Σάββατο 1 Μαρτίου 2014


«Πιστεύω στον Θεό καλύτερα από τον καθένα, αλλά στην Εκκλησία δεν πηγαίνω. Μα πώς να πάω, αφού εκείνοι που πηγαίνουν, κληρικοί και λαϊκοί, δεν είναι καλύτεροι μου;»
Θ’ απαντήσω πρόθυμα και με πολλή αγάπη στον αδελφό, που μου υπέβαλε αυτή την ερώτηση αν και φοβάμαι ότι είναι πάρα πολλοί οι ισχυριζόμενοι τα ίδια, αλλά και λυπούμαι διότι δεν θα συμφωνήσω με τους ισχυρισμούς αυτούς.
Και πρώτα-πρώτα η φράση «πιστεύω καλύτερα από τον καθένα» είναι λόγος «μέγας σφόδρα». Δεν πρέπει να την λέει κανείς για τον εαυτόν του εύκολα. Αλλά και εάν αυτό το ευχάριστο όντως συμβαίνει, τότε αποτελεί πρόσθετο λόγο, για να μην απέχει κανείς από την Εκκλησία.
Στην Ορθοδοξία ζούμε και λατρεύουμε το Θεό όχι ατομικά, αλλά εκκλησιαστικά. «Συν πάσι τοις αγίοις». Γι’ αυτό και όσο πιό πολύ αγαπά κανείς το Θεό, τόσο και περισσότερο αγαπά να εκκλησιάζεται και να μετέχει στις λατρευτικές συνάξεις. Δεν υπάρχει άγιος που να μην λαχταρούσε για τον Οίκο του Θεού. Ο Δαυίδ, καίτοι βασιλεύς, έλιωνε κυριολεκτικά από τον ιερό πόθο: «ως αγαπητά τα σκηνώματα σου Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» έλεγε (Ψαλμ. 83). Ο δε Κύριος Ιησούς Χριστός, ως άνθρωπος, δεν παρέλειπε ποτέ να παρευρίσκεται στην δημόσια λατρεία του Ισραήλ το ίδιο και οι Απόστολοι, εφαρμόζοντες ρητή εντολή του Θεού «Εν Εκκλησίας ευλογείτε τον Θεόν».
Είναι γεγονός ότι η πίστη, η ευλάβεια και ο πόθος του Θεού δεν κρύβονται, αλλά διά της εξωτερικής λατρείας φανερώνονται και ενισχύονται. Η πίστη η χριστιανική δεν είναι μια ιδέα, που την έχει κανείς καταχωνιασμένη μέσα του, αλλά μια ζωή, που σφύζει και ενεργοποιεί τον όλον άνθρωπο. Δεν έχουμε πιστές ιδέες, αλλά πιστούς ανθρώπους, που βιώνουν την πίστη τους μαζί με τους άλλους. Άλλωστε σε καιρό ελευθερίας γιατί να είναι κανείς κρυπτοχριστιανός 
Ο Αγ. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος ερωτά: «Συ πίστιν έχεις; δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου (Ιάκ. Β’ 18). Και εμείς λέμε: «δείξον μοι την πίστιν σου εκ… του εκκλησιασμού σου». Διότι εμείς οι Ορθόδοξοι όταν συνερχώμεθα «εν εκκλησίαις» ομολογούμε και διακηρύττουμε ακριβώς αυτή την πίστη μας, που μας σώζει. Συνειδητοποιούμε συγκλονιστικά το γεγονός ότι εμείς αποτελούμε την Εκκλησία, δηλ. το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού και βιώνουμε την μυστική, αλλά πραγματική ένωσή μας μ’ Εκείνον. Αυτός δεν είπε: «ου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»; (Ματθ. ΙΗ’ 20).
Οι πιστοί, μετέχοντες στην Θ. Λειτουργία της Εκκλησίας δεν είναι πλέον μόνοι και διασπασμένοι, αλλά ενωμένοι οργανικά σ’ ένα σώμα. Κι αυτή η ενότητα είναι η μεγάλη δύναμη της Εκκλησίας, έναντι όλων των δυνάμεων του σκότους. «Σπουδάζετε ουν πυκνότερον συνέρχεσθαι εις ευχαριστίαν Θεού και δόξαν. Όταν γάρ πυκνώς επί το αυτό γίνεσθε καθαιρούνται αι δυνάμεις του Σατανά και λύεται ο όλεθρος αυτού…» (Αγ. Ιγνάτιος)
Στην ευχαριστιακή σύναξη (Θ. Λειτουργία) όλοι μαζί «εν ενί στόματι και μια καρδία» δοξάζουμε και ευχαριστούμε τον Ευεργέτη μας Θεό, πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού, προγευόμεθα εσχατολογικά τον ερχομό Του (Α’ Κορ. ΙΑ’ 26) και την μέλλουσα βασιλεία Του, τρώγοντες και πίνοντες από το Κοινό Ποτήριο, το σώμα και το αίμα Του. «Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθώς ο Χριστός ανακλίνεται στους άρτους της προθέσεως, καθώς διδάσκει μέσα από τις σελίδες του Ευαγγελίου, καθώς σταυρώνεται πάνω στην αγία Τράπεζα και ανασταίνεται μέσα στο δισκοπότηρο, μπαίνουμε στο χρόνο του Θεού και η ψυχή μας αναγαλλιάζει, διότι νοιώθει να χορταίνει αιωνιότητα».
Στην Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου παρακαλούμε: «ημάς δε πάντας τους εκ του ενός άρτου και του ποτηριού μετέχοντας ενώσαις αλλήλοις εις ενός Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν». Κατά τον Εκκλησιασμό των Χριστιανών πραγματοποιούνται αισθητά και οι μεγάλες υποσχέσεις του Χριστού προς τους πιστούς ότι εισακούει καλύτερα τις προσευχές τους (Ματθ. ΙΗ’ 19) και ότι αυτός μας αναπαύει από τον κόπο και μόχθο της ζωής (Ματθ, ΙΑ’ 28).
«Καμιά Κυριακή δεν μπορεί να’ ναι συννεφιασμένη εφ’ όσον αρχίζει με την Θεία Λειτουργία». (Ν. Πεντζίκης).
Οι Εκκλησίες είναι τα λιμάνια του Θεού μέσα στον φουρτουνιασμένο κόσμο μας. Ωραιότατη είναι η παρομοίωση του Αγ. Χρυσοστόμου «καθάπερ λιμένας εν πελάγει, ούτω τας Εκκλησίας έπηξεν ο Θεός, ίνα από της ζάλης των βιοτικών θορύβων ενταύθα καταφεύγοντες, γαλήνης μεγίστης απολαύωμεν».
Ας έλθουμε όμως και στο δεύτερο ισχυρισμό πολλών, ότι αυτοί που εκκλησιάζονται δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους. Και αυτός ο ισχυρισμός δεν δικαιολογεί την αποχή μας από την Εκκλησία, για τους εξής λόγους: α) Εμείς δεν γνωρίζουμε, αλλ’ ο Θεός, ποιοί είναι οι πραγματικά καλοί και ποιοί οι πραγματικά κακοί. Εμείς στην κρίσι μας συνήθως σφάλλουμε. Δεν πρέπει λοιπόν να κρίνουμε, β) Ρωτάται: εάν ήσαν καλύτεροι οι εκκλησιαζόμενοι δεν θα υπήρχε πρόβλημα; Μήπως θα βρίσκαμε τότε άλλη πρόφαση; γ) Η αξία της Εκκλησίας δεν έγκειται στο ποιόν αυτών που συμμετέχουν στις συνάξεις -κληρικών και λαϊκών- αλλά στις δυνατότητες που παρέχει να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος και χρησιμοποιώντας τις ευκαιρίες αυτές να υποστεί την «καλήν αλλοίωσιν». Αλλά φαίνεται πως τις δυνατότητες αυτές δεν τις χρησιμοποιούν όλοι. δ) Η Εκκλησία στην ανθρώπινη πλευρά της έχει και μέλη που νοσούν. Αυτά όμως τα μέλη δεν τα αποβάλλει, εξ αγάπης, έως ότου θεραπευθούν. Γι’ αυτό όλοι έχουμε τη θέση μας στην Εκκλησία, επειδή όλοι νοσούμε, ε) Λες ότι αυτοί που συχνάζουν στην Εκκλησία δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους. Σκέψου όμως πόσο χειρότεροι θα ήταν αν είχαν διακόψει κάθε δεσμό με την Εκκλησία;
Ο κατά Κυριακή ή εορτή εκκλησιασμός μας, δίνει μία άλλη διάσταση στη ζωή. Μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνον παραγωγικές μηχανές, μόνον ύλη, αλλά έχουμε μία άλλη καταγωγή και ένα θείο προορισμό. Μας καταξιώνει σαν ανθρώπους και σαν Χριστιανούς. Σπάει τη ρουτίνα της εβδομάδος και δίνει στη ζωή γιορτινό χρώμα. «Όταν ο άνθρωπος δεν έχει εορτές, η ψυχή του δεν εξαγιάζεται και η ζωή του καταντάει μία τόσο γκριζωπή καθημερινότητα, που σου έρχεται να ουρλιάζεις» (π. Α. Ντούτκο)
Σε μια εποχή που απειλούν να μας αφανίσουν τα παντός είδους «ραδιενεργά νέφη» δεν μας συμφέρει ν’ αποκοπτώμεθα από τον «ομφάλιο λώρο» της υπάρξεώς μας, που είναι η Μάννα μας Εκκλησία.

