Gold Cross

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Νέοι και ιερείς στην εξομολόγηση


π. Κωνσταντίνος Νευροκοπλής
Εάν ο Κύριος οδηγήθηκε από το Πνεύμα στην έρημο για να συγκρουστεί με τον αντίπαλο και το σκοτάδι του, τότε είναι ανάγκη αυτη η συνάντηση να συμβεί και στους ποιμένες του. Μόνον που τους ιερείς αποστέλλει το Πνεύμα κινώντας τον επίσκοπο, ενώ έρημος τους είναι εκείνη της πληγωμένης ανθρώπινης φύσης. Τους οδηγεί το Άγιο Πνεύμα δια του επισκόπου στην άσκηση της πνευματικής πατρότητας, όχι διότι διαθέτουν κάποια ικανότητα η έφεση. Οι συνετοί συστέλλονται στο να συνδράμουν τον Κύριο στην δημιουργία νέων θεών. Αλλά το Πνεύμα του Θεού αθετεί την σύνεση των συνετών και τους καλεί δια της Εκκλησίας λέγοντας τους: «Άρχισε πριν να είσαι έτοιμος».
Με αυτό το ήθος η ποιμαντική της Εκκλησίας διακονεί τον Χριστό παρατεινόμενο εις τους αιώνες. Η θεία ενσάρκωση είναι το θεμέλιο της εξομολόγησης. Η ανοικοδόμηση του ναού της καρδιάς και η σύναψη του με την Εκκλησία του Παρακλήτου από τον Κύριο μας Ιησού Χριστό.
Αυτή η οικοδομή ξεκινά όταν ο πιστός λαμβάνει το Βάπτισμα. Συνεργεί όμως ο ίδιος στην εις Χριστόν αύξηση του ενεργά από τότε που λαμβάνει συνείδηση του αυτεξουσίου του, δηλαδή στην εφηβική ηλικία. Τότε γεύεται τις διαφορές στις πνευματικές ποιότητες που ιχνογραφεί ο θείος Παύλος στους Αθηναίους λέγοντας τους: «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξ. 17: 28).

Ο πνευματικός γεύεται κατά το ταξίδι της διακονίας του με ένα νέο τρεις ποιότητες ζωής. Πρώτα εκείνη της ζωής που οι αισθήσεις μαρτυρούν σαν πραγματικότητα, έπειτα εκείνη της κίνησης η δράσης, όπου οι πόθοι κινούν προς τους στόχους, και τέλος ίσως και εκείνη του «είναι», που αναφέρεται στην έσχατη δικαίωση κάθε άνθρωπου, δηλαδή την αμετάθετη ένωση με τον Κύριο.
Τα τέσσερα επίπεδα πραγματικότητας που συγκροτούν κάθε πρόσωπο: εκείνο της ζωικής φυσιολογίας του, το δεύτερο της ψυχικής λειτουργίας, το τρίτο της επήρειας του πονηρού και το τελευταίο της θεϊκής ενέργειας λειτουργούν διαφορετικά σε κάθε μια από αυτές τις φάσεις της πνευματικής ανάπτυξης.
Στον καιρό μας συμβαίνει η διακονία του πνευματικού να επεκτείνεται από το μυστήριο της μετανοίας και σε εκείνα της κατήχησης και πνευματικής αγωγής. Διακονίες που παλαιότερα ασκούσαν άλλα μέλη εκκλησιαστικού σώματος, τώρα επιβαρύνουν τους ώμους των πνευματικών. Αυτό μας οδηγεί στην ανάγκη για μια πιο επισταμένη γνώση της ανθρωπολογίας των νέων μας.
α. Η ζωική φυσιολογία.
Η εκ της γης σύσταση του ανθρωπίνου σώματος μας συνδέει με δυνάμεις που εγκρύπτονται στην ύλη. Οι δυνάμεις αυτές, που είτε με φανερό είτε με μυστικό τρόπο ενεργούν στην σωματική υπόσταση, διακρίνονται σε αυτές των όποιων έχουμε την λογικοποίησή τους (πείνα, δίψα, πόνος κ.τ.λ.) και σε εκείνες που ονομάζουμε λόγω της άλογης ορμής τους ένστικτα (αυτοσυντήρησης, μητρικό, αναπαραγωγής κ.τ.λ). Στην εφηβική ηλικία αφ' ενός η ισχυρή ορμή των ένστικτων και αφ' ετέρου η άγνοια των ορίων της φύσης οδηγεί πολλά παιδιά μας σε μια άβολη έως και κακή σχέση με το σώμα τους. Αδεξιότητες, πειραματισμοί, πολιτιστικά πρότυπα και κυρίως το «άγουρο» αυτεξούσιο πλήττουν την σωματική τους υπόσταση γεμίζοντας την με πληγές και τραύματα. Εάν το σώμα είναι «η αδελφή μου η ζωή» (Πάστερνακ), τότε συχνά για τον έφηβο αυτή είναι μια κακιά αδελφή. Το σώμα, ως ο οικειότερος κόσμος τους, γίνεται άλλοτε τόπος φυλακής, από τον όποιο θέλουν να διαφύγουν αναζητώντας κάτι το «πνευματικότερο», και άλλοτε τόπος «εθελοθρησκίας» όπου η φαντασία προτείνει στο παιδί την διαμονή στο ονειροπόλημα ενός πλασματικού προσώπου που, ακόμα κι αν είναι μάσκα του αληθινού, θα παρέχει ανακούφιση και ασφάλεια.

