡς οἱ ὑποκριταί, ἀλλ΄ ὡς ἐκέλευσεν ὁ κύριος ἐν τῷ εὐαγγελίῳ αὐτοῦ, οὕτως προσεύχεσθε· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον, καὶ ἄφες ἡμῖν τὴν ὀφειλὴν ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν, καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ· ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας.
3 Τρὶς τῆς ἡμέρας οὕτω προσεύχεσθε.

 9

1 Περὶ δὲ τῆς εὐχαριστίας, οὕτως εὐχαριστήσατε· 2 πρῶτον περὶ τοῦ ποτηρίου· Εὐχαριστοῦμέν σοι, πάτερ ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς ἁγίας ἀμπέλου Δαυὶδ τοῦ παιδός σου, ἧς ἐγνώρισας ἡμῖν διὰ Ἰησοῦ τοῦ παιδός σου· σοὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
3 Περὶ δὲ τοῦ κλάσματος· Εὐχαριστοῦμέν σοι, πάτερ ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς ζωῆς καὶ γνώσεως, ἧς ἐγνώρισας ἡμῖν διὰ Ἰησοῦ τοῦ παιδός σου· σοὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 4 Ὥσπερ ἦν τοῦτο τὸ κλάσμα διεσκορπισμένον ἐπάνω τῶν ὀρέων καὶ συναχθὲν ἐγένετο ἕν, οὕτω συναχθήτω σου ἡ ἐκκλησία ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς εἰς τὴν σὴν βασιλείαν· ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
5 Μηδεὶς δὲ φαγέτω μηδὲ πιέτω ἀπὸ τῆς εὐχαριστίας ὑμῶν, ἀλλ΄ οἱ βαπτισθέντες εἰς ὄνομα κυρίου· καὶ γὰρ περὶ τούτου εἴρηκεν ὁ κύριος· Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσί.

 10

1 Μετὰ δὲ τὸ ἐμπλησθῆναι οὕτως εὐχαριστήσατε· 2 Εὐχαριστοῦμέν σοι, πάτερ ἅγιε, ὑπὲρ τοῦ ἁγίου ὀνόματός σου, οὗ κατεσκήνωσας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, καὶ ὑπὲρ τῆς γνώσεως καὶ πίστεως καὶ ἀθανασίας, ἧς ἐγνώρισας ἡμῖν διὰ Ἰησοῦ τοῦ παιδός σου· σοὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 3 Σύ, δέσποτα παντοκράτορ, ἔκτισας τὰ πάντα ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, τροφήν τε καὶ ποτὸν ἔδωκας τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων εἰς ἀπόλαυσιν, ἵνα σοι εὐχαριστήσωσιν, ἡμῖν δὲ ἐχαρίσω πνευματικὴν τροφὴν καὶ ποτὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον διὰ Ἰησοῦ τοῦ παιδός σου. 4 Πρὸ πάντων εὐχαριστοῦμέν σοι, ὅτι δυνατὸς εἶ· σοὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 5 Μνήσθητι, κύριε, τῆς ἐκκλησίας σου, τοῦ ῥύσασθαι αὐτὴν ἀπὸ παντὸς πονηροῦ καὶ τελειῶσαι αὐτὴν ἐν τῇ ἀγάπῃ σου, καὶ σύναξον αὐτὴν ἀπὸ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, τὴν ἁγιασθεῖσαν, εἰς τὴν σὴν βασιλείαν, ἣν ἡτοίμασας αὐτῇ· ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 6 Ἐλθέτω χάρις καὶ παρελθέτω ὁ κόσμος οὗτος. Ἀμήν. ὡσαννὰ τῷ οἴκῳ Δαυίδ. Εἴ τις ἅγιός ἐστιν, ἐρχέσθω· εἴ τι οὐκ ἐστι, μετα νοείτω· μαραναθά. Ἀμήν.
7 Τοῖς δὲ προφήταις ἐπιτρέπετε εὐχαριστεῖν, ὅσα θέλουσιν.