 (Αρχ. Α. Καραματζάνη, “Οι Πατέρες και τα προβλήματα της ζωής μας”, εκδ. Ι. Μ. Αγ. Αθανασίου Κολινδρού, 1988)

Είχαν περάσει ήδη δύο μήνες που είχε μάθει για την αρρώστια του παιδιού της. Είχε πέσει από τα σύννεφα. Όλα τα περίμενε, αυτό όμως ποτέ. Να πεθάνει η ίδια, ναι. Άλλωστε μεγάλη ήταν ήδη σε ηλικία, τη ζωή της την είχε ζήση. Αλλά να μάθει πως πεθαίνει ο γιός της, όχι. Αυτό δεν το περίμενε και φυσικά δεν το ήθελε. Στην αρχή αντέδρασε ψύχραιμα. Όσο ψύχραιμα δηλαδή μπορούσε να αντιδράσει. Περίμενε να επιβεβαιωθούν οι εξετάσεις και με τη καρδιά σφιγμένη άρχισε να ρωτάει ξανά και ξανά. Πώς και γιατί και τι μελί γενέσθαι. Θεραπεία δεν υπήρχε, το ήξερε καλά αυτό. Αλλά θα μπορούσε να ζήσει και πόσο ακόμα; Και πώς; Και πόσο επικίνδυνος ήταν για το περιβάλλον του; Και πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό για κείνον; Περνώντας οι μέρες, όλο και δε μπορούσε να το χωνέψει. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Και αν το μάθουν οι συγγενείς, τι θα πουν; Και πρώτα από όλους ο άντρας της. Σίγουρα θα τον σκότωνε τον Παναγιώτη. Όχι πως δεν τον αγαπούσε. Αλλά τέτοια αρρώστια ήταν μεγάλο στίγμα για να το αντέξει και κείνη και αυτός. Στην αρχή συμβούλεψε τον Παναγιώτη να μη πει τίποτα σε κανέναν. Όσες φορές έμενε μόνη μαζί του, αποφεύγοντας πάντα να τον πλησιάσει και να τον αγγίξει, άρχισε να του φωνάζει και να του επιτίθεται. Κάθε μέρα όλο και πιο έντονα. Ζητούσε άγρια να ρίξει την ευθύνη σε κάποιον. Να βρει έναν φταίχτη. Ένα αίτιο. Κάτι τέλος πάντων να ξεσπάσει. Μέρα με τη μέρα τα όνειρα που είχε για τον μοναχογιό της, το έβλεπε καλά πια, είχαν καταρρεύσει. Και μαζί κατέρρεε και η ίδια.
Έτσι όταν ο Παναγιώτης αποφάσισε να κάνει αυτό το ταξίδι, ζητώντας ένα θαύμα, το επικρότησε. Τουλάχιστον θα σταματούσε να τον βλέπει για λίγες μέρες. Ίσως να γυρνούσε και υγιής κιόλας. Όπως και να χε χρειαζόταν και η ίδια ηρεμία. Και πόσο πια θα κρυβόταν από τον άντρα της; Σάμπως είχε και άλλα κουράγια να παριστάνει τον καραγκιόζη;
Ήταν Μεγάλη Πέμπτη μεσημέρι πριν φύγει. Του ευχήθηκε καλό ταξίδι και καλό Πάσχα και του ζήτησε να την πάρει τηλέφωνο σαν φτάσει. Έμεινε μόνη και το σπίτι της φάνηκε περισσότερο άδειο από κάθε φορά. Που να βρει αποκούμπι; Πού να στραφεί; Μηχανικά άναψε τσιγάρο. Τα μάτια της βούρκωσαν για άλλη μια φορά. Όλες τις προηγούμενες μέρες η διαίσθηση της είχε χτυπήσει κόκκινο. Τον έβλεπε ήδη να έχει αδυνατίσει καθώς είχε σταματήσει να τρώει. Το ήξερε, το ένιωθε, πως σύντομα θα τον έβλεπε πεθαμένο. Πεθαμένος στα 30. Όχι! Δε μπορεί να της συμβαίνει αυτό. Ήθελε να τον δει να κάνει παιδιά και να χαρεί κανακεύοντας τα εγγόνια της, όπως τον κανάκευε όταν ήταν μικρός. Και τουλάχιστον αν ήταν να πεθάνει, ας πέθαινε ξαφνικά και γρήγορα. Πιο εύκολο θα ήταν έτσι παρά να τον βλέπει να σβήνει σιγά-σιγά. Και τι θα έλεγε σε όλο το κόσμο; Πώς θα έκρυβε τέτοια αρρώστια;
Ένιωθε να σκάει. Έσβησε το τσιγάρο της βιαστικά, πέταξε μια ζακέτα πάνω της και βγήκε στο δρόμο. Σύντομα τα βήματα της την οδήγησαν στην εκκλησία της γειτονιάς. Είχε χρόνια να μπει σε εκκλησία. Πίστευε αλλά δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ. Ίσως από φόβο, ίσως από αμέλεια. Έφτασε στο εικόνισμα της Παναγίας, έκανε το σταυρό της προσκύνησε και έκατσε παράμερα. Έμεινε να κοιτάζει το εικόνισμα με ένα βλέμμα παραπονεμένο. Και τότε ξέσπασε σε κλάματα. Ένα κλάμα ασταμάτητο, βαρύ μα και συνάμα λυτρωτικό. Έκλαψε πολύ ώρα. Ζήτησε συγνώμη για τις δικές της αμαρτίες και ζήτησε τη βοήθεια της χάρης Της για τη σωτηρία του παιδιού της. Πήγε ξανά την επόμενη μέρα. Αυτή τη φορά δεν έκλαψε. Αφού προσκύνησε προσευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Βοήθα μας Παναγιά μου, βοήθα το παιδί μου να ζήση και εγώ να έρθω στο σπίτι Σου και στο σπίτι του παιδιού Σου, να προσκυνήσω και να σας ανάψω από δύο μεγάλες λαμπάδες.