Μην αντέχοντας το βάρος της έμπονης ανάπτυξης του προσώπου του εν σώματι ο νέος έχει δύο επιλογές: α) το μέμφεται επαναστατώντας εναντίον του, γιατί τον «πνίγει», β) το λειτουργεί μηχανιστικά για να αποφορτίζει τον ψυχικό του κόσμο από τις πιέσεις, εξωγενείς και ενδογενείς. Είναι παράδοξο, αλλά και οι δύο στάσεις κινητοποιούν ψυχικούς μηχανισμούς υπέρ της ανεύρεσης της ταυτότητας τους εκτός του σωματικού τόπου, σε ουτοπίες. Το ερευνητικό «γιατί» στην έναρξη κάθε εφηβικής ερώτησης σε σχέση με την φύση του σώματος μεταλλάσσεται σε επιχείρημα για απόδραση όχι από την έρευνα αλλά από το ίδιο το σώμα. Η επαναφορά στο «πως» τώρα να ζω με το σώμα μου στο σώμα μου γίνεται στον καιρό μας όλο και πιο δύσκολη.

Εύκολα η αιτία της εφηβικής θύελλας αποδίδεται στο σώμα και όχι στην θέληση. Έτσι καταλύονται τα όρια της φύσης του σώματος και περιφρονείται η ισχύς των ενστίκτων του. Η φιλαυτία, δυναμωμένη από την κατάκριση που κατά την εφηβεία την θρέφει προτρέπει σαν διέξοδο εκτόνωσης της νεανικής οργής το σωματικό πεδίο. Από εδώ ξεκινά ένα ποιμαντικό κεφάλαιο αδιεξόδων, που δυστυχώς συνοδεύει πολλούς ανθρώπους μέχρι τα γηρατειά τους. Τολμώντας ένας έφηβος να μιλήσει για τέτοιας μορφής αδιέξοδα κρίνει πολύ αυστηρά τον συνομιλητή του για την στάση του απέναντι σε όσα για τον ίδιο είναι ανυπόφορα. Αδειάζει τα σκουπίδια των παθών του επάνω στον ιερέα περιμένοντας τρυφερότητα απέναντι τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει ο πνευματικός να έχει φίλο το σώμα του για να πείσει έναν έφηβο ότι είναι «ένας ναός που βαδίζει» (Rodin). Ο νέος που οδυνάται για πληγές από αστοχίες στην σωματική του φύση παίρνει μηνύματα όχι μόνο από τον λόγο του ποιμένα αλλά και από το σώμα του. Τα κύτταρα του σώματος εκπέμπουν σήματα χαλάρωσης ή έντασης στον δέκτη, ακούν, βλέπουν και μιλούν.

Η φανέρωση ή και η αναγνώριση των ορίων της σωματικής υπόστασης κατά την επικοινωνία μαζί του δεν πρέπει να γεννά ενοχές που κλείνουν τον νέο στον εαυτό του, αλλά επίγνωση του σωματικού θησαυρού ως τόπου ανάπτυξης της αγάπης. Στο τμήμα των ένστικτων ας μην δίνεται η ψευδής εντύπωση πως η λογικοποίησή τους είναι μια άμεση λειτουργία, αυξάνοντας το εφηβικό άγχος και γκρεμίζοντας την αγαθή φιλαυτία που ο Κύριος έσπειρε στην γη τους. Η λογικοποίησή αυτή, ακόμα και για μας τους μεγαλύτερους, είναι αγώνας ζωής, πόσο μάλλον γι' αυτούς. Άλλωστε τις διαστάσεις της ανθρώπινης φύσης μόνο ο Κύριος τις γνωρίζει.