 11

1 Ὃς ἂν οὖν ἐλθὼν διδάξῃ ὑμᾶς ταῦτα πάντα τὰ προειρημένα, δέξασθε αὐτόν· 2 ἐὰν δὲ αὐτὸς ὁ διδάσκων στραφεὶς διδάσκῃ ἄλλας διδαχὰς εἰς τὸ καταλῦσαι, μὴ αὐτοῦ ἀκούσητε· εἰς δὲ τὸ προσθεῖναι δικαιοσύνην καὶ γνῶσιν κυρίου, δέξασθε αὐτὸν ὡς κύριον. 3 Περὶ δὲ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν κατὰ τὸ δόγμα τοῦ εὐαγγελίου, οὕτως ποιήσατε. 4 Πᾶς δὲ ἀπόστολος ἐρχόμενος πρὸς ὑμᾶς δεχθήτω ὡς κύριος· 5 οὐ μενεῖ δὲ εἰ μὴ ἡμέραν μίαν· ἐὰν δὲ ᾗ χρεία, καὶ τὴν ἄλλην· τρεῖς δὲ ἐὰν μείνῃ, ψευδοπροφήτης ἐστίν. 6 Ἐξερχόμενος δὲ ὁ ἀπόστολος μηδὲν λαμβανέτω εἰ μὴ ἄρτον, ἕως οὗ αὐλισθῇ· ἐὰν δὲ ἀργύριον αἰτῇ, ψευδοπροφήτης ἐστίν.
7 Καὶ πάντα προφήτην λαλοῦντα ἐν πνεύματι οὐ πειράσετε οὐδὲ δια κρινεῖτε· πᾶσα γὰρ ἁμαρτία ἀφεθήσεται, αὕτη δὲ ἡ ἁμαρτία οὐκ ἀφεθήσεται. 8 Οὐ πᾶς δὲ ὁ λαλῶν ἐν πνεύματι προφήτης ἐστίν, ἀλλ΄ ἐὰν ἔχῃ τοὺς τρόπους κυρίου. ἀπὸ οὖν τῶν τρόπων γνωσθήσεται ὁ ψευδοπροφήτης καὶ ὁ προφήτης. 9 Καὶ πᾶς προφήτης ὁρίζων τράπεζαν ἐν πνεύματι, οὐ φάγεται ἀπ΄ αὐτῆς, εἰ δὲ μήγε, ψευδοπροφήτης ἐστίν. 10 Πᾶς δὲ προφήτης διδάσκων τὴν ἀλήθειαν, εἰ ἃ διδάσκει οὐ ποιεῖ, ψευδοπροφήτης ἐστίν. 11 Πᾶς δὲ προφήτης δεδοκιμασμένος ἀληθινός, ποιῶν εἰς μυστήριον κοσμικὸν ἐκκλησίας, μὴ διδάσκων δὲ ποιεῖν, ὅσα αὐτὸς ποιεῖ, οὐ κριθήσεται ἐφ΄ ὑμῶν· μετὰ θεοῦ γὰρ ἔχει τὴν κρίσιν· ὡσαύτως γὰρ ἐποίησαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι προφῆται. 12 Ὃς δ΄ ἂν εἴπῃ ἐν πνεύματι· δός μοι ἀργύρια, ἢ ἕτερά τινα, οὐκ ἀκούσεσθε αὐτοῦ· ἐὰν δὲ περὶ ἄλλων ὑστερούντων εἴπῃ δοῦναι, μηδεὶς αὐτὸν κρινέτω.

