Gold Cross

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: Ἀπαραίτητα καί σωτήρια τά ἀναθέματα σήμερα


Μέ ἁπλές σκέψεις καί συγκρίσεις ἀπό τήν καθημερινή ζωή καί μέ ἐπίκληση τῆς κοινῆς λογικῆς ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος (Ρωσία, 1815-1894) παρουσιάζει ἀποδεικτικῶς τήν πνευματική ὠφέλεια καί ἀναγκαιότητα τῶν ἐπισήμων ἀναθεμάτων τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας (οἱ τίτλοι κεφαλαίων εἶναι πρόσθετοι, τῆς μεταφράσεως).

Τί εἶναι ἕνα Ἀνάθεμα;
ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου

Σπανίως τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ὁποῖο τώρα ἐπιτελεῖται, λαμβάνει χώρα ἄνευ ἐπικρίσεων καί ἐπιτιμήσεων ἐκ μέρους κάποιου. Καί ἀνεξαρτήτως ἀπό τό πόσες ὁμιλίες γίνονται ἐξηγώντας ὅτι στό σημεῖο αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ σοφῶς γιά τή σωτηρία τῶν παιδιῶν της, παρά ταῦτα οἱ δυσαρεστημένοι ἁπλῶς συνεχίζουν νά ἐπαναλαμβάνουν τό στίχο τους. Εἴτε δέν ἀκοῦν τίς ὁμιλίες, εἴτε αὐτές οἱ ὁμιλίες δέν «χτυποῦν κέντρο» ὅσον ἀφορᾷ στίς παρεξηγήσεις τοῦ τελευταίου, ἤ ἴσως ἔχουν διαμορφώσει τή δική τους ἀντίληψη περί τοῦ Συνοδικοῦ αὐτοῦ καί δέν θέλουν νά τήν ἐγκαταλείψουν, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό τί τούς λέγεις.Τά ἀναθέματά μας σέ κάποιους ἀνθρώπους φαίνονται ἀπάνθρωπα, σέ ἄλλους περιοριστικά. Τέτοιες κατηγορίες μπορεῖ νά ἰσχύουν σέ ἄλλες περιστάσεις, ἀλλά μέ κανένα τρόπο δέν μποροῦν νά ἐφαρμοσθοῦν στό δικό μας Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Θά διευκρινήσω γιά χάρη σας ἐν συντομίᾳ γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ ἔτσι, καί νομίζω ὅτι καί ἐσεῖς οἱ ἴδιοι θά συμφωνήσετε μαζί μου ὅτι ἡ Ἐκκλησία πράττοντας ἔτσι, ἐνεργεῖ μέ σοφό τρόπο.

Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινότητα ὁμοφρόνων πιστῶν
Τί εἶναι ἡ ἁγία Ἐκκλησία; Εἶναι μία κοινότητα πιστευόντων, ἑνωμένων μεταξύ τους μέ μία ἑνότητα ὁμολογίας θεϊκῶς ἀποκαλυμμένων ἀληθειῶν, μέ μία ἑνότητα ἐξαγιασμοῦ μέσῳ θεϊκῶς καθιερωμένων Μυστηρίων, καί μέ μία ἑνότητα διοικήσεως καί καθοδηγήσεως ἀπό ποιμένες δοσμένους ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἑνότητα τῆς ὁμολογίας, τοῦ ἐξαγιασμοῦ καί τῆς διοικήσεως συνιστᾷ τόν κανονισμό αὐτῆς τῆς κοινότητας, πού εἶναι ὑποχρεωτικός γιά ὁποιονδήποτε ἐντάσσεται σέ Αὐτήν. Ἡ ἰδιότητα τοῦ μέλους σέ αὐτή τήν κοινότητα ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀποδοχή αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ καί τήν συμφωνία μέ αὐτόν· ἡ παραμονή σέ αὐτήν τήν κοινότητα ἐξαρτᾶται ἀπό τήν τήρησή του. Ἄς δοῦμε πῶς ἡ ἁγία Ἐκκλησία ἀναπτύχθηκε καί πῶς συνεχίζει νά ἀναπτύσσεται. Οἱ ἱεροκήρυκες κηρύττουν. Μερικοί ἀπό τούς ἀκροατές δέν παραδέχονται τό κήρυγμα καί φεύγουν· ἄλλοι τό ἀποδέχονται καί σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἀποδοχῆς του ἁγιάζονται ἀπό τά ἅγια Μυστήρια, ἀκολουθοῦν τήν καθοδήγηση τῶν ποιμένων, καί ἔτσι ἐνσωματώνονται μέσα στήν ἁγία Ἐκκλησία - ἐκκλησιοποιοῦνται. Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰσάγονται σέ Αὐτήν. Κατά τήν εἰσαγωγή τους, μείγνυνται μέ ὅλα τά μέλη Της, ἑνώνονται μαζί τους, καί παραμένουν στήν Ἐκκλησία μόνον καθ΄ὅσον συνεχίζουν νά εἶναι ἕνα μέ αὐτά ὅλα.

Κάθε κοινότητα ἔχει θεμελιακούς κανονισμούς
Ἀπό αὐτή τήν ἁπλῆ ἔνδειξη σχετικῶς μέ τό πῶς σχηματίζεται ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖτε νά δεῖτε ὅτι ὡς μία κοινότητα, ἡ ἁγία Ἐκκλησία ἦλθε στήν ὕπαρξη καί συνεχίζει νά ὑφίσταται καθώς κάθε ἄλλη κοινότητα. Καί ἔτσι νά Τήν βλέπετε, καθώς θά βλέπατε κάθε ἄλλη, καί μή Τήν ἀποστερεῖτε ἀπό τά δικαιώματα πού ἀνήκουν σέ κάθε κοινότητα. Ἄς πάρουμε, γιά παράδειγμα, μία ἀντι-αλκοολική κοινότητα. Ἕχει κανονισμούς πού κάθε μέλος πρέπει νά ἐκπληρώνει. Καί κάθε μέλος της εἶναι μέλος ἀκριβῶς ἐπειδή ἀποδέχεται καί τηρεῖ τούς κανονισμούς της. Τώρα ὑποθέστε ὅτι κάποιο μέλος ὄχι μόνον ἀρνεῖται νά τηρεῖ τούς κανονισμούς, ἀλλά διατηρεῖ καί πολλές ἀπόψεις ἐντελῶς ἀντίθετες πρός ἐκεῖνες τῆς κοινότητας καί ἀκόμη ἐξεγείρεται ἐναντίον τοῦ ἰδίου τοῦ σκοποῦ της. Ὄχι μόνον δέν τηρεῖ ὁ ἴδιος ἐγκράτεια, ἀλλά μάλιστα διαβάλλει τήν ἴδια τήν ἐγκράτεια καί διασπείρει ἰδέες πού μπορεῖ νά βάλουν ἄλλους σέ πειρασμό καί νά τούς παρασύρουν μακριά ἀπό τήν ἐγκράτεια. Τί κάνει κατά κανόνα ἡ κοινότητα μέ τέτοιους ἀνθρώπους; Πρῶτα, τούς προειδοποιεῖ καί ἔπειτα τούς ἀποβάλλει. Ἐκεῖ ἔχεις ἕνα «ἀνάθεμα»! Κανείς δέν διαμαρτύρεται γι΄ αὐτό, κανείς δέν ἐπικρίνει τήν κοινότητα, ὅτι εἶναι ἀπάνθρωπη. Ὅλοι ἀποδέχονται ὅτι ἡ κοινότητα ἐνεργεῖ μέ τρόπο τελείως νόμιμο καί ὅτι ἄν ἦταν νά πράξει διαφορετικῶς, δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξει.

Τό παράδειγμα τοῦ Ἀρείου
Συνεπῶς, γιά τί μπορεῖ νά ἐπικρίνει κανείς τήν ἁγία Ἐκκλησία ὅταν ἐνεργεῖ παρομοίως; Στό τέλος τῆς γραφῆς, ἕνα «ἀνάθεμα» εἶναι ἀκριβῶς χωρισμός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἤ ἀποκλεισμός ἀπό αὐτήν ὅσων δέν πληροῦν τίς προϋποθέσεις τῆς ἑνότητας μέ Αὐτήν καί ἀρχίζουν νά σκέπτονται διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο πού Αὐτή σκέπτεται, διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο πού αὐτοί οἱ ἴδιοι ὑποσχέθηκαν νά σκέπτονται κατά τήν ἔνταξή τους σέ Αὐτήν. Θυμηθεῖτε πῶς συνέβη! Ἐμφανίσθηκε ὁ Ἄρειος, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε ἀσεβεῖς γνῶμες ὅσον ἀφορᾷ στόν Χριστό τόν Σωτῆρα, ὥστε μέ ἐκεῖνες τίς ἀπόψεις διαστρέβλωνε αὐτή τήν ἴδια τήν πράξη τῆς σωτηρίας μας. Τί ἔγινε μέ αὐτόν; Πρῶτα προειδοποιήθηκε, καί προειδοποιήθηκε πολλές φορές μέ κάθε δυνατό μέσο πειθοῦς καί συναισθήματος. Ἀλλ΄ ἐφ΄ ὅσον πεισμωδῶς ἐπέμεινε στήν ἄποψή του, καταδικάσθηκε καί ἔγινε ἀκοινώνητος ἀπό τήν Ἐκκλησία – δηλαδή: «ἀποβάλλεται ἀπό τήν κοινότητά μας. Προσέξτε, μή ἔχετε κοινωνία μέ αὐτόν καί μέ τούς ὁμοίους του. Μή κρατεῖτε οἱ ἴδιοι τέτοιες ἀπόψεις, καί μή ἀκούετε ἤ μή ἀποδέχεσθε ἐκείνους πού τό κάνουν». Ἔτσι ἔπραξε ἡ ἁγία Ἐκκλησία μέ τόν Ἄρειο· ἔτσι ἔχει πράξει καί μέ ὅλους τούς ἄλλους αἱρετικούς· καί ἔτσι θά κάνει καί τώρα, ἐπίσης, ἐάν κάποιος ἐμφανισθεῖ κάπου μέ ἀσεβεῖς ἀπόψεις. Λοιπόν, πεῖτε μου, τί εἶναι ἀξιόμεμπτο ἐδῶ; Τί ἄλλο θά μποροῦσε νά κάνει ἡ ἁγία Ἐκκλησία; Καί θά μποροῦσε νά συνεχίσει νά ὑπάρχει ἐάν δέν ἐφάρμοζε τέτοια αὐστηρότητα καί δέν προειδοποιοῦσε τά παιδιά Της μέ τόση φροντίδα ἔναντι ἐκείνων πού μπορεῖ νά τά διαφθείρουν καί νά τά καταστρέψουν;