Μια άλλη θεμελιώδης εσωτερική διάκριση στον πνευματικό που του τίθενται σωματικές πληγές, είναι αυτή του θεολογικά ορθού από το παιδαγωγικά εφικτό. «Έτερος ο της εντολής λόγος και έτερος ο του γίγνεσθαι την εντολήν τρόπος», καθώς ορίζει ο αγ. Μάξιμος. Άλλο να το να γνωρίζει ο πνευματικός την εντολή και άλλο το να καλλιεργεί την εφαρμογή της. Σε αμαρτήματα που συνδέονται με σαρκικά πάθη ή παραπάνω αρχή απεγκλωβίζει τον πνευματικό από την προσκόλληση του σε ηθικές συνταγές, επαναλήψεις συνθημάτων και εμπιστοσύνη στην πείρα. Τον ανοίγει στον χώρο της προσευχής, όπου το Πνεύμα του Θεού ορίζει την στάση του πνευματικού, διδάσκοντας πρώτα εκείνον και έπειτα το παιδί, πως από κοινού να ευαρεστήσουν τον Κύριο.
Στο φάσμα της ζωής ανήκει η πληγή του νέου, στο φάσμα της δράσης η καλλιέργεια της θεραπείας και στο «είναι» η εκπλήρωση της στην νεανική ψυχή από τον Παράκλητο που ο νέος παλεύοντας είλκυσε. Όλα λοιπόν ξεκινούν από την φανέρωση της πληγής την εξομολόγηση της. Είναι γι' αυτό σημαντικό ό πνευματικός να δείχνει απεριόριστη ανοχή να λέει ο νέος ό,τι θέλει γύρω από αυτά τα θέματα, να μπορεί να λέει τα μυστικά του. Η πρωτοβουλία ανήκει σε εκείνον, το κλίμα όμως το διαμορφώνουμε εμείς, η Εκκλησία. Ας αποφεύγεται η ανταλλαγή θέσεων. Δεν είναι συνετό να προπορεύεσαι του πληγωμένου αλλά να συμπορεύεσαι μαζί του ακολουθώντας τον βηματισμό του. Δεν είναι ποιμαντική εργασία να σκαλίζονται φιλοπερίεργα οι ψυχές, αλλά να δροσίζονται. Η Εκκλησία παρέχει την σκιά της για να ξαποστάσουν, όπως η κολοκυθιά στον προφήτη Ιωνά, με στόχο την μετάνοια.

Η ζωική λειτουργία του σώματος δεν είναι μία αμαρτητική αλλά μία φυσική λειτουργία. Ποτέ η Εκκλησία μας δεν επαίνεσε την σωματοκτονία, είτε αυτή πλήττει τον νέο με μια συγκατάθεση στον μολυσμό είτε προτείνοντας μια «φονική» άσκηση «την εαυτού σάρκα εκτρέφει και θάλπει». Η φυσιολογία, αν δεν ειδωθεί εκ μέρους του πνευματικού ως μια ευλογία σύνδεσης μας με όλη την κτιστή υλική δημιουργία, θα οδηγήσει τους νέους μας είτε σε έναν μονοφυσιτικό αγγελισμό που ρέπει σε ουτοπικά αιτήματα είτε στην απόρριψη της ζωής του Χριστού, αφού σε αυτήν δεν θα έχει θέση η φύση τους. Περιμένουν να τους εμφυσήσουν οι πνευματικοί την αγάπη για την πρόσκαιρη ζωή ως δώρο του Θεού και μόνον εφ' όσον εκτιμήσουν την εδώ ζωή ποθούν την αιώνια.