12

1 Πᾶς δὲ ὁ ἐρχόμενος πρὸς ὑμᾶς ἐν ὀνόματι κυρίου δεχθήτω, ἔπειτα δὲ δοκιμάσαντες αὐτὸν γνώσεσθε (σύνεσιν γὰρ ἔχετε) δεξιὰν καὶ ἀριστεράν. 2 Εἰ μὲν παρόδιός ἐστιν ὁ ἐρχόμενος, βοηθεῖτε αὐτῷ, ὅσον δύνασθε· οὐ μενεῖ δὲ πρὸς ὑμᾶς εἰ μὴ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἐὰν ᾖ ἀνάγκη. 3 Εἰ δὲ θέλει πρὸς ὑμᾶς καθῆσθαι, τεχνίτης ὤν, ἐργαζέσθω καὶ φαγέτω. 4 Εἰ δὲ οὐκ ἔχει τέχνην, κατὰ τὴν σύνεσιν ὑμῶν προνοήσατε, πῶς μὴ ἀργὸς μεθ΄ ὑμῶν ζήσεται χριστιανός. 5 Εἰ δ΄ οὐ θέλει οὕτω ποιεῖν, χριστέμπορός ἐστι· προσέχετε ἀπὸ τῶν τοιούτων.

 13

1 Πᾶς δὲ προφήτης ἀληθινός, θέλων καθῆσθαι πρὸς ὑμᾶς, ἄξιός ἐστι τῆς τροφῆς αὐτοῦ. 2 Ὡσαύτως διδάσκαλος ἀληθινός ἐστιν ἄξιος καὶ αὐτὸς ὥσπερ ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ. 3 [Πᾶσαν οὖν ἀπαρχὴν γεννημάτων ληνοῦ καὶ ἅλωνος, βοῶν τε καὶ προβάτων λαβὼν δώσεις τοῖς προφήταις· αὐτοὶ γάρ εἰσιν οἱ ἀρχιερεῖς ὑμῶν. 4 Ἐὰν δὲ μὴ ἔχητε προφήτην, δότε τοῖς πτωχοῖς. 5 Ἐὰν σιτίαν ποιῇς, τὴν ἀπαρχὴν λαβὼν δὸς κατὰ τὴν ἐντολήν. 6 Ὡσαύτως κεράμιον οἴνου ἢ ἐλαίου ἀνοίξας, τὴν ἀπαρχὴν λαβὼν δὸς τοῖς προφήταις. 7 Ἀργυρίου δὲ καὶ ἱματισμοῦ καὶ παντὸς κτήματος λαβὼν τὴν ἀπαρχήν, ὡς ἄν σοι δόξῃ, δὸς κατὰ τὴν ἐντολήν.]

14

1 Καθ΄ ἡμέραν δὲ κυρίου συναχθέντες κλάσατε ἄρτον καὶ εὐχαριστήσατε, προεξομολογησάμενοι τὰ παραπτώματα ὑμῶν, ὅπως καθαρὰ ἡ θυσία ὑμῶν ᾖ. 2 Πᾶς δὲ ἔχων τὴν ἀμφιβολίαν μετὰ τοῦ ἑταίρου αὐτοῦ μὴ συνελθέτω ὑμῖν, ἕως οὗ διαλλαγῶσιν, ἵνα μὴ κοινωθῇ ἡ θυσία ὑμῶν. 3 Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ῥηθεῖσα ὑπὸ κυρίου· Ἐν παντὶ τόπῳ καὶ χρόνῳ προσφέρειν μοι θυσίαν καθαράν· ὅτι βασιλεὺς μέγας εἰμί, λέγει κύριος, καὶ τὸ ὄνομά μου θαυμαστὸν ἐν τοῖς ἔθνεσι.

15

1 Χειροτονήσατε οὖν ἑαυτοῖς ἐπισκόπους καὶ διακόνους ἀξίους τοῦ κυρίου, ἄνδρας πραεῖς καὶ ἀφιλαργύρους καὶ ἀληθεῖς καὶ δεδοκιμασμένους· ὑμῖν γὰρ λειτουργοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν λειτουργίαν τῶν προφητῶν καὶ διδασκάλων. 2 Μὴ οὖν ὑπερίδητε αὐτούς· αὐτοὶ γάρ εἰσιν οἱ τετιμημένοι ὑμῶν μετὰ τῶν προφητῶν καὶ διδασκάλων. 3 Ἐλέγχετε δὲ ἀλλήλους μὴ ἐν ὀργῇ, ἀλλ΄ ἐν εἰρήνη, ὡς ἔχετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ· καὶ παντὶ ἀστοχοῦντι κατὰ τοῦ ἑτέρου μηδεὶς λαλείτω μηδὲ παρ΄ ὑμῶν ἀκουέτω, ἕως οὗ μετανοήσῃ. 4 Τὰς δὲ εὐχὰς ὑμῶν καὶ τὰς ἐλεημοσύνας καὶ πάσας τὰς πράξεις οὕτως ποιήσατε, ὡς ἔχετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ κυρίου ἡμῶν.