Ξημέρωνε Μεγάλο Σάββατο. Ο ύπνος είχε πέσει βαρύς στα βλέφαρα της, εδώ και ώρα. Πόσο τον χρειαζόταν αυτόν τον ύπνο ύστερα από τόσο καιρό αϋπνίας και ξενυχτιού. Και τότε μέσα στον βαθύ της ύπνο, είδε ότι βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα, στην Αγία Αυλή. Πέρασε τη μεγάλη δίφυλλη πόρτα, έστριψε αριστερά και βρέθηκε μπροστά στον Πανάγιο Τάφο. Είδε δύο πανύψηλους λευκοφορεμένους άντρες να φυλάνε τη πόρτα του. Γύρισε τι πλάτη της και μπήκε στον ναό της Αναστάσεως. Όλος ο χώρος ήταν άδειος. Μόνο μπροστά από το ιερό είδε μια γυναίκα μαυροφορεμένη, σκυμμένη να προσεύχεται. Τη πλησίασε και τότε εκείνη σηκώθηκε αργά, γύρισε το πρόσωπο της και της χαμογέλασε. Το ήξερε αυτό το πρόσωπο! Είναι η… Πετάχτηκε από τον ύπνο της αλαφιασμένη. Έξω μόλις είχε ξημερώσει. Ο άντρας της ροχάλιζε δίπλα της. Σηκώθηκε και πήγε στο εικονοστάσι. Σήκωσε το καντήλι στο πρόσωπο στην εικόνας της Παναγίας. Ναι, αυτή ήταν που είδε στον ύπνο της! Έκανε το σταυρό της. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε τα αστέρια στον ουρανό. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένα αίσθημα ελπίδας γεννήθηκε μέσα της. Θυμήθηκε κάθε βήμα που έκανε στο όνειρο της. ‘Ήταν πολύ περίεργο. Δεν είχε πάει ποτέ, ούτε είχε δει κάποια εκπομπή για να ξέρει πως είναι ο χώρος. Θα έβαζε αργότερα τη τηλεόραση να δει σε αναμετάδοση την τελετή του Αγίου Φωτός. Δάγκωσε τα χείλη της. Όλη τη μέρα ο Παναγιώτης δεν την είχε πάρει τηλέφωνο. Και αν είχε πάθει τίποτα; Προσπάθησε να διώξει τις κακές σκέψεις. Το όνειρο ήταν καλό. Να βγαίνε μονάχα. Αυτό και ας πέθαινε και η ίδια.
Μπήκε στο σπίτι και άρχισε να καταπιάνεται με το νοικοκυριό της. Οι δουλειές του σπιτιού ήταν το αποκούμπι της όλο αυτό τον καιρό. Σαν έφτασε το μεσημέρι παράτησε τα πάντα και στήθηκε μπροστά στη τηλεόραση. Και μόλις ξεκίνησε η αναμετάδοση από τα Ιεροσόλυμα και είδε τον Πανάγιο Τάφο και τον ναό της Αναστάσεως διαπίστωσε ότι ήταν ακριβώς ίδια όπως τα είχε δει και στον ύπνο της, λίγες ώρες πριν. Σαν είδε το Πατριάρχη να βγαίνει κρατώντας της λαμπάδες στα χέρια και να ευλογεί το πλήθος, χτύπησε το τηλέφωνο. Έτρεξε να το πιάσει. Και τότε μέσα από τις καμπάνες και τον θόρυβο του κόσμου άκουσε το παιδί της από το κινητό του να της λέει : Χριστός Ανέστη μάνα. Χρόνια πολλά! Της μίλαγε βουρκωμένος αλλά η φωνή του ήταν χαρούμενη. Κατάπιε τα δάκρυα της και ευχήθηκε και αυτή με τη σειρά της. Πρώτη φορά εδώ και τόσο καιρό τις μίλαγε χαρούμενος. Γρήγορα τελείωσε η συνομιλία τους. Η ελπίδα που είχε φωλιάσει στην καρδιά της, τώρα θέριεψε. Σαν έφτασε το βράδυ έφτιαξε τα μαλλιά της, φόρεσε το καλό της ταγιέρ, βάφτηκε ελαφρά, πήρε τον άντρα της από το χέρι και κίνησαν για την εκκλησία. Σαν έφτασαν, αυτός τη κοίταξε, της χαμογέλασε και της είπε.
-Πρώτη φορά εδώ και μέρες σε βλέπω να χαμογελάς.
-η αλήθεια είναι ότι πάντα στις γιορτές κουράζομαι με τις δουλειές του σπιτιού.
-και πρώτη φορά που ο Παναγιώτης δεν κάνει μαζί μας Πάσχα.
-δε πειράζει, μεγάλωσε πια, καιρός να κάνει και αυτός τη ζωή του.
Μετά το Χριστός Ανέστη, φιλήθηκαν και γύρισαν σπίτι.
Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και ήρθε η μέρα του γυρισμού του Παναγιώτη. Για τις λίγες μέρες που έλειψε γύρισε άλλος άνθρωπος. Αισιόδοξος, χαρούμενος και πιο παχύς από ότι έφυγε. Την επόμενη μέρα πήγε στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις του. Και συνέχισε να είναι χαρούμενος παρά τα ισχυρά φάρμακα που τον είχαν φορτώσει οι γιατροί και παρά τις παρενέργειες που αυτά είχαν. Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ο Παναγιώτης συνέχισε να ζει. Και ήταν και τόσο καλά που κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει πόσο βαριά άρρωστος ήταν. 
Από τη μεριά της σταμάτησε να τον κατηγορεί και να μην τον αγγίζει. Σαν να εξαφανίστηκε ο φόβος από τη ψυχή της. Όταν βρέθηκαν τα χρήματα ήρθε η σειρά της να πάει στα Ιεροσόλυμα να εκπληρώσει το τάμα της. Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή της που έκλαψε, σαν έφτασε στον τάφο της Παναγίας. Και πάλι παρακάλεσε και πιο μεγάλο ευχαριστώ, δεν είχε να πει μέσα από την καρδιά της.  