Ἡ προστασία τῶν σωτηρίων ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων
Ἄς δοῦμε: ποιές ψευδεῖς διδασκαλίες καί ποιοί ψευδεῖς διδάσκαλοι γίνονται ἀκοινώνητοι; Ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τή θεία Πρόνοια· ἐκεῖνοι πού δέν ὁμολογοῦν τήν Παναγίαν Τριάδα, Πατέρα, Υἱόν, καί Ἅγιον Πνεῦμα, τόν ἕνα Θεόν· ἐκεῖνοι πού δέν ἀναγνωρίζουν τή Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τή σωτηρία μας μέσῳ τοῦ θανάτου Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ· ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τά θεῖα μυστήρια πού τήν παρέχουν, καί οὕτω καθεξῆς. Βλέπετε, τίνος εἴδους θεμάτων ἅπτονται; Αὐτά εἶναι θέματα τά ὁποῖα συνιστοῦν τήν ἴδια τήν αἰτία πού ἡ ἁγία Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀρχές ἐπί τῶν ὁποίων εἶναι θεμελιωμένη καί ἄνευ τῶν ὁποίων δέν θά μποροῦσε νά εἶναι αὐτό πού εἶναι. Ὡς ἐκ τούτου, ἐκεῖνοι πού ἐξεγείρονται ἐναντίον τέτοιων ἀληθειῶν εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία, ὅ,τι εἶναι γιά μᾶς στήν καθημερινή ζωή ἐκεῖνοι πού κάνουν ἀπόπειρες κατά τῆς ζωῆς μας καί τῆς περιουσίας μας. Ληστές καί κλέπτες, στό κάτω-κάτω, πουθενά δέν ἐπιτρέπεται νά συνεχίζουν ἐλευθέρως καί νά  φεύγουν ἀτιμώρητοι. Καί ὅταν δένονται καί παραδίδονται στό νόμο καί τήν τιμωρία, κανείς δέν τό θεωρεῖ αὐτό ἀπάνθρωπο ἤ παραβίαση τῆς ἐλευθερίας. Ἀντιθέτως, οἱ ἄνθρωποι βλέπουν στό ἴδιο αὐτό πρᾶγμα ἐξ ἴσου μία πράξη ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, καί διαφύλαξη τῆς ἐλευθερίας - ἀναφορικῶς πρός ὅλα τά μέλη τῆς κοινωνίας. Ἐάν ἔτσι κρίνετε ἐδῶ, παρομοίως νά κρίνετε σχετικῶς καί μέ τήν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί οἱ ψευδο-διδάσκαλοι, καθώς οἱ κλέπτες καί οἱ ληστές, λεηλατοῦν τήν περιουσία τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεοῦ, διαφθείροντας τά τέκνα της καί καταστρέφοντάς τα. Σφάλλει ἡ ἁγία Ἐκκλησία κρίνοντάς τους, δένοντάς τους, καί πετώντας τους ἔξω; Καί θά ἦταν πράγματι ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο, ἐάν αὐτή θά ἔβλεπε τίς ἐνέργειες τέτοιων ἀνθρώπων μέ ἀδιαφορία καί τούς ἄφηνε ἐν ἐλευθερίᾳ νά καταστρέψουν κάθε ἄλλον; Μία μητέρα θά ἐπέτρεπε σέ ἕνα φίδι ἐλευθέρως νά σκαρφαλώσει καί νά δαγκώσει τό παιδάκι της; Ποιός δέν κατανοεῖ τόν κίνδυνο; Ἐάν κάποια ἀνήθικα πρόσωπα ἦταν νά ἀποκτήσουν πρόσβαση στήν οἰκογένειά σας καί νά ἀρχίσουν νά ἐκπειράζουν τήν κόρη σας, ἤ τόν γυιό σας, θά μπορούσατε νά δεῖτε μέ ἀδιαφορία τίς πράξεις καί τούς λόγους τους; Φοβούμενοι μήπως ἀποκτήσετε τή φήμη ἀπανθρώπου καί «παλαιῶν ἀρχῶν», θά δένατε τά χέρια σας; Δέν θά σπρώχνατε ἕνα τέτοιο πρόσωπο ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί θά τήν κλείνατε πίσω του γιά πάντα; Θά ἔπρεπε νά δεῖτε τίς ἐνέργειες τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μέ τόν ἴδιο τρόπο. Βλέπει Αὐτή ὅτι ἐμφανίζονται ἄτομα μέ διεφθαρμένο νοῦ, καί διαφθείρουν ἄλλους – καί ἐξεγείρεται ἐναντίον τους, τούς ἀποδιώκει, καί φωνάζει σέ ὅλους ἐκείνους πού εἶναι δικοί Της: προσέξτε - ἔτσι καί ἔτσι, ἄνθρωποι τέτοιοι καί τέτοιοι θέλουν νά καταστρέψουν τίς ψυχές σας. Μή τούς ἀκούσετε· φύγετε ἀπό αὐτούς. Ἔτσι ἐκπληρώνει τό καθῆκον τῆς μητρικῆς ἀγάπης, καί συνεπῶς ἐνεργεῖ μέ ἀγάπη - ἤ, ὅπως τό λέτε - ἀνθρωπιστικῶς.

Καί στή σημερινή ἐποχή ἀπαραίτητα τά ἀναθέματα
Στό παρόν, ἔχουμε μία ἁλματώδη ἐξάπλωση μηδενιστῶν, πνευματιστῶν καί ἄλλων ἐπιζήμιων ἔξυπνων πού παρασύρονται ἀπό τούς ψευδο-διδασκάλους τῆς Δύσεως. Νομίζετε ἀληθῶς ὅτι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία θά τηροῦσε σιωπή καί δέν θά ὕψωνε τή φωνή Της γιά νά καταδικάσει καί νά τούς ἀναθεματίσει, ἐάν οἱ καταστροφικές διδασκαλίες τους ἦταν κάτι νέο; Μέ κανένα τρόπο. Θά συγκαλεῖτο κάποια Σύνοδος, καί στή Σύνοδο ὅλοι αὐτοί μαζί μέ τίς διδασκαλίες τους θά παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα, στό δέ τωρινό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας θά προσετίθετο ἕνα ἐπιπρόσθετο κεφάλαιο: «Στόν Φόϋερμπαχ, τόν Μποῦχνερ καί τόν Ρενάν, στούς πνευματιστές, καί ὅλους τούς ἀκολούθους τους – στούς μηδενιστές – “ἔστω ἀνάθεμα”». Ἀλλά δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη γιά τέτοια Σύνοδο καί δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐπίσης γιά τέτοια προσθήκη. Οἱ ψευδο-διδασκαλίες τους ἔχουν ἤδη ὅλες ἀναθεματισθεῖ ἐκ τῶν προτέρων σέ ἐκεῖνα τά σημεῖα ὅπου ἐκφέρεται ἀνάθεμα γιά ἐκείνους πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τήν πνευματικότητα καί ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τίς διδαχές πού ἀφοροῦν στήν Παναγία Τριάδα καί πού ἀφοροῦν στή Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν βλέπετε μέ πόση σοφία καί προνοητικότητα δρᾷ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὅταν μᾶς ὑποχρεώνει νά τελέσουμε τήν παροῦσα διακήρυξη καί νά τήν ἀκούσουμε; Καί ὅμως λένε: «Αὐτό εἶναι παρωχημένο». Ἀλλά εἶναι ἀκριβῶς τώρα πού εἶναι ἐπίκαιρο! Ἴσως πρό 100 ἐτῶν δέν ἦταν ἐπίκαιρο. Ἀντιθέτως, κάποιος πρέπει νά πεῖ σχετικῶς μέ τήν ἐποχή μας, ὅτι ἄν δέν ὑπῆρχε μέχρι τώρα Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, θά ἦταν ἀναγκαῖο νά εἰσαχθεῖ ἕνα καί νά τελεῖται ὄχι μόνον στίς κυριότερες πόλεις, ἀλλά σέ ὅλες τίς περιοχές καί σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες: ὥστε νά συναχθοῦν ὅλες οἱ διδασκαλίες τοῦ κακοῦ πού ἀντιτίθενται στόν Λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά καταστοῦν γνωστές σέ ὅλους, ὥστε ὅλοι νά μποροῦν νά γνωρίζουν τί εἶναι ἀναγκαῖο νά προσέχουν καί ποιοῦ εἴδους διδασκαλίες νά ἀποφεύγουν. Πολλοί ἔχουν διαφθαρεῖ στό νοῦ, ἀποκλειστικῶς καί μόνον λόγῳ ἀγνοίας, ἐνῷ μία δημόσια καταδίκη τῶν καταστροφικῶν διδασκαλιῶν θά τούς ἔσωζε ἀπό τήν ἀπώλεια.
Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία καθιστᾷ ἀκοικώνητους, ἐξορίζει ἀπό τίς τάξεις της (ὅταν λέγεται, «Ἀνάθεμα στόν τάδε καί τόν δεῖνα», αὐτό σημαίνει τό ἴδιο πρᾶγμα μέ τό «Ὁ τάδε καί ὁ δεῖνα, ἔξω ἀπό ἐδῶ!»), ἤ ἀναθεματίζει γιά τόν ἴδιο λόγο πού τό πράττει ὁποιαδήποτε κοινότητα. Καί εἶναι ὑποχρεωμένη νά τό κάνει γιά νά αὐτο-διατηρηθεῖ καί νά διατηρήσει τά τέκνα της ἀπό τήν καταστροφή. Γιά αὐτόν τόν λόγο,  δέν ὑπάρχει τίποτε ἀξιόμεμπτο ἤ ἀκατανόητο σχετικῶς μέ αὐτό τό παρόν Συνοδικόν. Ἐάν κάποιος φοβεῖται τήν ἐνέργεια τοῦ ἀναθέματος, ἄς ἀποφύγει τίς διδασκαλίες πού εἶναι ἡ αἰτία αὐτός νά τό ὑποστεῖ. Ἐάν κάποιος τό φοβεῖται γιά ἄλλους, ἄς τούς ἀποκαταστήσει στήν ὑγιῆ διδασκαλία. Ἀλλά ἄν ἔχεις ἤδη ἐγκαταλείψει τήν ὑγιῆ διδασκαλία, τότε τί δουλειά ἔχεις μέ τό τί γίνεται στήν Ἐκκλησία ἀπό αὐτούς πού δέν τήν ἔχουν ἐγκαταλείψει [τήν ὑγιῆ διδασκαλία] ; Καί μόνον ἀπό τό ἴδιο τό γεγονός ὅτι ἔχεις συλλάβει μία διαφορετική ἄποψη γιά τά πράγματα ἀπό ἐκείνη πού τηρεῖται στήν Ἐκκλησία, ἔχεις ἤδη διαχωρίσει τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι ἡ καταγραφή στούς βαπτισματικούς καταλόγους πού καθιστᾷ κάποιον μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τό πνεῦμα καί τό περιεχόμενο τῶν ἀπόψεών του. Εἴτε ἡ διδασκαλία σου καί τό ὄνομά σου προφέρονται σάν νά εἶναι ὑπό τό ἀνάθεμα εἴτε ὄχι, ἤδη ὑπόκεισαι σέ αὐτό, ὅταν οἱ ἀπόψεις σου ἀντιτίθενται σέ ἐκεῖνες τίς Ἐκκλησίας, καί ὅταν ἐπιμένεις σέ αὐτές. Εἶναι φοβερό τό ἀνάθεμα. Ἐγκατάλειψε τίς κακές σου ἀπόψεις. Ἀμήν.
Ἐπίσκοπος Θεοφάνης