Στρεφόμενοι στην ευχαριστία προς τον Θεό για την χορηγία της ζωικής φυσιολογίας έχουμε ανέβει στο πρώτο σκαλί για να δοξαστεί ο Κύριος μέσα σε αυτά τα σώματα. Έτσι θα αποφορτίζεται η νεανική καρδιά παίρνοντας το μήνυμα, όπως το λέει ο Μαγιακόφσκι: «και η ζωή είναι καλή και να ζεις είναι καλό». Ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο για την θεολογία μας, που βοηθά στην ποιμαντική των νέων, είναι η υποτακτικότητα του σώματος. Η ζωική φυσιολογία έχει μνήμη. Δεν αναφερόμαστε στην εγκεφαλική λειτουργία αλλά στο όλο σώμα. Πολλές φορές, εκεί που η αναπηρία της ψυχής σκοτεινιάζει τα παιδιά μας, από το σώμα τους, αυτό το πορώδες σφουγγάρι, αναδύεται η χάρη του χρίσματος στηρίζοντας την ψυχή. Το «Θυμήσου σώμα» του Καβάφη συχνά αποτελεί το έσχατο σωσίβιο της νεανικής καρδιάς. Το σώμα θυμάται τον Χριστό που ντύθηκε, τα πρόσωπα που το αγάπησαν αφήνοντας επάνω του αποτυπώματα ευλογίας. Μέσα στα τρυπημένα χέρια του αναστημένου σώματος δεν βρίσκουμε μόνον όλους τους εργάτες της ανομίας αλλά και τις μητρικές θωπείες της Θεοτόκου και τα ευγνώμονα αγγίγματα θεραπευμένων τυφλών οφθαλμών, αλλά και αποτυπώματα μικρών παιδιών που αγκαλιάστηκαν.
Πληγές στην ζωική φυσιολογία των νέων συμβαίνει να μην είναι στενά ατομικές. Να συμμετέχουν σε αυτές γονείς, φίλοι, αδέλφια, πρόγονοι κ.α. Μπορεί ένα υστέρημα ζωικής λειτουργίας σύμφωνα με την φύση να έχει όχι μόνον αιτία αλλά και νοηματικό στόχο έκτος του νέου και κάποιο η κάποια από τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του. Όπως το σώμα ενός άγιου άφορα την ζωή πολλών, έτσι και το σώμα ενός νέου είναι τόπος σχέσεων με άλλους, πιστούς, απίστους και ετερόπιστους.
β. Η ψυχική λειτουργία.
Η ψυχική λειτουργία του ανθρώπου περιλαμβάνει τον νου, τον λόγο και την αίσθηση. Ο νους σαν αγαπητικός οφθαλμός θεάται τις ενέργειες του Θεού, ο λόγος φανερώνει τις αιτίες και τα νοήματα των κτιστών και των άχτιστων, ενώ η αίσθηση αγαπά να ενώνει τα ορατά που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις με τον Δημιουργό τους. Οι τρεις αυτές δυνάμεις δεν είναι στεγανοποιημένες η μία από την άλλη και, όταν λειτουργούν με γνώμη σύμφωνη προς την κλήση τους, τότε η ψυχική λειτουργία ελκύει την ζωή του Θεού και την αφομοιώνει το πρόσωπο. Ανάμεσα στον νου και στον λόγο λειτουργεί η γέφυρα που αποκαλούμε διάνοια, δηλαδή η λογική σκέψη. Αύτη δεν είναι παρά φυσική ικανότητα που υπηρετεί τις δύο όχθες πάνω στις όποιες στηρίζεται, τον νου και τον λόγο. Όταν ο νους και ο λόγος ενεργούν με φιλαυτία, τότε το διανοητικό στρέφεται στα γήινα, τα όποια περιεργάζεται σαν να είναι άλογα φαινόμενα της πραγματικότητας. Επίσης ανάμεσα στον λόγο και την αίσθηση λειτουργεί μια άλλη γέφυρα, που και αύτη είναι φυσική ικανότητα, η φαντασία, την οποία κατανοούμε όλοι σαν λειτουργία παραμυθίας. Ενώ όταν λόγος και αίσθηση αναφέρονται στον Θεό, η φαντασία γίνεται τόπος έμπνευσης, κατά την ασθένεια τους από την φιλαυτία εκπίπτει στην διάπλαση εξαρτήσεων που δυναμώνοντας το αισθησιακό πνεύμα στις αισθήσεις τις τραυματίζουν.
Τα προβλήματα που δημιουργούνται στην ψυχική λειτουργία επικεντρώνονται κυρίως στην σταδιακή υποκατάσταση των τριών πρωτογενών δυνάμεων από εκείνες που θα έπρεπε να τις υπηρετούν. Έτσι βλέπουμε στον φαντασιακό και στον διανοητικό χώρο των νέων ανθρώπων την πλειονότητα των ρωγμών του ψυχικού τους κόσμου.
Η ψυχική λειτουργία εκδηλώνει την ενέργεια της με δύο τρόπους: τον νόμο και την ηθική. Η υπερήφανη διάνοια στρέφεται ενάντια στους κοινούς νόμους που καλούν σε συνεννόηση τους ανθρώπους. Επιθυμεί να στήσει προς προσκύνηση το δικό της είδωλο, καθώς ο Ναβουχοδονόσορας. Από την άλλη μεριά, η φαντασία στοχεύει ενάντια στην ηθική, το λεγόμενο ψυχολογικό επίπεδο. Η ηθική, ενώ φαίνεται να μοιάζει με τον νόμο λόγω της πρόσκλησης για την τήρηση εντολών, διαφοροποιείται σε ένα σημείο. Ο νόμος στηρίζεται στην ανάγκη, ενώ η ηθική στην ελευθερία. Τηρώ την ηθική εντολή, επειδή το αίσθημα της αγάπης με οδηγεί να θέλω να αρέσω στον αγαπώμενο. Τηρώ τον νόμο λόγω της ανάγκης που μου γεννά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Όταν λοιπόν πλήττεται η ατελής έστω προσπάθεια για την επίτευξη του ηθικού, αναλαμβάνει την ηγεμονία η φαντασία. Η φαντασία προτείνει την ηδονή που μπορεί κάποιος να απολαύσει για όσα στερείται, μετακυλίοντας την λειτουργία της από τον χώρο της παραμυθίας σε εκείνον του μύθου. Ενώ η παραμυθία χρησιμοποιεί τον μύθο για να υπηρετηθεί ένα πνευματικό νόημα, όπως π.χ. οι παραβολές που χρησιμοποιεί ο Κύριος, ο μύθος γίνεται το νόημα για να αντικαταστήσει την αλήθεια.