Γιώργης Ταξιδευτής

Κρίση - Κατάκριση

Προφανώς ελαφρά η εντολή. Ελαφρά, διότι εάν με κά­ποιαν προσοχήν εξετάσωμεν το πράγμα, θα ίδωμεν ότι είναι εύκολον να αποφύγωμεν την κατάκρισιν, να προφυλάξωμεν την ψυχήν και το στόμα μας από αυτήν. Άλλωστε η κατάκρισις δεν είναι κάτι το εξ αρχής, το εκ γενετής ριζωμένον και ζυμωμένον με την ψυχήν μας. Είναι κάτι μάλλον το εξωτερικόν, όταν μάλιστα πρόκειται δια την κατάκρισιν εκείνην, που δεν γίνεται από εμπάθειαν και μίσος, αλλά από επιπολαιότητα και απροσεξίαν και από την συνήθη τάσιν να ομιλούμεν πάντοτε περί των άλλων.

Και όμως, η κατάκρισις δεν είναι μόνον ελαφρά αλλά και βαρειά αμαρτία, ευρύτατα, δυστυχώς, διαδεδομένη. Την συναντώμεν παντού. Αποτελεί μίαν μολυσμένην ατμόσφαιραν, την οποίαν συνεχώς αναπνέομεν. Είναι ένα συνηθισμένον φαινόμενον, που ημπορεί να πει κανείς ότι αποτελεί κατάστασιν πλέον δια τον άνθρωπον. «Ουδέν ούτως ηδύ τοις ανθρώποις, ως το κατακρίνειν τα αλλότρια» λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αυτή ακριβώς η ευρεία διάδοσις της κατακρίσεως κάμνει την αμαρτίαν αυτήν δυσπολέμητον και μας παρουσιάζει την θείαν εντολήν «μη κρίνετε» ως βαρείαν.

Κανείς δεν ημπορεί να αρνηθεί την θλιβεράν αυτήν πραγματι­κότητα, αλλά και κανείς ορθοφρονών δεν ημπορεί σοβαρώς να ισχυρισθεί ότι είναι δικαιολογημένος να κατακρίνει επειδή άλλοι κατακρίνουν. Αλλοίμονον, αν ως κριτήριον και κανόνα της ηθικής ημών ζωής βάλωμεν την άτακτον ζωήν των άλλων. Η ιδία η συνείδησίς μας, όσον και αν έχει επισκιασθεί από την κρατούσαν εις την κοινωνίαν μας σύγχυσιν και αταξίαν, θα διαμαρτυρηθεί και θα καταδικάσει την κατάκρισιν. Αυτή θα φωνάξη ότι κανών της ζωής μας πρέπει να είναι όχι η φωνή και η συνήθεια του κόσμου, αλλά η ιδική της φωνή, η οποία εις την τελευταίαν της ανάλυσιν είναι φωνή του Θεού. Δι' αυτό και ο κάθε άνθρωπος ευρίσκει ορθήν και δικαίαν την εντολήν του Θεού «μη κρίνετε», έστω και αν ο ίδιος παρασύρεται εις την κατάκρισιν.

       «Μη κρίνετε!» Αλήθεια, διατί να κρίνωμεν τον άλλον; Διατί να ασχολούμεθα μ' όσα λέγουν και κάμνουν οι άλλοι; Ποίος μας κατέστησεν ερευνητάς, ελεγκτάς και κριτάς της συμπεριφοράς των άλλων; Κανείς. Άλλωστε ημείς δεν αμαρτάνομεν; Εξ αντιθέτου ο λόγος του Θεού πολλές φορές και με έντονον τρόπον απαγορεύει αυτήν την κριτικήν, αυτήν την επίκρισιν των άλλων. «Μη κρίνετε», διατάσσει ο Κύριος. Διότι το δικαίωμα της κρίσεως το έχει Αυτός. Αυτός είναι ο νομοθέτης και ο κριτής. απέναντι αυτού είμεθα υπόλογοι όλοι οι άνθρωποι κρίνοντες και κρινόμενοι. Και επομένως η διάθεσις και η συνή­θεια ημών να κρίνωμεν και να επικρίνωμεν τους άλλους, είναι υφαρπαγή και σφετερισμός εξουσίας και δικαιωμάτων του Κυ­ρίου. Είναι ασέβεια απέναντι αυτού τούτου του δικαίου Κριτού.

Δι' αυτό και ο αδελφόθεος Ιάκωβος γράφει προς τον κατακρίνοντα: «Εις εστιν ο νομοθέτης και κριτής, ο δυνάμενος σώσαι και απολέσαι. συ δε τις ει ος κρίνεις τον έτερον;» Και δια σε τον ίδιον έχει νομοθετήσει ο Θεός να σέβεσαι και να αγαπάς τον πλησίον. Όταν όμως κατακρίνης τον αδελφόν σου, παρα­βαίνεις και καταφρονείς τον νόμον του Θεού, καταδικάζεις με την πράξιν σου και ακυρώνεις τον νόμον της αγάπης. Δεν εί­σαι πλέον ο τηρητής αλλά ο καταλύτης του νόμου και παρου­σιάζεσαι, συ ο αμαρτωλός άνθρωπος, με θρασείαν αξίωσιν να επικρίνης τους άλλους και να αρπάζεις ξένα δικαιώματα (Ιακ. δ' 11, 12). Και έτσι με την κατάκρισίν σου διαπράττεις αμάρτη­μα βαρύτερον ίσως από εκείνο, που έπραξεν ο αδελφός σου.

 Και συμπληρώνει ο απόστολος Παύλος: «Διό αναπολόγη­τος ει, ω άνθρωπε, πας ο κρίνων. εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις. τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων» (Ρωμ. β' 1). Όλοι είμεθα υπεύθυνοι ενώπιον του Κυρίου. Εις αυτόν θα δώσωμεν λόγον δια τας πράξεις μας. Όταν όμως συ κατακρί­νεις και καταδικάζεις τον άλλον, ποίαν απολογίαν θα παρου­σίασης εμπρός εις τον Κύριον και πώς θα τολμήσεις να ζήτη­σεις έλεος και επιείκειαν; Και ακριβώς διότι γνωρίζεις, πόσον οργίζεται ο Θεός κατά των αμαρτωλών - και η κατάκρισις εί­ναι αμαρτία - δια τούτο θα μείνει αναπολόγητος κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας. Σκέψου δε ότι ο άνθρωπος, τον οποίον συ κατακρίνεις, ημπορεί να μετανοήσει, ή να έχη μετανοήσει και να εύρει έλεος ενώπιον του Θε­ού, να σωθεί και να δοξασθεί, ενώ συ μένεις με την βαρείαν ενοχήν της κατακρίσεως. Και έτσι ενώ κατακρίνεις τον άλλον, καταδικάζεις εσύ ο ίδιος τον εαυτόν σου.