Μετάφραση (ἑλληνική ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ):  Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Πρωτότυπο κείμενο (ρωσσικό): στό περιοδικό Pravoslavnaya Rus ( Ὀρθόδοξη Ρωσσία), #4, 1974

Οικουμενισμός - Συγκρητισμός Σχέδια διαβόλων Του Γέροντος Παΐσίου του Αγιορείτου


Οικουμενισμός, και κοινή αγορά, ένα κράτος μεγάλο, μια θρησκεία στα μέτρα τους. Αυτά είναι σχέδια διαβόλων. Οι Σιωνιστές ετοιμάζουν κάποιον για Μεσσία. Γι' αυτούς ο Μεσσίας είναι βασιλιάς, δηλαδή θα κυβερνήση εδώ στην γη. Οι Ιεχωβάδες και αυτοί αποβλέπουν σε έναν βασιλιά επίγειο. Θα παρουσιάσουν οι Σιωνιστές έναν, και οι Ιεχωβάδες θα τον δεχθούν. Θα πουν «αυτός είναι». Θα γίνη μεγάλη σύγχυση. Μέσα στην σύγχυση αυτή όλοι θα ζητούν έναν Μεσσία, για να τους σώση. Και τότε θα παρουσιάσουν κάποιον που θα πη: «Εγώ είμαι ο Ιμάμης, εγώ είμαι ο πέμπτος Βούδας, εγώ είμαι ο Χριστός που περιμένουν οι Χριστιανοί, εγώ είμαι αυτός που περιμένουν οι Ιεχωβάδες, εγώ είμαι ο Μεσσίας των Εβραίων». Πέντε «εγώ» θα έχη!... (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, τ. Β'- Πνευματική αφύπνιση, Ι. Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θες/νίκης 1999,σ.176)   

Όλα από ‘κει ξεκινούν  
Μου έκανε εντύπωση αυτό που μου είπε ένας επίσκοπος από το Πατριαρχείο. Του είχα πεί: « Μα τι κατάσταση είναι αυτή; Από την μια ο Οικουμενισμός, από την άλλη ο Σιωνισμός, ο σατανισμός!...Σε λίγο θα προσκυνούμε τον διάβολο με τα δυό κέρατα αντί για τον δικέφαλο αετό». «Σήμερα, μου λέει, δύσκολα βρίσκεις επισκόπους σαν τον επίσκοπο Καισαρείας Παΐσιο τον Β'». Ο Παΐσιος ο Β' τι έκανε; Πήγαινε στον Σουλτάνο για τα αιτήματά του με ένα σχοινί δεμένο στην μέση, αποφασισμένος δηλαδή να τον κρεμάσουν οι Τούρκοι. Σαν να έλεγε στον Σουλτάνο: «Μην ψάχνης σχοινί και χασομεράς ˙ άμα θέλης να με κρεμάσης, έτοιμο το έχω το σχοινί»...Βλέπετε πως τους έφερνε σβούρα; Κι αυτό, γιατί είχε αποφασίσει τον θάνατο. Αν δεν αποφασίση κανείς τον θάνατο, τίποτε δεν γίνεται. Όλα από ‘κεί ξεκινούν. (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, έ.ά., σ.230-232)  

Γίνεται ειρήνη με αμαρτωλό συνεταιρισμό;
  
Τα βιβλία των Μακκαβαίων να τα διαβάσετε όλα. Είναι πολύ δυνατά. Τι διαταγή είχε δώσει ο Βασιλιάς! Να καταπατήσουν οι ελέφαντες τους Ισραηλίτες! Πήγαν οι άλλοι, ετοίμασαν την τελετή, πότισαν πεντακόσιους ελέφαντες με δυνατό κρασί και λιβανωτό, για να τους εξαγριώσουν, και περίμεναν τον Βασιλιά να παρουσιασθή, για να αρχίσουν την τελετή. Αλλά ο βασιλιάς είχε ξεχάσει την διαταγή που έδωσε. Πηγαίνει ο ελεφαντάρχης να ειδοποιήση τον βασιλιά, γιατί δεν είχε παρουσιασθή ακόμη. «Βασιλιά, του λέει, σε περιμένουμε. Όλα τα έχουμε έτοιμα ˙ τους ελέφαντες, τους Ιουδαίους, οι προσκαλεσμένοι περιμένουν». «Ποιος σας είπε να κάνετε τέτοιο πράγμα;», του λέει! Φωνές, απειλές... Και αυτό δεν έγινε μια φορά αλλά τρείς (*). Μικρό πράγμα ήταν να ξεχάση ο βασιλιάς την εντολή που είχε δώσει ο ίδιος; Και όχι μόνον αυτό αλλά τελικά άλλαξε όλη την στάση του προς τους Ιουδαίους. Όλη η βάση εκεί είναι: Να μετανοήση ο κόσμος. -Γέροντα οι σύλλογοι ειρήνης που ιδρύονται από διάφορα κράτη βοηθούν για την ειρήνη στον κόσμο; -Εξαρτάται. Είναι και μερικοί που ξεκινούν με καλή διάθεση. Αλλά, όταν μαζεύωνται τι μάγοι, τι πυρολάτρες, τι Προτεστάντες, ένα σωρό - άκρη δεν βρίσκεις -, για να φέρουν την ειρήνη στον κόσμο, πώς να βοηθήσουν; Ο Θεός να με συγχωρέση, αυτά είμαι κουρελούδες του διαβόλου. Γίνεται ειρήνη με αμαρτωλό συνεταιρισμό; Πως μπορεί να έρθη η ειρήνη, όταν οι άνθρωποι δεν συμφιλιωθή με τον Θεό; Μόνον όταν συμφιλιωθή ο άνθρωπος με τον Θεό, έρχεται και η εσωτερική ειρήνη και η εξωτερική. Για να συμφιλιωθή όμως ο άνθρωπος με τον Θεό, πρέπει να έρθη σε συναίσθηση, να μετανοήση, να ζη σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, και τότε έρχεται η Χάρις και η ειρήνη του Θεού μέσα του, οπότε μπορεί να βοηθήση και για την ειρήνη γύρω του. (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, έ.ά.,   σ.   355-356)   

Διακοπή μνημοσύνου του πατριάρχου
  
Ιδιαιτέρως σεβόταν τον Οικουμενικό θρόνο. Αναγνώριζε την πανορθόδοξη αποστολή του και κατανοούσε την δύσκολη θέση που βρίσκεται. Προσευχόταν πολύ και τον υπερασπίστηκε δημόσια σε πολλές περιπτώσεις.  Από το Στόμιο είδαμε τον Γέροντα σφοδρό πολέμιο των αιρέσεων. Στα θέματα της πίστεως ήταν ακριβής και ασυγκατάβατος.  Είχε μεγάλη ορθόδοξη ευαισθησία, γι' αυτό δεν δεχόταν συμπροσευχές και κοινωνία με πρόσωπα μη ορθόδοξα. Τόνιζε: «Για να συμπροσευχηθούμε με κάποιον, πρέπει να συμφωνούμε στην πίστη». Διέκοπτε τις σχέσεις του ή απέφευγε να δη κληρικούς που συμμετείχαν σε κοινές προσευχές με ετεροδόξους. Τα «μυστήρια» των ετεροδόξων δεν τα αναγνώριζε και συμβούλευε οι προσερχόμενοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, να κατηχούνται καλά πριν βαπτισθούν.  Καταπολέμησε τον οικουμενισμό και μιλούσε για το μεγαλείο και την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας, την πληροφορία του αρυόμενος από την εν καρδία του θεία χάρι. Ο βίος του αποδείκνυε την υπεροχή της Ορθοδοξίας.  Για ένα διάστημα είχε διακόψει, μαζί με όλο σχεδόν το υπόλοιπο Άγιον Όρος, το μνημόσυνο του πατριάρχου Αθηναγόρα για τα επικίνδυνα ανοίγματά του προς τους Ρωμαιοκαθολικούς. Αλλά το έκανε με πόνο: «Κάνω προσευχή», είπε σε κάποιον, «για να κόβη ο Θεός μέρες από μένα και να τις δίνη στον πατριάρχη Αθηναγόρα, για να ολοκληρώση την μετάνοιά του».  Για τους Αντιχαλκηδονίους (μονοφυσίτες) είπε: «Αυτοί δεν λένε ότι δεν κατάλαβαν τους αγίους Πατέρες, αλλ' ότι οι άγιοι Πατέρες δεν τους κατάλαβαν. Δηλαδή σαν να έχουν αυτοί δίκαιο και τους παρεξηγήσανε».Χαρακτήρισε ως βλασφημία κατά των αγίων Πατέρων την προτεινόμενη κάθαρση των Λειτουργικών βιβλίων από τον χαρακτηρισμό του αιρετικού για τον Διόσκορο και Σεβήρο. Είπε: «Τόσοι άγιοι Πατέρες που είχαν θείο φωτισμό και ήταν σύγχρονοι δεν τους κατάλαβαν και τους παρεξήγησαν, και ερχόμαστε εμείς μετά από τόσους αιώνες να διορθώσουμε τους αγίους Πατέρες; Αλλά και το θαύμα της αγίας Ευφημίας δεν το υπολογίζουν; Και αυτή παρεξήγησε τον τόμο των αιρετικών;». Χωρίς να επιδιώκη να φαίνεται ομολογητής, με τον τρόπο του, αντιδρούσε, μιλούσε και έγραφε σε εκκλησιαστικά πρόσωπα. «Η Εκκλησία», έλεγε, «δεν είναι καράβι του κάθε επισκόπου να κάνει ότι θέλει». Οι αντιδράσεις του αυτές συνωδεύονταν από πολλή προσευχή και αγάπη για την Εκκλησία, αλλά και για τους παρεκτρεπομένους, και προϋπέθεταν απάθεια, διάκριση και άνωθεν φωτισμό. († Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ.690-691)   

Τα τρία πλοκάμια του διάβολου
  
Ο διάβολος έχει τρία πλοκάμια. Για τους φτωχούς τον κουμμουνισμό, για τους πιστούς τον οικουμενισμό και για τους πλουσίους την μασσωνία.
 († Μακαρίου Ιερομονάχου, Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι σοφίας και χάριτος,   Άγιον Όρος, σελ. 73)

Εκ του περιοδικού "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ" Αριθ. Φύλ. 634 Νοέμβριος 2005

Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου


Οι υπόδικοι νεκροί
-Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;
Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλα «φαϊντά γιόκ[1]», δηλαδή δεν οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαί­νει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλα­βαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συ­νέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συ- ναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.
Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρου­σία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.
- Γέροντα, πως είναι οι κολασμένοι;
- Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.
- Και οι Άγιοι και ο ληστής[2];
- Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών[3]», παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς[4] να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λά­βουν μετά την μέλλουσα Κρίση.
Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους[5]
- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύ­χονται;
- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρί­σκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοή­σουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μό­νοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περι­μένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.
Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τί να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέ­ρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλα­δή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Η ακόμη μπορεί να τους μετα­φέρη και σε «δωμάτιο» η σε «διαμέρισμα».
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προ­σευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνη­μόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τε­λική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνα­τότητα να βοηθηθούν.
Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διά­βολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσό­τερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προ­σευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι' αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγό­ρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνα­τότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπεί- ρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία»[6], λέει η Γρα­φή. Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουρα­μπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορ­τάζει, για να έχουν την ευλογία του.
- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
- Εμ, όταν μπαίνη καποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός -θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προ­σευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη[7] σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ο,τι δεν έκανε εκείνος, το κά­νουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
Έχω υπ' όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευ­ματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιά­σθηκε στον ύπνο μου. «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσης με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθή με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχό­μουν».
- Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι' αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;
- Άμα κάνης κομποσχοίνι γι' αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν άνάγκη οι καημέ­νοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι' αυτούς!
Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι' αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.
- Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.
- Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγ­μή. Πότε σε απασχολεί; Κάθε Σάββατο;
- Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;
- Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμη­μένοι.
- Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι' αυτούς βοηθιούνται από τις προσευ­χές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;
- Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν». Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθή στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα ολόκληρο γραμμένο με τα ονό­ματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.
Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους
Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγμα­τα και από τα ψυχικά πάθη, έκτος από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κε­κοιμημένοι γονείς μας, ο πάππους μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευ­ματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγι­ναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση. Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.
Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον πα­λαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.
Η παρρησία των δικαίων προς τον Θεό
- Γέροντα, στην προς Αρχαρίους Επιστολή σας γρά­φετε: «Παρόλο που καταλαβαίνουν οι αληθινοί μοναχοί ότι αυτό που απολαμβάνουν σ' αυτήν την ζωή είναι μέ­ρος της χαράς του Παραδείσου και ότι στον Παράδεισο θα είναι περισσότερη, εν τούτοις από πολλή αγάπη προς τον πλησίον τους θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να βοηθούν τους ανθρώπους με την προσευχή, να επεμβαίνη ο Θεός και να βοηθιέται ο κόσμος»[8].
- Γράψε: «Θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να συ­μπάσχουν με τους ανθρώπους και να τους βοηθούν με την προσευχή».
- Στην άλλη ζωή, Γέροντα, ένας σωστός μοναχός πάλι δεν θα βοηθάη με την προσευχή του τους ανθρώπους;
- Και στην άλλη ζωή θα βοηθάη με την προσευχή του, αλλά δεν θα υποφέρη, ενώ τώρα συμπάσχει δεν περνάει χαρούμενα εδώ, «με χαρούμενη την όψη και με βλέμμα λαμπερό»! Όσο όμως υποφέρει για τον πλη­σίον του, τόσο ανταμείβεται με θεία παρηγοριά, και αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο και η πληροφορία ότι βοηθιέται ο άλλος. Αύτη η παραδεισένια χαρά είναι η θεία ανταμοιβή για τον πόνο που νιώθει για τον αδελφό του.
- Δηλαδή, Γέροντα, οι Άγιοι που επικαλούμαστε να μας βοηθήσουν δεν συμπάσχουν μαζί μας;
- Εκεί δεν έχει πόνο, βρε παιδάκι μου! Στον Παρά­δεισο υποφέρουν; «Ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός»[9] δεν λέει;
Ύστερα οι Άγιοι έχουν υπ όψιν τους την θεία ανταμοιβή που θα λάβουν όσοι άνθρωποι βασανί­ζονται σ' αυτήν την ζωή και αυτό τους κάνει να χαίρωνται. Μα και ο Ίδιος ο Θεός που έχει τόση αγάπη, τόση ευσπλαχνία, πως αντέχει αυτόν τον μεγάλο πόνο των ανθρώπων; Αντέχει, γιατί έχει υπ' όψιν Του την θεία ανταμοιβή που τους περιμένει. Όσο δηλαδή βα­σανίζονται εδώ οι άνθρωποι, τόσο τους αποταμιεύει εκεί ουράνιο μισθό. Ενώ εμείς αυτά δεν τα βλέπουμε και συμπάσχουμε με όσους υποφέρουν. Γι' αυτό, όταν κάποιος τα βλέπη λίγο αυτά και έχη υπ' όψιν του την ανταμοιβή που θα λάβουν, δεν υποφέρει τόσο πολύ.
- Όταν, Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να βοηθήση κάποιον κεκοιμημένο που δεν έχει ανάγκη, πάει χα­μένη αυτή η προσευχή;
- Πως να πάη χαμένη; Όταν λέμε «ανάπαυσον τον τάδε» και αυτός είναι σε καλή θέση στην άλλη ζωή, δεν παρεξηγείται ίσα- ίσα συγκινείται. «Για δες, λέει, εγώ είμαι σε καλή θέση και εκείνοι αγωνιούν», οπότε φιλοτιμείται και μας βοηθάει πιο πολύ, πρεσβεύοντας στον Θεό για μας. Άλλα που να ξέρης σε τι κατάσταση βρίσκεται ο άλλος; Φυσιολογικά κάνεις ευχή πρώτα γι' αυτούς που γνωρίζεις ότι με την ζωή τους λύπησαν τον Θεό και εύχεσαι και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις και ύστερα εύχεσαι και για όλους τους κεκοιμημένους.
Η μέλλουσα Κρίση
- Γέροντα, πως εξαγνίζεται η ψυχή;
- Όταν ο άνθρωπος εργασθή τις εντολές του Θεού, κάνη δουλειά στον εαυτό του και καθαρισθή από τα πάθη, τότε ο νους φωτίζεται, φθάνει σε ύψος θεωρίας, και η ψυχή λαμπρύνεται και γίνεται όπως ήταν πρίν από την πτώση των Πρωτοπλάστων. Σε τέτοια κατάσταση θα βρίσκεται μετά την ανάσταση των νεκρών. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να δη την ανάσταση της ψυχής του πριν από την κοινή ανάσταση, αν καθαρισθή τελείως από τα πάθη. Το σώμα του τότε θα είναι αγγελικό, άυλο, και δεν θα νοιάζεται για τροφή υλική.
- Γέροντα, πως θα γίνη η μέλλουσα Κρίση;
- Στην μέλλουσα Κρίση θα αποκαλυφθή σε μια στι­γμή η κατάσταση του κάθε ανθρώπου και μόνος του καθένας θα τραβήξη για 'κει που είναι. Καθένας θα βλέπη[10] σαν σε τηλεόραση τα δικά του χάλια και την πνευματική κατάσταση του άλλου. Θα καθρεφτίζη τον εαυτό του στον άλλον και θα σκύβη το κεφάλι και θα πηγαίνη στην θέση του. Δεν θα μπορή λ.χ. να πη μια νύφη που καθόταν μπροστά στην πεθερά της σταυρο- πόδι και η πεθερά της με σπασμένο πόδι φρόντιζε το εγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις την πεθερά μου στον Παράδεισο κι εμένα δεν με βάζεις;», επειδή θα έρχεται μπροστά της εκείνη η σκηνή. Θα θυμάται την πεθερά της που στεκόταν όρθια με σπασμένο πόδι και φρόντιζε το εγγονάκι της και δεν θα έχη μούτρα να πάη στον Παράδεισο, αλλά ούτε και θα χωράη στον Παρά­δεισο. Ή οι μοναχοί θα βλέπουν τι δυσκολίες, τι δο­κιμασίες είχαν οι κοσμικοί και πως τις αντιμετώπισαν και, αν δεν έχουν ζήσει σωστά, θα σκύψουν το κεφάλι και θα τραβήξουν μόνοι τους για εκεί που θα είναι.
Θα δουν εκεί οι μοναχές, που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, ηρωίδες μάνες, που ούτε υποσχέσεις έδωσαν, ούτε τις ευλογίες και τις ευκαιρίες τις δικές τους είχαν, πως αγωνίσθηκαν και σε τι κατάσταση πνευματική έφθασαν, και εκείνες, καλόγριες, με τι μικροπρέπειες ασχολούνταν και βασανίζονταν, και θα ντρέπονται! Έτσι μου λέει ο λογισμός ότι θα γίνη η Κρίση. Δεν θα πη δηλαδή ο Χριστός: «έλα εδώ εσύ, τι έκανες;» η «εσύ θα πας στην κόλαση, εσύ στον Παράδεισο», αλλά ο καθένας θα συγκρίνη τον εαυτό του με τον άλλον και θα τραβήξη για εκεί που θα είναι[11].