Από την κυριαρχία της σκέψης επάνω στον νου και τον λόγο γεννάται η ειδωλολατρία και από την κυριαρχία της φαντασίας επάνω στον λόγο και την αίσθηση γεννάται ο μύθος. Όταν ο μύθος και η ειδωλολατρία γίνουν το επικρατούν περιεχόμενο της ψυχικής λειτουργίας, τότε ο νέος αποδημεί σε μακρινή χώρα. Η πατρική εστία, που με υπομονή καλλιεργούσε την ταπεινή αγάπη στην ψυχολογική λειτουργία, εγκαταλείπεται. Η διάνοια και η φαντασία είναι οι φάροι που όταν ανάβουν μας πληροφορούν για την ύπαρξη υφάλων κάτω από τα μανιασμένα κύματα της εφηβικής ψυχής. Από εκεί ξεκινά η συμμετοχή στα πάθη του νέου. Ο ενθουσιασμός για την πρώτη του ανταπόκριση σύντομα θα μετατραπεί σε απογοήτευση. Η χαρά για την πνευματική πρόοδο είναι μια εναλλακτική τροφή του αισθησιασμού των αισθήσεών του που αναζητά ποικιλία για να μην πλήττει. Δεν αρκεί το να μπολιαστεί με καλές σκέψεις και πνευματικά οράματα, που αργά ή γρήγορα θα καλυφθούν από τις αναθυμιάσεις των πληγών που χαίνουν στον νου του ή στον λόγο του. Απορώντας για το τι φταίει, η ερμηνεία θα αποδίδεται στον αντίπαλο ή στον μικρό ζήλο, ενώ αιτία θα είναι η άγνοια του πνευματικού να επικεντρωθεί στα πάσχοντα θεμέλια. Εάν εργαζόμαστε εκεί ταπεινά και με προσευχή, σιγά-σιγά θα περιορίζονται οι μαξιμαλιστικές πνευματικές μας προσδοκίες. Αυτός είναι και ο λόγος που οι παλαιοί Πατέρες έλεγαν: «πρώτα τα ψυχολογικά και μετά τα πνευματικά».

Τι θέλει να κρύψει από τους αμύητους ο λόγος; Το ότι υγεία στην ψυχική λειτουργία αποτελεί να είναι και οι τρεις δυνάμεις που την συγκροτούν ανοικτές στον Θεό. Αμαρτία λοιπόν είναι να στρέφεται η ψυχή στον εαυτό της είτε από αιτία λύπης είτε από αιτία χαράς. Το έργο επομένως που κύρια επιφορτίζεται εκείνος που ποιμαίνει νέους και εφήβους είναι η άσκηση των ψυχικών τους δυνάμεων να αναφέρονται στον Κύριο και η συνήθεια που θα φέρει την σταθερότητα. Η ηθική ζωή είναι ως επί το πλείστον προϋπόθεση της πνευματικής. Οικοδομεί την ελπίδα πως εάν ο νέος χτίσει σε σταθερό βράχο προφέροντας με τις ψυχικές του δυνάμεις τον λόγο «Κύριε, σος ειμί εγώ σώσον με», τότε η πνευματική ζωή που ανήκει συχνά σε ωριμότερες ηλικίες της ζωικής φυσιολογίας θα απαντηθεί από τον Κύριο με το «υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε». Η άσκηση που υπηρετεί την μνήμη του θεού, στερεώνει και καρποφορεί με υπομονή την αύξηση των ηλικιών του Χριστού στην νεανική ψυχή. Σιγά σιγά ο νέος πιστός γίνεται χριστιανός, δηλαδή εκκλησιάρχης του κόσμου. Εάν ο πνευματικός προσεύχεται να τον οδηγήσει η χάρη σε ιεραρχημένη παράδοση της γνώσης του Θεού, τότε θα βλέπει τους νέους να συνάπτουν τον νου τους με το Πνεύμα του θεού όπως ανάλογα και τις νέες, την αίσθησή τους με το Πνεύμα του Θεού. Δεν θα συγχέει στους μεν πρώτους τον νεανικό ζήλο με το πνεύμα της θεολογίας, ούτε στις δεύτερες την ψυχική αγάπη με την πνευματική. Ακολουθώντας τους κανόνες που συντάσσουν την ψυχική λειτουργία προς την πνευματική αναφορά στον Κύριο, η κίνηση ή όπως ονομάσαμε το γίγνεσθαι καταλήγει στην οντολογία. Αυτή δεν είναι άλλη από την συγκρότηση από το Πνεύμα το Άγιο ενός ταπεινού «εγώ» που να διαμένει μέσα του το «είναι» του Θεού.