 16

1 Γρηγορεῖτε ὑπὲρ τῆς ζωῆς ὑμῶν· οἱ λύχνοι ὑμῶν μὴ σβεσθήτωσαν, καὶ αἱ ὀσφύες ὑμῶν μὴ ἐκλυέσθωσαν, ἀλλὰ γίνεσθε ἕτοιμοι· οὐ γὰρ οἴδατε τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ κύριος ἡμῶν ἔρχεται. 2 Πυκνῶς δὲ συναχθήσεσθε ζητοῦντες τὰ ἀνήκοντα ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· οὐ γὰρ ὠφελήσει ὑμᾶς ὁ πᾶς χρόνος τῆς πίστεως ὑμῶν, ἐὰν μὴ ἐν τῷ ἐσχάτῳ καιρῷ τελειωθῆτε. 3 Ἐν γὰρ ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις πληθυνθήσονται οἱ ψευδοπροφῆται καὶ φθορεῖς, καὶ στραφήσονται τὰ πρόβατα εἰς λύκους, καὶ ἡ ἀγάπη στραφήσεται εἰς μῖσος· 4 αὐξανούσης γὰρ τῆς ἀνομίας μισήσουσιν ἀλλήλους καὶ διώξουσιν καὶ παραδώσουσι καὶ τότε φανήσεται ὁ κοσμοπλανὴς ὡς υἱὸς θεοῦ καὶ ποιήσει σημεῖα καὶ τέρατα καὶ ἡ γῆ παραδοθήσεται εἰς χεῖρας αὐτοῦ, καὶ ποιήσει ἀθεμίτα, ἃ οὐδέποτε γέγονεν ἐξ αἰῶνος. 5 Τότε ἥξει ἡ κτίσις τῶν ἀνθρώπων εἰς τὴν πύρωσιν τῆς δοκιμασίας, καὶ σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ἀπολοῦνται· οἱ δὲ ὑπομείναντες ἐν τῇ πίστει αὐτῶν σωθήσονται ἀπ΄ αὐτοῦ τοῦ καταθέματος. 6 Καὶ τό τε φανήσεται τὰ σημεῖα τῆς ἀληθείας· πρῶτον σημεῖον ἐκπετάσεως ἐν οὐρανῷ, εἶτα σημεῖον φωνῆς σάλπιγγος, καὶ τὸ τρίτον ἀνάστασις νεκρῶν· 7 οὐ πάντων δέ, ἀλλ΄ ὡς ἐρρέθη· ῞Ηξει ὁ κύριος καὶ πάντες οἱ ἅγιοι μετ΄ αὐτοῦ. 8 Τότε ὄψεται ὁ κόσμος τὸν κύριον ἐρχόμενον ἐπάνω τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ [...]


Ροή δεδομένων

Ετικέτες-Κατηγορίες

p.Ioannis.Kiparissopoulos. Από το Blogger.

Πληροφορίες

Αναγνώστες

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Για να μπείτε στήν Αγία Γραφή κάντε κλίκ στην εικόνα

ΠΑΤΕΡΙΚΑ

ΠΑΤΕΡΙΚΑ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις με τα Πατερικά κείμενα κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΙ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΟΙ ΣΥΡΙΟΙ

ΑΓΙΟΙ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΟΙ ΣΥΡΙΟΙ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΞ Αγίου Ιωάννου Σιναϊτου

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΞ  Αγίου Ιωάννου Σιναϊτου
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Ορθόδοξο Συναξάρι

Επικοινωνήστε μαζί μας…...

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΓΕΡΩΝ  ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως

Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Συνολικές προβολές σελίδας