Η μέλλουσα ζωή
- Γέροντα, έφερα γλυκά να κεράσετε.
- Δες πως χαίρονται! Στην άλλη ζωή θα λέμε: «Με τι χαζά χαιρόμασταν! Τι μας συγκινούσαν τότε!». Ενώ τώρα σκιρτάει η καρδιά γι' αυτά.
- Γέροντα, πως θα το καταλάβουμε αυτό από τώρα;
- Άμα το καταλάβετε αυτό από τώρα, δεν θα το πήτε μεθαύριο στην άλλη ζωή. Πάντως, όσοι βρίσκονται εκεί επάνω, καλά περνούν. Ξέρεις τι εργόχειρο κάνουν εκεί στον Ουρανό; Συνέχεια δοξολογούν τον Θεό.
- Γέροντα, γιατί το σώμα Του νεκρού λέγεται «λεί­ψανο»;
- Γιατί είναι ό,τι μένει εδώ στην γη από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο. Ο κυρίως άνθρωπος, που είναι η ψυχή, φεύγει στον Ουρανό. Στην μέλλουσα Κρίση θα αναστήση ο Θεός και το σώμα, για να κριθή με αυτό ο άνθρωπος, γιατί με αυτό έζησε και αμάρτησε. Στην άλλη ζωή όλοι θα έχουν το ίδιο σώμα - πνευματικό σώμα-, το ίδιο ανάστημα, και οι κοντοί και οι ψη­λοί, την ίδια ηλικία, και οι νέοι και οι γέροι και τα μωρά, αφού η ψυχή είναι ίδια. Θα υπάρχη δηλαδή μια αγγελική ηλικία.
- Γέροντα, στην άλλη ζωή όσοι θα είναι στην Κόλα­ση θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στον Παράδεισο;
- Κοίταξε, όπως αυτοί που είναι την νύχτα έξω στο σκοτάδι βλέπουν όσους είναι μέσα σε ένα δωμάτιο φωτισμένο, έτσι και όσοι θα βρίσκονται στην κόλα­ση θα βλέπουν όσους θα είναι στον Παράδεισο. Και αυτό θα είναι μεγαλύτερη κόλαση. Όπως πάλι όσοι την νύχτα είναι στο φως, δεν βλέπουν αυτούς που είναι έξω στο σκοτάδι, έτσι και αυτοί που θα βρίσκονται στον Παράδεισο δεν θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στην κόλαση. Γιατί, αν έβλεπαν τους κολασμένους, θα πονούσαν, θα θλίβονταν για την ταλαιπωρία τους, και δεν θα απολάμβαναν τον Παράδεισο, αλλά εκεί «ουκ εστί πόνος...»[12]. Και όχι μόνο δεν θα τους βλέπουν, αλλά ούτε θα θυμούνται αν είχαν αδελφό η πατέρα η μητέρα, αν δεν είναι και εκείνοι στον Παράδεισο. «Εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού»[13]λέει ο Ψαλμωδός. Γιατί, άμα τους θυμούνται, πως θα είναι Παράδεισος; Αύτος μάλιστα που θα είναι στον Παράδεισο, θα νομίζουν ότι δεν θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, ούτε θα θυμούνται τις αμαρτίες που είχαν κάνει. Γιατί, αν θυμούνται τις αμαρτίες τους, δεν θα αντέχουν από φιλότιμο στην σκέψη ότι λύπησαν τον Θεό.
Η ποσότητα πάλι της χαράς του καθενός στον Παρά­δεισο θα είναι διαφορετική. Άλλος θα έχη μια δαχτυλήθρα χαρά, άλλος ένα ποτήρι, άλλος μια ολόκληρη δεξα­μενή. Όλοι όμως θα αισθάνονται πλήρεις και κανένας δεν θα ξέρη το μέγεθος της χαράς, της αγαλλιάσεως, του άλλου. Τα κανόνισε έτσι ο Καλός Θεός, γιατί, αν γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος έχει περισσότερη χαρά, δεν θα ήταν τότε Παράδεισος, επειδή θα υπήρχε το «γιατί εκείνος να έχη περισσότερη χαρά και εγώ λιγότερη; ». Δηλαδή καθένας θα βλέπη στον Παράδεισο την δόξα του Θεού ανάλογα με την καθαρότητα των οφθαλμών της ψυχής του. Η ορατότητα όμως δεν θα καθορισθή από τον Θεό, άλλα θα εξαρτηθή από την δική του κα­θαρότητα.
- Γέροντα, μερικοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλα­ση και Παράδεισος.
- Δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παρά­δεισος; Πως είναι δυνατόν οι νεκροί να μείνουν στην ανυπαρξία, αφού είναι ψυχές; Ο Θεός είναι αθάνατος και ο άνθρωπος είναι κατά χάριν αθάνατος. Επομένως αθάνατος θα είναι και στην κόλαση. Ύστερα τον Πα­ράδεισο και την κόλαση τα ζη η ψυχή μας σε έναν βαθμό και από αυτήν την ζωή, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Όταν κάποιος έχη τύψεις συνειδήσεως και νιώθη φόβο, ταραχή, άγχος, απελπισία, η είναι κυριευμένος από μίσος, από φθόνο κ.λπ., τότε ζη την κόλαση. Ενώ, όταν μέσα του υπάρχη αγάπη, χαρά, ειρήνη, πραότητα, καλοσύνη κ.λπ., τότε ζη τον Παρά­δεισο. Όλη η βάση είναι η ψυχή, γιατί αυτή είναι που αισθάνεται και την χαρά και τον πόνο. Να, πήγαινε σε έναν πεθαμένο και πες του τα πιο ευχάριστα πράγμα­τα, λ.χ. «ήρθε ο αδελφός σου από την Αμερική» κ.λπ., δεν θα καταλάβη τίποτε. Αν Του σπάσης τα χέρια, τα πόδια, πάλι δεν θα καταλάβη. Επομένως η ψυχή είναι που αισθάνεται. Αυτά όλα δεν τους προβληματίζουν; Η, ας υποθέσουμε, βλέπεις ένα ωραίο, ένα ευχάριστο όνειρο, χαίρεσαι, χτυπάει γλυκά η καρδιά σου και, δεν θέλεις να τελείωση. Ξυπνάς και στενοχωριέσαι, γιατί ξύπνησες. Η βλέπεις ένα άσχημο όνειρο, ότι έπεσες λ.χ. και έσπασες τα πόδια σου, και υποφέρεις, κλαις. Από την αγωνία σου ξυπνάς με δάκρυα στα μάτια, βλέπεις ότι δεν έπαθες τίποτε και λες: «Ευτυχώς όνειρο ήταν!». Δηλαδή συμμετέχει η ψυχή. Από ένα άσχημο όνειρο υποφέρει κανείς περισσότερο από ό,τι στην πραγμα­τικότητα, όπως και ο άρρωστος υποφέρει πιο πολύ την νύχτα απ' ό,τι την ημέρα. Έτσι και όταν πεθάνη ο άνθρωπος, αν πάη στην κόλαση, θα είναι πιο οδυνηρό. Σκεφθήτε να ζη κανείς ένα αιώνιο εφιαλτικό όνειρο και να βασανίζεται αιώνια! 'Εδώ δεν μπορείς να αντέξης για λίγα λεπτά ένα άσχημο όνειρο, άντε τώρα αιώνια -Θεός φυλάξοι- να είσαι μέσα στην θλίψη. Γι' αυτό κα­λύτερα να μην πάμε στην κόλαση. 'Εσείς τι λέτε;
- Τόσον καιρό, Γέροντα, κάνουμε αγώνα να μην πάμε στην κόλαση λέτε, εκεί να καταλήξουμε;
- Αν δεν έχουμε μυαλό, εκεί θα πάμε. Εγώ εύχομαι η όλοι στον Παράδεισο η κανένας στην κόλαση... Κα­λά δεν λέω; Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξη, όχι μόνον άνθρωπος, αλλά ούτε πουλί να μην πάη στην κόλαση.
Ο Καλός Θεός ας μας δώση καλή μετάνοια, για να μας βρη ο θάνατος σε καλή πνευματική κατάσταση και, να απόκατασταθούμε στην Ουράνια Βασιλεία Του. Αμήν.
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου
Η μετά θάνατον ζωή
Λόγοι
Δ'
Οικογενειακή ζωή
Από έντυπο που διανέμεται από την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σοχού Θεσσαλονίκης
[1] Έκφραση της τουρκικής γλωςσας που σημαινει «δεν υπάρχει οφελος, δεν υπάρχει χαΐρι».
[2] Λουκ. 23, 32-33 και 39-43
[3] Ματθ. 3,2 και 4, 17· βλ. και Ματθ. 10, 7· Μάρκ. 1,15-
[4] Με το «εμάς» ο Γέροντας εννοεί την σύνολη ανθρωπότητα.
[5] Ο Άγιος Νεκτάριος στο έργο του «Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής κει περί των ιερών μνημοσύνων», εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσ­σαλονίκη 1973, σ.202, γράφει ως συμπέρασμα των όσων ανέπτυξε βά­σει των σχετικών μαρτυριών των Αγίων Πατέρων:«Εξ όλων δη τούτων δήλον γίνεται, ότι η ψνχή μετά θάνατον αδυνατεί να κάμη τι έργον σωτηριώδες και να απαλλαγή των τον Άδου αλύτων δεσμών, και οτι μόνον αι θείαι λειτουργίαι, αι προσευχαί των οικείων, των δικαίων, αι υπέρ αυτών γινόμενοι και αι ελεημοσύναι γίνονται πρόξενοι σωτηρίας κει ελευθερίας από των δεσμών του Άδου».17 Α. Κορ. 15.42
[7] Πρβλ. Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Περί των εν πίστει κεκοιμημένων, όπως αι περί αυτών γινόμεναι λειτουργίαι και ευποιίαι τούτους ονίνησιν, PG 95, 248.
[8] Γέροντος Παϊσίου Άγιορείτου, Επιστολές, Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», εκδ. 6η, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2002, σ. 49.
[9] Βλ. Ευχολόγιον το Μεγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, σ. 411.
[10] Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: «Μη γαρ οίεσθω τις, οτι ουκ άναγνωρισμος εκάστου προς έκαστον επί τής φοβέρας εκείνης συναγωγής γενήσεται. Ναι, όντως έκαστος άναγνωριεί τον πλησί­ον αυτού, ου τω του σώματος σχήματι, αλλά τω διορατικώ της ψυχής όμματι». PG 95, 276Α.
[11] Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει: «Και απλώς πας άνθρωπος αμαρτωλός εν τη φοβερά ημέρα της κρίσεως απεναντίας αυτού εις την αιωνίαν ζωήν και εις το ανεκλάλητον εκείνο φως όψεται τον όμοιον αυτού και κριθήσεται παρ' αυτου», Περί μετανοίας, Λογος Ε', Sources Chretiennes 96, 434.
[12] Βλ. Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, σ. 411.
[13] Ψαλμ. 145, 4. 

Μελαγχολία, θλίψη, άγχος


Το σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τους συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τους νιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για την σωτηρία τους, να ξεχνάμε τους εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι’ αυτούς, όπως ο Χριστός για μας. Μέσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό. Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι. Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς· να μπούν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία. Και μ’ αυτή την επιθυμία πρέπει να φύγει κανείς απ’ τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι η στην έρημο.

Μέσα στην Εκκλησία, που έχει τα μυστήρια που σώζουν, δεν υπάρχει απελπισία. Μπορεί να είμαστε πολύ αμαρτωλοί. Εξομολογούμαστε, όμως μας διαβάζει ο παπάς κι έτσι συγχωρούμαστε και προχωρούμε προς την αθανασία, χωρίς καθόλου άγχος, χωρίς καθόλου φόβο.

Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» (Λουκ. 17,21). Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένο μές στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.

Όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για τα λάθη των εκπροσώπων της, με σκοπό δήθεν να βοηθήσουν για την διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία. Ούτε, βέβαια τον Χριστό. Τότε αγαπάμε την Εκκλησία, όταν με την προσευχή μας αγκαλιάζουμε κάθε μέλος της και κάνομε ό,τι κάνει ο Χριστός. Θυσιαζόμαστε, αγρυπνούμε, κάνομε το παν, όπως εκείνος, ο οποίος «τις λοιδορίες δεν τις ανταπέδιδε, και όταν έπασχε δεν απειλούσε» (Α΄ Πετρ. 2,23).

Να προσέχουμε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία.

Για πολλούς, όμως, η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μια αγωνία κι ένα άγχος. Γι’ αυτό πολλούς απ’ τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Και πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν την ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστεια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό κακού πνεύματος (δηλ. δαιμονικής ενέργειας). Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είμαι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι», και μόλις βγούνε έξω, αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στο μέσον δαιμόνιο.

Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως, προϋπόθεση, για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια, είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νού του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος την αλήθεια.

Στις αιρέσεις πάνε όλοι οι μπερδεμένοι. Μπερδεμένα παιδιά μπερδεμένων γονέων.

Πολλές φορές ούτε ο κόπος, ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι σταυροί προσελκύουν τη χάρη. Υπάρχουν μυστικά. Το ουσιαστικότερο είναι να φύγεις απ’ τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη.

Όταν δεν ζείς με τον Χριστό, ζείς μές στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια. δεν ζείς σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δύο-τρία παξιμάδια». Κι όμως, αν ζείς σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ’ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στην λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.

Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό.. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλια, η γκρίνια, μέχρι κι ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σε απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν την βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.

Όταν αγαπάς τον Χριστό, παρόλες τις αδυναμίες και τη συναίσθηση που έχεις γι’ αυτές έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες τον θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού.