γ. Η επήρεια του πονηρού.
Αυτό που είναι αρχή της ζωής στην Εκκλησία είναι η καλλιέργεια της θεϊκής αγάπης στην ανθρώπινη καρδιά και όχι η ενασχόληση με τα πονηρά πνεύματα. Είναι όμως κοινή και προφανής πείρα σε όλους τους εκκλησιαστικούς Πατέρες ότι ο αντίπαλος μας ενεργεί με μίσος, προσπαθώντας να πετύχει την απομάκρυνσή μας από την αγάπη. Η πάλη μας είναι «προς τας αρχάς του σκότους του αιώνος τούτου», κατά τον λόγο του Παύλου, και είναι μια πάλη που καθορίζει εν πολλοίς την αιωνιότητα του καθενός μας. Στον νέο, που συχνά αγνοεί την διάσταση του προβλήματος, οι κεντρικοί στόχοι, όπου βάλλεται, είναι τα πεδία της σωματικής φυσιολογίας και της ψυχικής λειτουργίας.

Μέσα στο περιβάλλον που έχουμε διαπλάσει σαν πολιτισμός, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πείσεις ένα νέο ότι ένας λογισμός του μπορεί να μην είναι δικός του αλλά να του έχει υποβληθεί, ότι μια επιθυμία του μπορεί να κρύβει άλλο στόχο που δεν τον έχει ορίσει ο ίδιος, ότι ένα άλλο πνεύμα ίσως εκμεταλλεύεται μια σωματική του αδυναμία, για να τον κάνει να απελπιστεί. Πρέπει να είναι προετοιμασμένος ο πνευματικός να βρεθεί αντιμέτωπος με αυτήν την κατάσταση της δυσπιστίας εκ μέρους του νέου για την ύπαρξη του πονηρού. Από την άλλη, δεν είναι σπάνια εκείνη η συμπεριφορά όπου το σύνολο των προβλημάτων και αδυναμιών τους οι νέοι το αποδίδουν στον εχθρό. Στην πρώτη περίπτωση, από μόνη της η στάση μας οδηγεί σαν πυξίδα πως έχουμε απέναντι μας έναν ορθολογιστή νέο, ενώ στην δεύτερη έναν νέο που πάσχει στην φαντασία. Το να πιστεύει κανείς ότι όλα τα ορίζει ο ίδιος και όλα εξαρτώνται από τον ίδιο είναι εξίσου άρρωστο με την μοιρολατρία εκείνου που την ευθύνη σε όλα την αποδίδει σε άλλους. Στα χρόνια μας βέβαια πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι πνευματικοί δείχνουν προνομιακή συμπάθεια στην δεύτερη κατηγορία νέων, που με ευκολία μετακυλούν στην υπακοήυποταγή απ' ό,τι στην πρώτη κατηγορία παιδιών που είναι ενοχλητικά, γιατί πρέπει συνεχώς να βρίσκεις απαντήσεις στα επίμονα ερωτήματα τους.

Άλλη σημαντική παράμετρος είναι πως η κατοχή του νέου από ένα πάθος δεν είναι μια κατάσταση ανεξάρτητη από τον τρόπο λειτουργίας των υπόλοιπων δυνάμεων της φύσης του. Όπως χρειάστηκε πολύς χρόνος και πολλές φάσεις για να εδραιωθεί μέσα του η ενέργεια της αμαρτίας, αναλόγως πολύ χρόνος και πολλές φάσεις θα περάσει το πνεύμα του για να εδραιωθεί στην αγάπη. Ακόμα κι αν η χάρη ξεριζώνει τα αγκάθια από το ψυχικό χωράφι άμεσα, αυτό χρειάζεται πολυχρόνιους κόπους για να αφομοιώσει τα κύματα των θεϊκών επισκέψεων. Οι αλλεπάλληλες επισκέψεις και άρσεις της χάρης παιδαγωγούν τον νέο στην ταπεινή ζωή, αποκαθιστώντας σταδιακά και αργά όχι μόνον τα τραύματα από τα πάθη αλλά και τις σχέσεις των επιπέδων που διέπουν το πρόσωπο.
Η συγκατάθεση του νέου για την πάλη του με την ενέργεια αυτή θα πρέπει να καταγράφεται περισσότερο στον αγώνα του υπέρ της αγάπης του Χρίστου παρά εναντίον του αντιπάλου. Η ζωή του νέου θα είναι καλό να μην θεωρείται μέσα από το πρίσμα της ατομικής του σωτηρίας και αιώνιας τακτοποίησης, αλλά μέσα στο καλειδοσκόπιο της ταλαιπωρίας όλου του γένους του Αδάμ από τον εχθρό. Η συνείδηση ότι η ελευθερία από ένα πάθος έχει επίπτωση όχι μόνον στον ίδιο, αλλά και σε πλειάδα άλλων προσώπων που πάσχουν όπως εκείνος ή η ένταξη στην προσευχή για μια λύπη που έφερε το πονηρό πνεύμα όχι μόνον για την στενά ατομική ύπαρξή του αλλά και για όλους όσους, όπως εκείνος τώρα, διάγουν σε λύπη, ανοίγουν νέες διαστάσεις στο πρόσωπο του. Αυτή η αγωγή ελκύει πολλή χάρη στην νεανική ψυχή, που διψά για κοινωνία και ηρωισμό. Ο νέος και ο έφηβος προκαλούν όλους να τους προσπεράσουν, όπως έκανε ο ιερέας της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη. Το να περιφρονήσει ό πνευματικός κάποιον που ταλαιπωρείται από την ενέργεια του εχθρού δείχνει κάτι πολύ άσχημο για τον ίδιο, ότι δεν μπορεί ακόμα να χωρέσει ούτε όλον τον Θεό ούτε όλο τον Αδάμ. Τότε δεν θέλει ντροπή, πρέπει να πιάσει από το χέρι τα μικρά παιδιά για να του ξαναμάθουν την ζωή της άδολης πίστης.