Βαρείαι φαίνονται αι θεόπνευσται αυταί αποφάνσεις της Αγίας Γραφής. Αυστηραί αι καταδίκαι κατά της κατακρίσε­ως. Και να σκεφθεί κανείς ότι δεν είναι αι μόναι. Εις πολλά άλ­λα χωρία καταδικάζει με δικαίαν αυστηρότητα η Αγία Γραφή την κατάκρισιν, διότι την θεωρεί ασέβειαν απέναντι του Θεού και έλλειψιν αγάπης απέναντι του πλησίον. Αυτά είχεν υπ' ό­ψιν του και ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγεν: «Αδελφοί, μη γινώμεθα πικροί δικασταί και κατήγοροι των άλλων, δια να μη ευρεθώμεν βαρέως υπεύθυνοι ενώπιον του Θεού. Μη λησμονούμεν ότι διεπράξαμε και ημείς σοβαρά αμαρτήματα, που έχουν ανάγκην μεγαλυτέρας συγγνώμης. Ας φαινώμεθα λοιπόν επιει­κείς προς τους άλλους, όσον βαρειά και αν έχουν αμαρτήσει, δια να εξασφαλίσωμεν και ημείς δια τον εαυτόν μας το έλεος και την επιείκειαν του Θεού».

Ας είναι λοιπόν σύνθημα και κανών της ζωής μας αγαπη­τοί ο λόγος του Κυρίου. «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε».

(Από το θρησκευτικόν περιοδικόν «Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ» Ηλιου­πόλεως Αθηνών, που εξέδιδε ο μακαριστός χαρισματούχος ιεροκήρυξ Δημήτριος Παναγόπουλος)

 «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ»
Περιοδική έκδοσις πνευματικής οικοδομής
Νοέμβριος 1993

Πώς μπορεί να θεραπευτεί ο ασθενής χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση;
Kάθε ανθρώπινος χαρακτήρας θεωρείται ασθενής, όταν απουσιάζει απ  αυτόν η θεία Χάρη, που τελειοποιεί και συνέχει τα πάντα, αφού «τά ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».
Aυτό τονίζει και ο Kύριός μας, όταν λέει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ( Ιω. 15,5).
Eκτός όμως της παρουσίας της Χάριτος, απαραίτητα χρειάζεται και η ανθρώπινη πρόθεση και συνεργασία, σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της λογικής και τις θείες εντολές, που θα προκαλέσουν τη θεία επέμβαση.
O άνθρωπος που εύκολα κατηγορεί, το κάνει γιατί συνήθισε λανθασμένα να ερευνά τις ξένες πράξεις και σκέψεις παρά τις δικές του. Λησμόνησε τα λόγια της Γραφής «μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε» (Ματ. 7,1) και το «εν ω κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε» (Ματ. 7,2).
H τόσο εύκολη συνήθεια της κρίσεως ξένων λόγων και πράξεων είναι ψυχική αρρώστια που προέρχεται από πώρωση της λογικής δυνάμεως του νού, που είναι μάλλον γέννημα του εγωισμού.
H εσωστρέφεια, που συνοδεύεται από την αυτομεμψία, κρίνεται απαραίτητη για τη διάγνωση και επίγνωση των δικών μας σφαλμάτων και λαθών.  Aπαραίτητος κανόνας και δόγμα της ζωής είναι η ευαγγελική νομοθεσία, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν ορθοποδεί.  O «νόμος του πνεύματος της ζωής» (Ρωμ. 8,2), που είναι σε θέση να απελευθερώσει από το θάνατο στον οποίο κατρακυλήσαμε, μας χαράζει τους καινούργιους δρόμους της ζωής.  H αγάπη ενώνει τα «διεστώτα εις έν», δημιουργεί ένα δεσμό, μια κοινωνία. Μάς διδάσκει ότι «οφείλομεν τάς ψυχάς υπέρ των αδελφών ημών τιθέναι» (A΄ Ιω. 3,16) και «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2) και «πάντα ημών εν αγάπη γινέσθω» (A΄ Kορ. 16,14).
H άγνοια της ευαγγελικής διδασκαλίας επιτρέπει την επίδραση του παραλόγου και απομακρύνει τη θεία Χάρη.  Eπειδή ο άνθρωπος δεν έχει γνώση του Θεού και άρα δεν έφτασε ακόμη στο φωτισμό, πλανάται στις κρίσεις του.  Aπ'  εδώ αρχίζει το δικαίωμα του «γιατί;», του «άν» και του «μήπως;» και ξεκινά η κατάκριση, η αντίσταση, η απείθεια, το μίσος και γενικά η κακία.

Aναίρεση σε όλα αυτά μπορεί να προσφέρει ο Kύριός μας με το λόγο του: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. 13,34) και «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιω. 13,35). Oποιος φρόντισε να κρατήσει το νόμο της ευαγγελικής αγάπης σύμφωνα με την εντολή του Kυρίου μας, απαλλάσσεται από την περιεκτική κακία. ∆ότε ούτε κρίνει, ούτε επιβουλεύεται, ούτε κακοποιεί. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια απαλλάσσεται από τον παλαιό άνθρωπο και από όλο το νόμο της διαστροφής, αφού όλα τα ρυθμίζει η αγάπη. 