Τον Χριστό να τον αισθανόμαστε σαν φίλο μας. Είναι φίλος μας. Το βεβαιώνει ο ίδιος, όταν λέει: «Εσείς είστε φίλοι μου…» (Ιω. 15,14). Σαν φίλο να τον ατενίζομε και να τον πλησιάζομε. Πέφτομε; Αμαρτάνομε; Με οικειότητα, με αγάπη κι εμπιστοσύνη να τρέχομε κοντά του· όχι με φόβο ότι θα μας τιμωρήσει αλλά με θάρρος, που θα μας το δίδει η αίσθηση του φίλου. Να του πούμε: «Κύριε, το έκανα, έπεσα, συγχώρεσέ με». Αλλά συγχρόνως να αισθανόμαστε ότι μας αγαπάει, ότι μας δέχεται τρυφερά, με αγάπη και μας συγχωρεί. Να μη μας χωρίζει απ’ τον Χριστό η αμαρτία. Όταν πιστεύουμε ότι μας αγαπάει και τον αγαπάμε, δεν θα αισθανόμαστε ξένοι και χωρισμένοι απ’ Αυτόν, ούτε όταν αμαρτάνουμε. Έχουμε εξασφαλίσει την αγάπη Του κι όπως και να φερθούμε, ξέρομε ότι μας αγαπάει.

Το Ευαγγέλιο, βέβαια, λέει με συμβολικές λέξεις για τον άδικο ότι θα βρεθεί εκεί, όπου υπάρχει «ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων», διότι μακράν του Θεού έτσι είναι. Και από τους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας πολλοί ομιλούν για φόβο θανάτου και κολάσεως. Λένε: «Έχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αυτές οι λέξεις, αν τις εξετάσομε βαθιά, δημιουργούν τον φόβο της κολάσεως. Ο άνθρωπος προσπαθώντας ν’ αποφύγει την αμαρτία, κάνει αυτές τις σκέψεις, για να κυριευθεί η ψυχή του απ’ το φόβο του θανάτου, της κολάσεως και του διαβόλου.

Όλα έχουν τη σημασία τους, το χρόνο και την περίστασή τους. Η έννοια του φόβου είναι καλή για τα πρώτα στάδια. Είναι για τους αρχάριους, γι’ αυτούς που ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο αρχάριος, που δεν έχει ακόμη λεπτυνθεί, συγκρατείται απ’ το κακό με το φόβο. Και ο φόβος είναι απαραίτητος, εφόσον είμαστε υλικοί και χαμερπείς. Αλλ’ αυτό είναι ένα στάδιο, ένας χαμηλός βαθμός σχέσεως με το θείον. Το πάμε στη συναλλαγή, προκειμένου να κερδίσομε τον Παράδεισο η να γλιτώσομε την κόλαση. Αυτό, αν το καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ιδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Εμένα δε μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει και μπεί στην αγάπη του Θεού, τι του χρειάζεται ο φόβος; Ό,τι κάνει, το κάνει από αγάπη κι έχει πολύ μεγαλύτερη αξία αυτό. Το να γίνει καλός κάποιος από φόβο στον Θεό κι όχι από αγάπη δεν έχει τόση αξία.

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του.

Κανείς να μη σάς βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ’ αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σάς έχω πεί για τ’ αηδονάκι; Μές στο δάσος κελαϊδάει. Στη σιγή. Να πεί πως κάποιος τ’ ακούει, πως κάποιος το επαινεί; Πόσο ωραίο κελάηδημα στην ερημιά! Έχετε δεί πως φουσκώνει ο λάρυγγάς του; Έτσι γίνεται και μ’ αυτόν που ερωτεύεται τον Χριστό. Άμα αγαπάει, «φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα». Πιάνει μια σπηλιά, ένα λαγκάδι και ζει τον Θεό μυστικά, «στεναγμοίς αλαλήτοις».

Περιφρονήστε τα πάθη, μην ασχολείσθε με τον διάβολο. Στραφείτε στον Χριστό.

Η θεία χάρις μας διδάσκει το δικό μας χρέος. Για να την προσελκύσουμε, θέλει αγάπη, λαχτάρα. Η χάρις του Θεού θέλει θείο έρωτα. Η αγάπη αρκεί, για να μας φέρει σε κατάλληλη «φόρμα» για προσευχή. Μόνος Του θα έλθει ο Χριστός και θα εγκύψει στην ψυχή μας, αρκεί να βρει ορισμένα πραγματάκια που να Τον ευχαριστούν· αγαθή προαίρεση, ταπείνωση και αγάπη. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»

Ο παραμικρός γογγυσμός κατά του πλησίον επηρεάζει την ψυχή σας και δεν μπορείτε να προσευχηθείτε. Το Πνεύμα το Άγιον, όταν βρίσκει έτσι την ψυχή, δεν τολμάει να πλησιάσει.

Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα.

Όταν ο Θεός δεν μας δίδει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα «μυστικά» Του.

Αν δεν κάνετε υπακοή (σε ιερέα-πνευματικό) και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή (δηλ. το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) δεν έρχεται και υπάρχει και φόβος πλάνης.

Να μην γίνεται η ευχή (το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) αγγαρεία. Η πίεση μπορεί να φέρει μία αντίδραση μέσα μας, να κάνει κακό. Έχουν αρρωστήσει πολλοί με την ευχή, γιατί την έκαναν με πίεση. Και γίνεται, βέβαια, κι όταν το κάνεις αγγαρεία· αλλά δεν είναι υγιές.

Δεν είναι ανάγκη να συγκεντρωθείτε ιδιαίτερα για να πείτε την ευχή. Δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια όταν έχεις θείο έρωτα. Όπου βρίσκεσθε, σε σκαμνί, σε καρέκλα, σε αυτοκίνητο, παντού, στον δρόμο, στο σχολείο, στο γραφείο, στη δουλειά μπορείτε να λέτε την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», απαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.

Σημασία στην προσευχή έχει όχι η χρονική διάρκεια αλλά η ένταση. Να προσεύχεσθε έστω και πέντε λεπτά, αλλά δοσμένα στο Θεό με αγάπη και λαχτάρα. Μπορεί ένας μία ολόκληρη νύχτα να προσεύχεται κι αυτή η προσευχή των πέντε λεπτών να είναι ανώτερη. Μυστήριο είναι αυτό βέβαια, αλλά έτσι είναι.

Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ…». Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αυπνία· να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς η όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ…» κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.

Όλα είναι μέσα μας, και τα ένστικτα και τα πάντα, και ζητούν ικανοποίηση. Αν δεν τα ικανοποιήσομε, κάποτε θα εκδικηθούν, εκτός και τα διοχετεύσομε αλλού, στο ανώτερο, στον Θεό.

Δεν γίνεσθε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό. Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σάς σώσει. Αντί να στέκεσθε έξω από την πόρτα και να διώχνετε τον εχθρό, περιφρονήστε τον. Έρχεται από δώ το κακό; Δοθείτε μά τρόπο απαλό από εκεί. Δηλαδή έρχεται να σάς προσβάλει το κακό, δώστε εσείς την εσωτερική σας δύναμη στο καλό, στον Χριστό. Παρακαλέστε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ξέρει εκείνος πως να σάς ελεήσει, με τι τρόπο. Κι όταν γεμίζετε απ’ το καλό, δεν στρέφεσθε πια προς το κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, με τη χάρη του Θεού, καλοί. Που να βρει τόπο τότε το κακό; Εξαφανίζεται!

Σάς πιάνει φοβία κι απογοήτευση; Στραφείτε στον Χριστό. Αγαπήστε τον απλά, ταπεινά, χωρίς απαίτηση και θα σάς απαλλάξει ο Ίδιος.

Να μη διαλέγετε αρνητικούς τρόπους για τη διόρθωσή σας. Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μία μικρή πείρα σ’ αυτά. Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.

Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σάς βουτάει και σάς καθηλώνει και σάς βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος. Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα. Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε η και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δείς τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.

Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσομε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.

Αυτό είναι η Εκκλησία μας, αυτή είναι η χαρά μας, αυτό είναι το παν για μας. Και ο άνθρωπος σήμερα αυτό ζητάει. Και παίρνει τα δηλητήρια και τα ναρκωτικά, για να έλθει σε κόσμους χαράς. αλλά ψεύτικης χαράς. Κάτι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και αύριο είναι τσακισμένος. Το ένα τον τρίβει, τον τρώει, τον τσακίζει, τον ψήνει. Ενώ το άλλο, δηλαδή το δόσιμο στον Χριστό, τον ζωογονεί, του δίνει χαρά, τον κάνει να χαίρεται τη ζωή, να νιώθει δύναμη, μεγαλείο.

Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν’ αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σάς πονάει το στήθος.

Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.

Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σάς καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.

Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.

Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.

Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δεί την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.

Ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και, όσο κι αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του. Δεν χάνει την ισορροπία του. Το αντίθετο συμβάνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητος. Στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο, όμως, αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται.

Όταν ο άνθρωπος ζει χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς εμπιστοσύνη, αλλά με άγχος, αγωνία, κατάθλιψη, απελπισία, αποκτάει ασθένειες σωματικές και ψυχικές. Η ψυχασθένεια, η νευρασθένεια, ο διχασμός είναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο είναι επίσης και η ταπεινολογία. Το λένε αίσθημα κατωτερότητος. Η αληθινή ταπείνωση δεν μιλάει, δεν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «είμαι αμαρτωλός, ανάξιος, ελάχιστος πάντων…». Φοβάται ο ταπεινός μήπως με τις ταπεινολογίες πέσει στην κενοδοξία. Η χάρις του Θεού δεν πλησιάζει εδώ. Αντίθετα, η χάρις του Θεού βρίσκεται εκεί όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, η θεία ταπείνωση, η τέλεια εμπιστοσύνη στον Θεό. Η εξάρτηση από Εκείνον.

Ο κενόδοξος την ψυχή του την αποξενώνει απ’ την αιώνια ζωή. Τελικά ο εγωισμός είναι σκέτη κουταμάρα! Η κενοδοξία μας κάνει κούφιους. Όταν κάνομε κάτι για να επιδειχθούμε, καταντούμε άδειοι ψυχικά. Ό,τι κάνομε, να το κάνομε για να ευχαριστήσομε τον Θεό· ανιδιοτελώς, χωρίς κενοδοξία, χωρίς υπηρηφάνεια, χωρίς εγωισμό, χωρίς, χωρίς…

Δεν πρέπει η ψυχή μας ν’ αντιστέκεται και να λέει, «γιατί το έκανε αυτό ο Θεός, γιατί το άλλο αλλιώς, δεν μπορούσε να το κάνει διαφορετικά;». Όλ’ αυτά δείχνουν μία εσωτερική μικροψυχία και αντίδραση. Δείχνουν την μεγάλα ιδέα που έχομε για τον εαυτό μας, την υπερηφάνειά μας και τον μεγάλο εγωισμό μας. Αυτά τα «γιατί» πολύ βασανίζουν τον άνθρωπο, δημιουργούν αυτό που λέει ο κόσμος «κόμπλεξ». παραδείγματος χάριν, «γιατί να είμαι πολύ ψηλός» η – το αντίθετο – «πολύ κοντός;». Αυτό δεν φεύγει από μέσα. Και προσεύχεται κανείς και αγρυπνεί, αλλά γίνεται το αντίθετο. Και υποφέρει και αγανακτεί χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ με τον Χριστό, με την χάρη φεύγουν όλα. Υπάρχει αυτό το «κάτι» στο βάθος, δηλαδή το «γιατί», αλλ’ η χάρις του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο κι ενώ η ρίζα είναι το κόμπλεξ, εκεί πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιά με ωραία τριαντάφυλλα κι όσο ποτίζεται με την πίστη, με την αγάπη, με την υπομονή, με την ταπείνωση, τόσο παύει να έχει δύναμη το κακό και παύει να υπάρχει· δηλαδή δεν εξαφανίζεται, αλλά μαραίνεται. Όσο δεν ποτίζεται η τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται και αμέσως ξεπετάγεται αγκάθι.