Πιθανόν όμως κάποιοι πνευματικοί να θέλουν από «ευσπλαχνία» να επεμβαίνουν στον αγώνα ενός νέου για να τον ανακουφίζουν από τον πόλεμο του. Όσοι λόγω της ευαισθησίας τους θέλουν να παρηγορούν τους αγωνιστές, δεν κάνουν για το έργο του πνευματικού. Ακόμα και μια περιστασιακή παρηγοριά καταλήγει από ανακούφιση της δίψας σε γεύση του όξους. Ό πνευματικός διδάσκει το πως να μένουμε στον σταυρό που μας ενεχείρισε η πρόνοια του Θεού και όχι πως να κατεβαίνουμε από αυτόν. Το έργο του είναι να δοξάζεται ο Θεός επάνω σε εκείνη την πληγή που ο νέος όταν πλησίασε την Εκκλησία ονόμαζε κατάρα της ζωής του.
Ακόμα και εάν υπάρχει όχι απλή ενέργεια του εχθρού αλλά και αυτή η επώδυνη κατοχή, η κλήση του πνευματικού είναι να προσεύχεται με ταπεινό πνεύμα να ενεργήσει ο Κύριος την πρόνοια Του κατά το συμφέρον του πλάσματος Του. Να θυμόμαστε πως ο γίγαντας Παχώμιος αρνιόταν επίμονα να διαβάσει εξορκισμούς σε όσους προσέρχονταν σε αυτόν, αρκούμενος στην προσευχή για τους ασθενείς. Είναι πολύ σοφή και διακριτική η απόφαση της συνόδου της Εκκλησίας μας το θέμα των ευχών αυτών να χρήζει της συγκατάθεσης του επισκόπου. Η συνάντηση με την ενέργεια του εχθρού μέσα σε έναν νέο καταλαβαίνουμε όλοι μας ότι δεν αφήνει ανεπηρέαστο και τον πνευματικό. Η προετοιμασία του για την συνάντηση με τον νέο είναι ένας άλλος βασικός παράγοντας της διακονίας του, όπως και η στάση του μετά από την επικοινωνία. Είναι καλό να μεταδίδεται το αίσθημα του πόσο μοναδικός είναι για τον Χριστό ο κάθε άνθρωπος, πόσο μάλλον το παιδί. Αυτή η βιομηχανία πολυπληθών εξομολογήσεων σύντομα εξουθενώνει τον πνευματικό αλλά συχνά τον οδηγεί και σε πολλά σφάλματα. Είναι καλό να περιμένει με πολλή προσοχή και ένταση όλων των δυνάμεων του το σύντριμμα του Χριστού που τον πλησιάζει. Ακούγοντας πολλά και λέγοντας τα ελάχιστα που το Πνεύμα του Θεού λαλεί στην καρδιά του έχουμε επιτελέσει την κλήση του.
Ένα άλλο περιφρονημένο κεφάλαιο είναι αυτό που έχει να κάνει με τα αποτελέσματα της συνάντησης μας με την ενέργεια του πειραστή. Αυτή η πάλη μέσα στην προσευχή και η βοήθεια του Χριστού στο παιδί εξουθενώνει ψυχικά και σωματικά τον πνευματικό. Μετά από κάθε τέτοια συνάντηση των αποστόλων, ο Κύριος, αφού Του διηγούνταν τι συνέβη, τους απέστελλε στην έρημο για να ησυχάσουν στην προσευχή, γιατί όπως το είπε με το στόμα του Παύλου: «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» αλλά και «σκοπών σεαυτώ μη και συ πειρασθής». Ας φροντίζουν οι πνευματικοί να βρίσκουν λίγη έρημο και για εκείνους εκπληρώνοντας την διακονία τους με ευχαριστία και αποφεύγοντας την υιοθέτηση των ορθογραφικών λαθών των νέων στο δικό τους λεξικό.