 Η εκ Θεού τιμωρία σημαίνει την εκ Θεού εγκατάλειψη.
(απόσπασμα από την Ερμηνεία εις τον Ησαΐαν)
Ερμηνεύοντας το Ησαΐας 1.8: «ἐγκαταλειφθήσεται ἡ θυγάτηρ Σιὼν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελῶνι καὶ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηράτῳ, ὡς πόλις πολιορκουμένη·»
ο Άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας λέγει˙
Ελεεινή η κατάσταση. Πως δηλαδή δεν είναι άξια για θρήνους και κραυγές; Γιατί εκείνη που ήταν κόρη στο παρελθόν και είχε τιμηθεί με αυτή την ονομασία και ήταν κατά κάποιο τρόπο κάτω από την προστασία του φιλοστοργότατου Πατέρα, του Θεού, εκείνη που μεθούσε από την φροντίδα και την αγάπη του και ήταν στεφανωμένη από αυτόν με ατέλειωτες τιμές και δόξες και νικούσε εκείνους που την αντιμάχονταν και αποτελούνταν από το αμέτρητο πλήθος εκείνων που κατοικούσαν σ’ αυτήν, η παμμακάρια και περιβόητη Σιών, δηλαδή η Ιερουσαλήμ, λέγει ότι θα εγκαταλειφθεί, δηλαδή θα γίνει έρημη.
Και θα μείνει γυμνή κι από την δύναμη εκείνου που την έσωζε κι από τους κατοίκους της. Και θα εγκαταλειφτεί έτσι, σαν καλύβα στο αμπέλι και αποθήκη οπωρικών στο μποστάνι και σαν πόλη που πολιορκείται. Οι ορισμένοι δηλαδή φύλακες του αμπελώνα, όταν ακόμη τα τσαμπιά είναι αγουρίδες, παρέχουν πάρα πολύ μεγάλη ασφάλεια, και τρομοκρατώντας τους κλέφτες που θέλουν να τα κόψουν, και διώχνοντας τα διάφορα αγρίμια.
Είναι συνήθεια να το κάνουν αυτό και οι φύλακες των κτημάτων οπωρικών ή οι ιδιοκτήτες. Όταν όμως τρυγηθούν τα σταφύλια και πατηθούν και κουβαληθεί η σοδειά από τους οπωρώνες, σταματά στο εξής η υπηρεσία των φυλάκων, οι οποίοι, εγκαταλείποντας ακόμα και τις καλύβες τους, αφήνουν ελεύθερη την είσοδο σε όσους θέλουν να περιεργασθούν ότι έχει απομείνει.
Κάτι τέτοιο έγινε, μας διδάσκει ο προφητικός λόγος, και με την ταλαίπωρη Σιών. Όσο ακόμα δηλαδή είχε τους καρπούς της δικαιοσύνης ο Θεός την έκρινε άξια της ασφάλειας, της φύλαξης και κάθε φροντίδας του. Γιατί είπε «θα γίνω τείχος πύρινο, λέγει ο Κύριος γύρω από αυτήν και δόξα της με την παρουσία μου ανάμεσά της» (Ζαχ. 2.9). Ψάλει βέβαια και ο μακάριος Δαβίδ˙ «Να, δεν θα νυστάξει ούτε θα κοιμηθεί αυτός που φυλάσσει τον Ισραήλ» (Ψαλμ. 120.30).
Επειδή όμως, μολονότι ο Ισραήλ ήταν αμπελώνας του Κυρίου Σβαώθ και αξιώθηκε να του γίνει ανάχωμα και φραγμός, όμως έβγαλε αγκάθια, γι’ αυτό τον παρέδωσε ο Θεός σε εκείνους που συνηθίζουν να βλάπτουν˙ γιατί λέγει˙ «θα χαλάσω τον φράκτη και θα αφεθεί σε διαρπαγή˙ θα γκρεμίσω επίσης τον τοίχο του και θα καταπατηθεί, και θα εγκαταλείψω τον αμπελώνα μου ώστε να κλαδευθεί και να σκαφθεί» (Ησ. 5.5-6). Γι’ αυτό και τον κατέστρεψε κάπρος από το δάσος και όνος άγριος τον κατέφαγε. Ότι άφησε ο Θεός τον αμπελώνα του και τον εγκατέλειψε, το διδάσκει ο Σωτήρας λέγοντας˙ «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, συ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς τους απεσταλμένους σε σένα, πόσες φορές θέλησα να μαζέψω τα παιδιά σου, όπως η όρνιθα μαζεύει τα μικρά της κάτω από τα φτερά της, και δεν θελήσατε. Να αφήνετε πια το σπίτι σας έρημο» (Ματθ. 23.37-8).
Το προανήγγειλε αυτό και με την φωνή του προφήτη λέγοντας˙ «Εγκατέλειψα το σπίτι μου, άφησα την κληρονομία μου. Παρέδωκα την αγαπημένη ψυχή μου στα χέρια των εχθρών της. Έγινε για μένα η κληρονομιά μου σαν το λιοντάρι στο δάσος, έβγαλε φωνή εναντίον μου˙ γι’ αυτό και την μίσησα» (Ιερ. 12.7-8)
Αναφέρει κάπου ο Ιώσηπος, ο οποίος διεκτραγώδησε τα παθήματα των Ιουδαίων, όοτι όταν επρόκειτο να γίνει άλωση της Ιερουσαλήμ, άκουγαν οι ιερείς μέσα στον ναό μια φωνή σαν να φώναζαν άγγελοι˙ Φεύγομε από εδώ.
Ότι βέβαια όταν πολιορκούσαν την πόλη, όλοι όσοι ήταν μέσα ζητούσαν κάποιο τρόπο να φύγουν, πως μπορούμε ν’ αμφιβάλουμε; Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε για τα παθήματα της χώρας των Ιουδαίων. Πραγματικά ήταν πολυπόθητο για τους πολιορκούμενους να μπορέσουν να σώσουν και μόνο την ζωή τους, ενώ για την περιουσία τους ή και την ίδια την πόλη δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον.
Πρέπει όμως να γνωρίζουμε, ότι πολλές φορές συμβαίνει και η ίδια η ζωή του ανθρώπου να εγκαταλείπεται από τον Θεό., αν δεν θέλει να εκτελέσει ορθά τις εντολές του, και κλίνοντας τον αυχένα στα δεσποτικά προστάγματα, να αποδώσει τους καρπούς της ευσεβείας σ’ αυτόν. Αν και χρημάτισε υιός ή θυγατέρα του Θεού, αν και έγινε Σιών, που σημαίνει παρατηρητήριο, δηλαδή που έχει υψηλή διάνοια και καθαρώτατο νου, που μπορεί να βλέπει τα μυστήρια, έπειτα πράττοντας όσα δεν έπρεπε, φαίνεται να παροργίζει τον άγιο  του Ισραήλ˙ γι’ αυτό θα εγκαταλειφθεί από αυτόν και σαν αφρούρητο αμπέλι θα παραδοθεί στον Σατανά και με τα πάθη της σάρκας θ’ αναδειχθεί έρημος από κάθε αρετή και γυμνός από τις τιμές της αγαθής διαβίωσης και γεμάτος από κάθε κακό.

(Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Έργα, ΕΠΕ τ. 16 σσ. 35-41).