Εκπειράζουμε τον Θεό, όταν ζητούμε κάτι από Εκείνον, αλλά η ζωή μας είναι μακράν του Θεού. Τον εκπειράζομε, όταν ζητούμε κάτι, αλλά η ζωή μας δεν είναι σύμφωνη με το θέλημά Του-πράγματα, δηλαδή, ενάντια στον Θεό. άγχος, αγωνία, απ’ το ένα μέρος, κι απ’ το άλλο παρακαλούμε.

Μπορεί να σου πεί ο πνευματικός: «Πως θα ήθελα να ήμασταν σε ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου από την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου· όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν την ζωή σου».

Πολλές φορές έχω μεταχειρισθεί αυτή τη γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ’ αυτό. Την ώρα που λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει από όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές· διότι, την ώρα που τα λες ο εξομολόγος εύχεται θερμά για την απαλλαγή σου.

Ας μη γυρίζουμε πίσω στις αμαρτίες που έχουμε εξομολογηθεί. Η ανάμνηση των αμαρτιών κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ο Θεός όλα τα συγχωρεί με την εξομολόγηση. Κι εγώ σκέπτομαι ότι αμαρτάνω. Δεν βαδίζω καλά. Ό,τι όμως με στενοχωρεί, το κάνω προσευχή, δεν το κλείνω μέσα μου, πάω στο πνευματικό, το εξομολογούμαι, τελείωσε! Να μη γυρίζομε πίσω και να λέμε τι δεν κάναμε. Σημασία έχει τι θα κάνομε τώρα, απ’ αυτή τη στιγμή και έπειτα.

Η απελπισία και η απογοήτευση είναι το χειρότερο πράγμα. Είναι παγίδα του σατανά, για να κάνει τον άνθρωπο να χάσει την προθυμία του στα πνευματικά και να τον φέρει σε απελπισία.

Όλες σχεδόν οι αρρώστιες προέρχονται από έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό και αυτό δημιουργεί άγχος. Το άγχος το δημιουργεί η κατάργηση του θρησκευτικού αισθήματος. Αν δεν έχετε έρωτα για τον Χριστό, αν δεν ασχολείσθε με άγια πράγματα, σίγουρα θα γεμίσετε με μελαγχολία και κακό.

Ένα πράγμα που μπορεί να βοηθήσει τον καταθλιπτικό είναι και η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή. Ο κήπος, τα φυτά, τα λουλούδια, τα δέντρα, η εξοχή, ο περίπατος στην ύπαιθρο, η πορεία, όλ’ αυτά βγάζουν τον άνθρωπο απ’ την αδράνεια και του δημιουργούν άλλα ενδιαφέροντα. Επιδρούν σαν φάρμακα. Η ασχολία με την τέχνη, τη μουσική κ.λπ. κάνει πολύ καλό. Σ’ εκείνο, όμως, που δίδω τη μεγαλύτερη σημασία είναι το ενδιαφέρον για την Εκκλησία, για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, για τις ακολουθίες. Μελετώντας τα λόγια του Θεού, θεραπεύεται κανείς χωρίς να το καταλάβει.

Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά και εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή η άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά να μπαίνετε, στο βάθος, στην ψυχή της. Ίσως να είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να εκλύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα. Σκεφθείτε να γνωρίσει αυτή τον Χριστό. Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα τη στρέψει στον Χριστό. Θα κάνει το παν, για να ελκύσει τη χάρη του Θεού. Θα γίνει αγία.

Πολλές φορές με την αγωνία μας και τους φόβους μας και την άσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρίς να το θέλομε και χωρίς να το καταλαβαίνομε, κάνομε κακό στον άλλον, έστω κι αν τον αγαπάμε πάρα πολύ, όπως, για παραδείγματος χάριν, η μάνα το παιδί της. Η μάνα μεταδίδει στο παιδί όλο το άγχος της για τη ζωή του, για την υγεία του, για την πρόοδό του, έστω κι αν δεν του μιλάει, έστω κι αν δεν εκδηλώνει αυτό που έχει μέσα της. Αυτή η αγάπη, η φυσική αγάπη, μπορεί κάποτε να βλάψει. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την αγάπη του Χριστού, που συνδυάζεται με την προσευχή και με την αγιότητα του βίου. Η αγάπη αυτή κάνει άγιο τον άνθρωπο, τον ειρηνεύει, διότι αγάπη είναι ο Θεός.