«Ουδέν εστιν έξωθεν του ανθρώπου εισπορευόμενον εις αυτόν ο δύναται αυτόν κοινώσαι, αλλά τα εκπορευόμενα εστί τα κοινούντα τον άνθρωπον» (Μρ. 7, 15). Αυτά τα λόγια του Χριστού οι άνθρωποι που δεν θέλουν να νηστεύουν τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Λένε πως δεν υπάρχουν φαγητά ακάθαρτα, γι' αυτό και δεν νηστεύουν. Είναι σωστό αυτό που λένε;
Όχι, καθόλου δεν είναι σωστό. Λέγοντας αυτό η αγία μας Εκκλησία δεν εννοεί ότι υπάρχουν φαγητά που κάνουν τον άνθρωπο ακάθαρτο, ότι υπάρχουν τρόφιμα ακάθαρτα. Τίποτα απ' αυτά που δημιούργησε ο Θεός δεν είναι ακάθαρτο, όλα είναι καθαρά και καλά λίαν», αν τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση, και κανένα φαγητό που μπαίνει στο στόμα μας δεν μας κάνει ακάθαρτους, διότι τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω δεν μπορεί να τον κάνει ακάθαρτο.
Ποια είναι αυτά που μπαίνουν μέσα μας; Είναι οι επιδράσεις που δεχόμαστε από τους άλλους ανθρώπους. Αν οι άνθρωποι μας βρίζουν, μας προσβάλλουν, μας ταπεινώνουν αυτό δεν μας κάνει ακάθαρτους. Ας τους αφήσουμε να μας βρίζουν, να μας κακολογούν και να μας συκοφαντούν, δεν πρέπει αυτό να μας ενοχλεί και να μας κάνει ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας.
Ποια είναι αυτά που βγαίνουν από μέσα μας;
Πρώτα απ' όλα είναι τα λόγια μας. Αν τα λόγια αυτά είναι άσχημα, αν το στόμα μας, με το οποίο λαμβάνουμε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού ανοίγει για να λέμε διάφορες βρισιές και αισχρολογίες, αυτό μας κάνει ακάθαρτους. Ο άνθρωπος που βρίζει, τον εαυτό του βρίζει, και αυτός που συκοφαντεί τον πλησίον του, τον εαυτό του συκοφαντεί και φανερώνει μ' αυτό τον τρόπο την ρυπαρότητα και την ακαθαρσία της ψυχής του. Αυτός που βρίζει, μιαίνει τον εαυτό του και όχι εκείνον που βρίζει.
Μας κάνουν ακάθαρτους όλα εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας. Και από μέσα μας βγαίνουν όχι μόνο τα λόγια αλλά και οι πράξεις και γενικά όλη η συμπεριφορά μας. Τα λόγια, τα έργα, ακόμα το βλέμμα μας φανερώνουν την κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Αν τα λόγια μας είναι γεμάτα κακίες και συκοφαντίες, αν τα έργα μας δεν είναι καθαρά και όλη η συμπεριφορά μας δείχνει την κακία, την υπερηφάνεια, τη μεγαλομανία και την τάση να προβάλλουμε τον εαυτό μας, αυτό μας κάνει ακάθαρτους.
Γινόμαστε ακάθαρτοι όταν η ζωή μας μοιάζει με τη ζωή των ανθρώπων, για τους οποίους ο άγιος προφήτης Δαβίδ λέει στον 72ο ψαλμό του: «Διά τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών, εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών, διήλθον εις διάθεσιν καρδίας· διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν· έθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών, και η γλώσσα αυτών διήλθεν επί της γης» (Ψα. 72, 6-9)

Υπάρχουν άνθρωποι που η γλώσσα τους είναι τόσο μεγάλη που σαρώνει την γη. Αν λοιπόν είμαστε σαν τούς ανθρώπους που περιγράφει στον ψαλμό του ο προφήτης Δαβίδ, αν η γλώσσα μας σαρώνει την γη, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την υπερηφάνια, την έπαρση και την αναισθησία, αν ο νους μας δεν είναι συγκεντρωμένος και γυρίζει παντού, αν όλους τους ανθρώπους τους ειρωνευόμαστε, τους συκοφαντούμε και τους κουτσομπολεύουμε, τότε κάνουμε τους εαυτούς μας ακάθαρτους.
Οι πράξεις μας αυτές που βγαίνουν από μέσα μας, όχι μόνο από το στόμα μας βγαίνουν, αλλά μέσα από τον ίδιο τον εαυτό μας, από το πνεύμα μας και αποκαλύπτουν στους άλλους ανθρώπους την πνευματική μας υπόσταση. Την ακαθαρσία του πνεύματος μας την βλέπουν οι άνθρωποι. Αυτή μας κάνει ακάθαρτους. Οι άνθρωποι μας βλέπουν μέσα στο θολό φως, μέσα στο σκοτεινό φως της ψυχής μας. Αυτό το σκοτεινό φως μας μιαίνει.

Αντίθετα πρέπει να ζούμε και να ενεργούμε έτσι ώστε να εκπέμπουμε το Φως του Χριστού, την ευωδία του και όχι την κακία, την υπερηφάνεια, την έπαρση, την συκοφαντία, που όλα αυτά είναι ακαθαρσία. Αυτό να θυμόμαστε. Τίποτα απ' αυτά που μπαίνουν μέσα μας από το στόμα μας δεν μπορούν να μας κάνουν ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους αυτά που βγαίνουν από το στόμα μας και κάνουν φανερό στους άλλους το εσωτερικό μας είναι. Να το θυμάστε, να είστε πράοι και ταπεινοί για να εκχέεται από μέσα σας το Φως και η ευωδία του Χριστού. Αμήν.