Βίος και Λόγοι, έκδ. Ιεράς Μονή Χρυσοπηγής Χανίων.
2003 
Γέρων Πορφύριος


Η νοερά προσευχή και οι εν τω κόσμω πιστοί


Γέροντος Ιωσήφ Βατοπεδινού
Πάντα γεννάται το ερώτημα: Δύνανται αυτοί που ζουν στον κόσμο να ασχολούνται με την νοερά προσευχή; Προς τους ερωτώντας αποκρινόμεθα καταφατικά: Ναι. Για να γίνη καταληπτή η προτροπή μας προς τους ενδιαφερομένους, αλλά και η υπόδειξη στους μη γνωρίζοντας, εξηγούμεν συντόμως περί τούτου του θέματος, ώστε να μην προβληματίζωνται εκ της διαφορετικής ίσως ερμηνείας και προσδιορισμού της «νοεράς προσευχής».
Γενικά, η προσευχή είναι η μόνη υποχρεωτική και απαραίτητη εργασία και αρετή για όλη την λογική φύση, αισθητή και νοούμενη, ανθρωπίνη και αγγελική και γι' αυτό προσταζόμεθα στην αδιάλειπτό της εργασία.
Η προσευχή δεν χωρίζεται δογματικώς σε τύπους και τρόπους, αλλά, κατά τους Πατέρας μας, κάθε τύπος και τρόπος προσευχής είναι ωφέλιμος, αρκεί να μην είναι τίποτε διαβολική πλάνη και επήρεια. Ο σκοπός της παναρέτου αυτής εργασίας είναι να στρέφη και να κρατά τον νου του ανθρώπου στον Θεό. Γι' αυτόν λοιπόν τον σκοπό οι Πατέρες μας επενόησαν ευκολώτερους τρόπους και απλούστευσαν την προσευχή, ώστε ο νους ευκολώτερα και σταθερώτερα να στρέφεται και παραμένη στον Θεό. Στας λοιπάς αρετάς μεσολαβούν και άλλα μέλη και αισθήσεις του ανθρώπου, ενώ στην μακάρια προσευχή ο νους μόνος εξ ολοκλήρου ενεργεί· επομένως, χρειάζεται πολλή προσπάθεια στην προτροπή και συγκράτησή του, για να γίνη η προσευχή καρποφόρος και δεκτή. Οι αγιώτατοι Πατέρες μας, που αγάπησαν εξ ολοκλήρου τον Θεό, είχαν ως κυριωτέρα των σπουδή να ενωθούν και να παραμένουν συνεχώς μαζί Του· ως εκ τούτου, έστρεφαν όλη τους την προσπάθεια στην προσευχή, ως το αποτελεσματικώτερον μέσο.
Για τους λοιπούς τρόπους προσευχής, ως γνωστούς και συνήθεις σχεδόν σε όλους τους χριστιανούς, δεν θα πούμε τώρα, παρά μόνο διά την λεγομένη «νοεράν προσευχή», που συνεχώς ερωτώμεθα. Είναι ένα θέμα που σήμερα απασχολεί το ευλαβές πλήρωμα των πιστών, επειδή τούτο σχεδόν αγνοείται και πολλές φορές παρερμηνεύεται και περιγράφεται μάλλον φανταστικώς. Τον ακριβή τρόπο της εφαρμογής, ως και τα αποτελέσματα αυτής της θεοποιού αρετής, από της καθάρσεως έως αυτού του αγιασμού, όπου αυτή οδηγεί, θα αφήσωμε τους Πατέρες να μας πουν. Μόνο τόσα θα αναφέρουμε εμείς οι ευτελείς, όσα είναι ικανά να διασαφήσουν και να πείσουν τους αδελφούς μας που ζουν στον κόσμο, πώς πρέπει να ασχοληθούν με αυτήν.
Την ονόμασαν οι Πατέρες νοεράν, διότι γίνεται με τον νουν, αλλά και νήψη την ονομάζουν, που σχεδόν σημαίνει πάλι το ίδιο. Τον νουν οι Πατέρες μας τον προσδιορίζουν ως ένα ελεύθερο και περίεργο ον, που δεν ανέχεται περιορισμούς και ούτε για πολύ πείθεται σε κάτι που δεν μπορεί μόνος του να το συλλάβη. Γι' αυτό, πρώτον, εδιάλεξαν μόνο λίγες λέξεις σε μίαν απλούστατη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», ώστε να μην χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια του νου να συγκρατή παρατεταμένη ευχή· δεύτερον, εγύρισαν τον νου εσωτερικά, στο κέντρο του λογικού είναι μας, όπου παραμένοντας ακίνητος με το νόημα της θείας επικλήσεως, του γλυκύτατου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού, να αισθανθή το συντομώτερο δυνατόν την θείαν παρηγορίαν. Αδύνατον, κατά τους Πατέρες, επικαλούμενος συνεχώς ο πανάγαθος Δεσπότης μας να μην εισακούση, Αυτός που τόσον επιθυμεί την σωτηρίαν των ανθρώπων.
Επειδή όμως η κατά φύσιν αρετή που επιδιώκεται να επιτευχθή χρειάζεται και τα συντελούντα μέσα, έτσι και η ιερά αυτή εργασία χρειάζεται τα απαραίτητα σχεδόν στοιχεία. Η κάποια ησυχία, η αμεριμνησία, η αποφυγή της γνώσεως και διηγήσεως των συμβαινόντων, το κατά τους Πατέρας «δούναι και λαβείν», η εγκράτεια γενικώς και η εκ τούτων γενική σιωπή. Έπειτα, η επίμονος συνέχεια και συνήθεια δεν νομίζω να είναι ακατόρθωτα στους ευλαβείς ενδιαφερομένους για την ιερωτάτην αυτήν εργασία. Μια καλή συνήθεια σε ένα χρονικό διάστημα του ημε¬ρονυκτίου, πάντοτε περίπου το ίδιο, θα είναι μια καλή αρχή.
Τονίσαμε ασφαλώς την επιμονή σαν το πλέον απαραίτητο στοιχείο στην προσευχή, δικαίως δε τονίζεται και υπό του θείου Παύλου, τη προσευχή προσκαρτερείτε. Ιδιαιτέρως από τας λοιπάς αρετάς, η προσευχή χρειάζεται προσπάθεια σε όλη μας την ζωή και γι' αυτό επαναλαμβάνω στους προσπαθούντας να μην βαρύνωνται, ούτε να νομίζουν την ανάγκη της καρτερίας ως αποτυχία στην νηπτικήν αυτήν εργασία.
Στην αρχή είναι απαραίτητο να λέγεται ψιθυριστά η ευχή ή και δυνατώτερα, όταν συναντάται βία και αντίδραση εσωτερική. Όταν κατορθωθή αυτή η καλή συνήθεια, ώστε με ευκολία να κρατάται και λέγεται η ευχή, τότε μπορούμε να στραφούμε και εσωτερικώς με τελείαν εξωτερική σιωπή. Στο βιβλιαράκι «Περιπέτειες ενός Προσκυνητού», στο πρώτο του μέρος δίδεται ένα καλό παράδειγμα για την εισαγωγή στην ευχή. Η καλή λοιπόν επιμονή και προσπάθεια, πάντοτε με τα ίδια λόγια της ευχής, χωρίς να μεταλλάσσωνται συχνά, θα γεννήση την καλή συνήθεια και αυτή θα φέρη το κράτημα του νου, οπότε και η παρουσία της Χάριτος θα φανερωθή.
Όπως κάθε αρετή αντιστοιχεί σε ένα αποτέλεσμα, έτσι και η προσευχή έχει ως αποτέλεσμα την κάθαρση του νου και τον φωτισμό και φθάνει το άκρον και τέλειον αγαθόν, την ένωση μετά του Θεού, αυτήν ταύτην δηλαδή την θέωση. Πλην όμως λέγουν οι Πατέρες και τούτο, ότι απόκειται στον άνθρωπο να ζητάη και να προσπαθή να μπη στον δρόμο που άγει προς την πόλη και, αν τυχόν δεν έφθασε στο τέρμα, γιατί δεν πρόφθασε για πολλούς λόγους, ο Θεός τον συγκαταλέγει στους τερματίσαντας. Και για να γίνω πιο σαφής, ιδίως στο θέμα προσευχής, λέγω πως πρέπει όλοι μας οι χριστιανοί να αγωνιζώμεθα στην ευχήν, ιδίως σ' αυτή την λεγομένη μονολόγιστη η νοερά προσευχή- και όπου φθάση κανείς, πολύ κέρδος έχει.
Παρούσης της ευχής δεν παραδίδεται ο άνθρωπος στον αναμένοντα πειρασμό, διότι η παρουσία της είναι νήψη και η ουσία της είναι προσευχή· επομένως ο αγρυπνών και προσευχόμενος ου μη εισέρχεται εις πειρασμόν. Ύστερα, δεν παραδίδεται σε σκοτισμόν ο άνθρωπος, ώστε να παραλογίση και σφάλλη στην κρίση και απόφαση του. Μετά, δεν πίπτει σε ραθυμία και αμέλεια που είναι η βάση πολλών κακών. Και πάλιν, δεν νικάται από πάθη και αδυναμίες όπου είναι αδύνατος και ιδίως όταν τα αίτια παρευρίσκωνται κοντά. Απεναντίας, αυξάνει ο ζήλος και η ευλάβειά του. Γίνεται πρόθυμος για αγαθοεργία. Πραΰνεται και αμνησικακεί. Αυξάνει δε από ημέρας σε ημέραν την προς τον Χριστόν πίστη και αγάπη του και αυτό τον ερεθίζει προς όλες τις αρετές. Έχομε πάρα πολλά παραδείγματα συγχρόνων ανθρώπων, και ιδίως νέων, που με την καλή συνήθεια της ευχής εσώθησαν από τρομερούς κινδύνους ή πτώσεις σε μεγάλα κακά ή και από θανατηφόρα συμπτώματα.
Επομένως η ευχή είναι καθήκον κάθε πιστού, κάθε ηλικίας και γένους και καταστάσεως, ασχέτως χώρου και χρόνου και τρόπου. Με την ευχή ενεργοποιείται η θεία Χάρις και δίδει λύσεις σε προβλήματα και πειρασμούς που απασχολούν τους πιστούς, ώστε, κατά την Γραφή, πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται.
Δεν υπάρχει κίνδυνος πλάνης, όπως διαδίδεται από μερικούς αδαείς, αρκεί μόνο να λέγεται η ευχή με τρόπον απλό και ταπεινό. Είναι πολύ απαραίτητο, όταν λέγεται η ευχή, να μην παριστάνεται στον νου καμμιά εικόνα, ούτε του Δεσπότου μας Χριστού υπό οιανδήποτε μορφήν, ούτε της Κυρίας Θεοτόκου ή κάποιου άλλου προσώπου ή παραστάσεως. Η εικόνα είναι ο τρόπος του σκορπισμού του νου. Πάλιν διά μέσου της εικόνος γίνεται η είσοδος των λογισμών και της πλάνης. Ο νους να μένη στην έννοια των λόγων της ευχής και με πολλή ταπείνωση να εκδέχεται ο άνθρωπος το θείον έλεος. Οι τυχόν φαντασίες ή φώτα ή κινήσεις και κρότοι και θόρυβοι είναι απαράδεκτα, ως διαβολικά τεχνάσματα προς παρεμπόδιση ή παραπλάνηση. Ο τρόπος της παρουσίας της Χάριτος στους εισαγωγικούς είναι χαρά πνευματική ή δάκρυα ήρεμα και χαροποιά ή ήρεμος φόβος εκ της μνήμης των αμαρτιών προς αύξησιν του πένθους και του κλαυθμού. Προοδευτικά η Χάρις γίνεται αίσθηση της αγάπης του Χριστού, οπότε εξαφανίζεται τελείως ο μετεωρισμός του νου και θερμαίνεται η καρδία στην αγάπη του Θεού τόσον, ώστε νομίζει ότι άλλο δεν θα αντέξη. Άλλοτε πάλι σκέπτεται και θέλει να μείνη για πάντα όπως ακριβώς ευρίσκεται και να μην ζητά τίποτε άλλο να ιδή ή να ακούση. Όλα αυτά και διάφορες άλλες μορφές αντιλήψεως και παρηγοριάς είναι εισαγωγικά σε όσους προσπαθούν να λέγουν και κρατάνε την ευχή, όσον από αυτούς εξαρτάται και δύνανται. Έως αυτού του σημείου, που είναι τόσον απλό, νομίζω ότι κάθε ψυχή που εβαπτίσθη και πολιτεύεται ορθόδοξα μπορεί να το εφαρμόση και να ευρίσκεται στην πνευματική αυτή ευφροσύνη και χαρά, έχοντας ταυτοχρόνως και την θεία σκέπη και βοήθεια σε όλες τις πράξεις και ενέργειες της.
Επαναλαμβάνω και πάλι την παρακίνησή μου σε όσους αγαπούν τον Θεό και την σωτηρία τους να μην βραδύνουν να δοκιμάσουν την καλήν αυτήν εργασία και συνήθεια για την Χάριν και ελεημοσύνη που παρέχει σε όσους λίγο κοπιάσουν στην εργασίαν αυτή. Και τούτο τους λέγω για θάρρος, να μην διστάσουν ή μικροψυχήσουν με την λίγη αντίδραση ή κόπωση που θα συναντήσουν. Σύγχρονοι Γέροντες που γνωρίσαμε είχαν στον κόσμο πολλούς μαθητές, άνδρες και γυναίκες, εγγάμους και μη, που όχι μόνο στην εισαγωγική κατάσταση έφθασαν, αλλά και περισσότερον ανέβησαν με την Χάριν και ευσπλαχνία του Χριστού μας, ότι κούφον εν οφθαλμοίς Κυρίου του πλουτίσαι πένητα. Δεν υπάρχει, νομίζω, στον σημερινό κυκεώνα της τόσης ταραχής και αρνήσεως και απιστίας, απλούστερο και ευκολώτερο και από όλους σχεδόν κατορθωτό πνευματικό επιτήδευμα με τόση πολλαπλήν ωφέλεια και προκοπή, από την μικρήν αυτήν ευχήν. Επιβάλλεται και καθήμενος κανείς και κινούμενος και εργαζόμενος και, αν είναι ανάγκη και στο στρώμα να είναι και γενικά, όπου και όπως ευρίσκεται, μπορεί να λέγη την μικρή αυτή ευχή που περιέχει μέσα της και την πίστη και την ομολογία και την επίκληση και την ελπίδα. Με τόσο δε μικρό κόπο και ασήμαντη προσπάθεια συμπληρώνει στην εντέλεια την καθολικήν εντολήν αδιαλείπτως προσεύχεστε. Σε όποιον λόγο των Πατέρων μας και αν στραφή κανείς, ή ακόμα και στους θαυμαστούς βίους των δεν θα συνάντηση σχεδόν καμμίαν άλλην αρετή τόσο πολύ να εξυμνήται και με ζήλο και επιμονή να εφαρμόζεται, ώστε να αποτελή αυτή μόνη το ισχυρότερο μέσον της εν Χριστώ επιτυχίας. Δεν είναι ο σκοπός μας να εκθειάσωμεν ή να περιγράψωμεν αυτή την βασίλισσα των αρετών, διότι ό,τι και αν πούμεν εμείς, μάλλον θα την μειώσωμεν. Ο σκοπός μας είναι να παρακινήσωμεν και ενθαρρύνωμε κάθε πιστό στην εργασία της και καθένας μετά θα διδαχθή εκ της πείρας του ό,τι εμείς πολύ ελάχιστα είπαμε.
Δράμετε οι απορούντες, οι απεγνωσμένοι, οι θλιμμένοι, οι αγνοούντες, οι ολιγόπιστοι και ποικιλοτρόπως δοκιμαζόμενοι στην παρηγορίαν και λύσιν των προβλημάτων σας. Ο γλυκύς μας Ιησούς Χριστός, η Ζωή μας, μας αναγγέλλει ότι «χωρίς Αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν». Ιδού λοιπόν όπου, επικαλούμενοι Αυτόν συνεχώς, ουδέποτε μένομε μόνοι και επομένως «πάντα ισχύομεν και θα ισχύσωμεν δι' Αυτού». Ιδού το ορθόν νόημα και η εφαρμογή του σημαντικού ρήματος της Γραφής: «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με». Εμείς όχι μόνον «εν ημέρα θλίψεως», αλλά συνεχώς να επικαλούμεθα το πανάγιόν Του όνομα, για να φωτίζεται ο νους μας, ώστε να μην εισερχώμεθα σε πειρασμούς. Εάν δε κάποιος θέλη και υψηλότερα να βάδιση, όπου η παναγία Χάρις θα τον ελκύση, από την εισαγωγή αυτή θα διαβή και «λαληθήσεται» σ' αυτόν και περί Εκείνου, όταν φθάση έως εκεί.
Ως επίλογο των γραφέντων επαναλαμβάνομε την παρακίνηση ή μάλλον την ενθάρρυνση μας προς πάντας τους πιστούς, ότι δύνανται και επιβάλλεται να ασχολούνται με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», την λεγομένη «νοεράν προσευχήν», με βεβαίαν πίστη, ότι πολύ θα ωφεληθούν, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν φθάσουν. Η μνήμη του θανάτου και το ταπεινόν φρόνημα, με άλλα βοηθητικά όπου προείπαμεν, εγγυώνται την επιτυχία χάριτι Χριστού, του οποίου η επίκληση θα είναι ο στόχος της αγαθής απασχολήσεως. Αμήν.

Περιοδικό Αγιορείτικη μαρτυρία 
Τριμηνιαία έκδοσις ιεράς μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 8-9
ΙΟΥΝΙΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1990