Αγίου Λουκά
Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και Ομιλίες
Τόμος Β'
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας
Λόγος στον Εσπερινό της συγχωρήσεως
Πρέπει, αδελφοί και αδελφές μου, να έχουμε χα­ραγμένο στην καρδιά μας και να θυμόμαστε πάντα τον λόγο του Χριστού: «Εάν γάρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πα­τήρ υμών ο ουράνιος· εάν δέ μή αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών α­φήσει τα παραπτώματα υμών» (Μτ. 6, 14-15). Είναι πολύ φοβερά αυτα τα λόγια του Κυρίου. "Αν δεν συγχωρούμε τα παραπτώματα του πλησίον μας τότε και ό Χριστός, στη Φοβερά του Κρίση, θα μας βάλει στα αριστερά του δεν θα μας αφήσει τις αμαρτίες μας διότι και εμείς δεν αφήναμε τα παραπτώματα τού πλησίον μας. Βλέπετε, διότι πραγματικά είναι φρικτό πράγμα να μην συγχωρούμε τους ανθρώπους.
Στους βίους των αγίων υπάρχουν αρκετά παρα­δείγματα ανθρώπων πού τιμωρήθηκαν επειδή δεν ήθελαν να συγχωρήσουν. Ο ιερομόναχος Τίτος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη. Μαζεύτηκε γύρω του όλη η αδελ­φότητα της Μονής. Όλοι ήξεραν ότι υπάρχει παλιά έχθρα μεταξύ του Τίτου και του Ιεροδιακόνου Ευάγριου, γι' αυτό και έφεραν τον Ευάγριο να συμφιλι­ωθεί με τον Τίτο πριν αποθάνει.
Ο μακάριος αυτός ο Τίτος σηκώθηκε στο κρεβά­τι του, έσκυψε μπροστά στον Ευάγριο το κεφάλι του και του ζήτησε συγγνώμη. Αλλά ο σκληρόκαρδος Ευάγριος του απάντησε με έναν τρομερό λόγο: «Δεν θα σε συγχωρήσω ούτε σ' αυτή τήν ζωή ούτε στην μέλλουσα». Μόλις το είπε αυτό έπεσε νεκρός, και ό μακάριος Τίτος σηκώθηκε υγιής από το κρεβάτι του. Διηγήθηκε στους αδελφούς ότι είδε τους αγγέλους και τους δαίμονες οι όποιοι είχαν μαζευτεί γύρω από το κρεβάτι του. Οι δαίμονες ήθελαν να πάρουν τήν ψυχή του, διότι είχε έχθρα με τον Ευάγριο, ενώ οι άγγελοι έκλαιγαν γι' αυτόν. Μόλις όμως ο Ευάγριος είπε τον φοβερό εκείνο λόγο, ένας άγγελος με το φλογισμένο δόρυ του χτύπησε τον Ευάγριο ό όποι­ος αμέσως έπεσε νεκρός. Ό ίδιος άγγελος πήρε το χέρι του Τίτου, τον θεράπευσε και τον σήκωσε από το κρεβάτι του.
Γνωρίζουμε και ένα άλλο παράδειγμα από το βίο του μάρτυρα Νικηφόρου. Υπήρχε έχθρα μεταξύ αυτού και του πρεσβυτέρου Σαπρικίου, με τον οποίον κάποτε ήταν πολύ καλοί φίλοι. Όμως, όπως συχνά γίνεται, ο διάβολος με τις πανουργίες του κατέστρε­ψε αυτή τη φιλία. Ήταν καιρός πού γινόταν σφο­δρός διωγμός κατά των χριστιανών. Ο πρεσβύτερος Σαπρίκιος συνελήφθη, τον βασάνισαν και τελικά τον οδήγησαν σε μαρτύριο. Όταν πήγαν να τον εκτελέσουν ο Νικηφόρος τον ακολουθούσε, έπεφτε μπροστά του και τον ικέτευε λέγοντας: «Μάρτυρα του Χριστού, συγχώρησε με». Ο Σαπρίκιος όμως δεν ήθελε να τον συγχωρήσει. Όταν έφτασαν στον τόπο του μαρτυρίου ό Σαπρίκιος ξαφνικά είπε: «Μην με αποκεφαλίζετε. Αρνούμαι τον Χριστό». Έτσι αρνήθηκε τον Χριστό του και χάθηκε ή ψυχή του. Την θέ­ση του πήρε ό Νικηφόρος, ό όποιος έσκυψε το κε­φάλι του κάτω από το τσεκούρι του δημίου, μαρτύρησε και δοξάστηκε στους Ουρανούς. Τρομερό, πραγματικά τρομερό γεγονός. Και νομίζω ότι πρέπει να ταράξει αυτούς πού δεν θέλουν να συγχωρούν τον πλησίον τους.
Θυμηθείτε τον Κύριο πού συγχωρούσε όλους: συγχώρησε τον ληστή πάνω στο Σταυρό, τον τελώ­νη, την πόρνη, που έβρεξε με τα δάκρυά της τα πό­δια του και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Ας θυμη­θούν αυτοί που δεν θέλουν να συγχωρούν την παρα­βολή του κακού δούλου που ο βασιλιάς τού χάρισε το πολύ μεγάλο χρέος του. Εκείνος, όμως, μόλις βγήκε από τον βασιλιά, βρήκε έναν από τους συνδούλους του που του όφειλε ένα μικρό ποσό, τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει, λέγοντας του: «ξόφλησέ μου το χρέος».
Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθη­καν πάρα πολύ. Πήγαν και το διηγήθηκαν στον κύ­ριο τους. Τότε ο βασιλιάς τον κάλεσε και του είπε: «Δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν άφηκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με· ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ» (Μτ. 18, 32-34).
Φοβερός είναι αυτός ό λόγος. Μας παροτρύνει να είμαστε ελεήμονες, σπλαχνικοί και να συγχω­ρούμε τους άλλους. Εμείς όμως πολύ συχνά γινόμα­στε άσπλαχνοι, επιμένουμε στα δικά μας και δεν συγχωρούμε τον πλησίον. Έτσι πρέπει να ενεργού­με; Να εχθρευόμαστε αυτούς πού μας αδικούν; Α­σφαλώς όχι. Αν βλέπουμε τον πλησίον μας να μας κάνει κακό ή να μας προσβάλλει, δεν πρέπει να τον μισούμε. Αντίθετα, πρέπει να τον σπλαχνιζόμαστε, διότι είναι ασθενής. Ασθενεί η ψυχή του και υποφέ­ρει από μίσος. Γι' αυτό πρέπει να τον σπλαχνιζόμαστε.
Δεν πρέπει αυτόν να μισούμε, αλλά τον διάβολο και τους δαίμονες, πού φαρμάκωσαν με τήν κακία τους την καρδιά του και τον έκαναν άσπλαχνο και σκληρό. Αν τυχόν θα απαντήσουμε και εμείς με την προσβολή στην προσβολή και θ' ανάψει στην καρ­διά μας η φλόγα του μίσους, τότε ας σταματήσουμε και ας σκεφτούμε λιγάκι: και ποιός είμαι εγώ που τον μισώ, είμαι μήπως καλύτερος απ' αυτόν; Δεν είμαι και εγώ γεμάτος αμαρτία; Τότε γιατί τον μισώ; Και αμέσως θα ηρεμήσει ή καρδιά μας. Ο καλός λό­γος θα σβήσει το μίσος.
Έτσι πρέπει να ενεργούμε. Να είμαστε επιει­κείς  απέναντι των αδελφών μας πού πάσχουν από κακία και ασθενούν, τρέφοντας μίσος εναντίον μας. Με το έλαιο της Αγάπης να μαλακώνουμε την καρ­διά τους πού αιχμαλωτίστηκε από τους δαίμονες και δουλεύει σ' αυτούς.
Αρχίζει ή Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ο Κύριος ζητά να συγχωρήσουμε ο ένας τον άλλον. Και πρώ­τος εγώ πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμη. «Συγχω­ρήστε, πατέρες και αδελφοί, τις αμαρτίες που έκανα σ' αυτή την ημέρα και σ' όλες τις ημέρες της ζωής μου».
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α'

ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Ροή δεδομένων

Ετικέτες-Κατηγορίες

p.Ioannis.Kiparissopoulos. Από το Blogger.

Πληροφορίες

Αναγνώστες

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Για να μπείτε στήν Αγία Γραφή κάντε κλίκ στην εικόνα

ΠΑΤΕΡΙΚΑ

ΠΑΤΕΡΙΚΑ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις με τα Πατερικά κείμενα κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΙ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΟΙ ΣΥΡΙΟΙ

ΑΓΙΟΙ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΟΙ ΣΥΡΙΟΙ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΞ Αγίου Ιωάννου Σιναϊτου

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΞ  Αγίου Ιωάννου Σιναϊτου
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Ορθόδοξο Συναξάρι

Επικοινωνήστε μαζί μας…...

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

ΓΕΡΩΝ  ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως

Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Για να μπείτε στις αναρτήσεις κάντε κλίκ στην εικόνα

Συνολικές προβολές σελίδας