δ. Η θεϊκή ενέργεια.
Η διαφορά του Κύκλωπα από τον Οδυσσέα είναι θεμελιώδης και αφορά ένα λεπτό σημείο. Βρίσκονται και οι δύο μέσα στην σκοτεινή σπηλιά, όπου δεν έχει και τόση σημασία εάν έχουν δύο η έναν οφθαλμό. Θα λέγαμε ότι είναι ίσως προνομιακή η θέση του μονόφθαλμου Πολύφημου μια και το σκοτάδι σαν χτυπά στα δυό μάτια γίνεται πιο σκοτεινό και πιο βαθύ απ' ό,τι στο ένα. Εάν όμως και οι δύο είναι δέσμιοι της σκοτεινής σπηλιάς γιατί διέπραξαν ύβρη, ο Πολύφημος με την πεισματική επιμονή του σε αυτήν φανερώνει να έχει παγιωθεί και σε αυτό που ονομάζει ο Αισχύλος άτη (Πέρσ. 8212). Τι είναι τούτη η άτη; «Είναι το στοιχείο εκείνο που αποτυφλώνει τον διαπράττοντα την ύβριν άνθρωπο και που, μερικές φορές, τον κάνει να συμπαρασέρνει στην πτώση του όχι μονάχα τους συγγενείς του και τους φίλους του αλλά και την πολιτεία ολάκερη, αφού πρώτα ο ίδιος, κατά την πλατωνική ρήση, εγκαταλειφθεί έρημος Θεού» (Ν. Γιανναδάκης, Αποτυπώματα).

Όταν λοιπόν θέλουμε να μιλήσουμε για την θεϊκή ενέργεια μέσα σε ένα νέο ξεκινάμε από αυτό το σημείο: Βλέπει την τύφλωση του; Θέλει να βγει από την σπηλιά η την νιώθει σπίτι του; Έχοντας διαπράξει ύβρη απέναντι στους νόμους της ανθρώπινης φύσης θλίβεται η είναι αναίσθητος και δεν βλέπει αμαρτία; Όταν λοιπόν συναντάμε έναν νέο στο επίπεδο της αγάπης του Θεού, είτε θα βρούμε έναν 'Οδυσσέα όπου η χάρη του δείχνει τις πληγές και οδυνάται είτε έναν Κύκλωπα της αμετανοησίας. Εάν διατίθεται να πονέσει από την συνάντηση του με την αγάπη, τότε υπάρχει η ελπίδα να ελευθερωθεί. Στο ταξίδι αυτό θα πρέπει να είναι έτοιμος ο πνευματικός να περάσει μαζί του πολλά και μεγάλα διαστήματα θεϊκής εγκατάλειψης. Τα παιδιά είναι ανάγκη να διδαχτούν από τον Κύριο την ποιότητα της αγάπης Του, που είναι τόσο ξένη και διαφορετική από τα μέτρα του κόσμου. Οι αλλεπάλληλες επισκέψεις και άρσεις αυτής της αγάπης, οι παρουσίες και οι απουσίες του Θεού χαλυβδώνουν στην ψυχή του νέου την πνευματική ανδρεία. Αυτή δεν είναι άλλη από την ομολογία με θάρρος και ελπίδα στην αγάπη του Θεού των αμαρτιών τους.

Η αγωγή του Θεού που κρύβεται από την ζωή του παιδιού έγκειται στο να του διδάξει ο Θεός μια άλλη πίστη, μια άλλη ελπίδα και μια άλλη αγάπη. Ελεύθερες από την προσδοκία ενός δώρου, από το σχήμα του κάνω κάτι για να κερδίσω κάτι. Στον καιρό της εγκατάλειψης θα φανερωθεί εάν εντείνουν τον αγώνα τους να τηρήσουν τον λόγο Του με ακόμη περισσότερη ένταση έτσι ώστε να μην φανεί μέσα τους καμία ελάττωση της ενέργειας της αγάπης Του. Αυτή η στάση θα τους αναδείξει πιστούς Του. Εάν, όταν Εκείνος που αγαπούμε απουσιάζει, εμείς Τον αναζητούμε έχοντας την ελπίδα μας σε Αυτόν, μεμφόμενοι τον εαυτό μας για όλα, γινόμαστε βασιλιάδες της καρδιάς μας. Εάν όμως φτάσουμε να Τον αγαπούμε όταν Αυτός μας αποστρέφεται και δεν ρίχνει ούτε ένα βλέμμα στην σκιά μας, ε, τότε έχουμε αρχίσει να αφομοιώνουμε την αγάπη Του, αφού όπως Εκείνος στον Σταυρό παραδίδουμε το πνεύμα μας στον εγκαταλείψαντά μας.

Το μυστήριο της παρουσίας της θεϊκής ενέργειας στον νέο έχει εν πολλοίς να κάνει με την άρνηση της να κυριέψει τον νέο, όπως επιθυμεί η επήρεια του πονηρού. Αρκείται ο Θεός να παρίσταται διακριτικά στην νεανική ζωή και να βαθαίνει την σχέση μαζί της αργά και με πολλαπλές παλινωδίες. Δεν είναι μία ευθύγραμμη σχέση που ξεκινά και καταλήγει. Είναι γεμάτη κενά, τρύπες και ανεβοκατεβάσματα, ανάπαυλες και υπνώσεις, εγέρσεις και εμπνεύσεις. Η ενέργεια της θεϊκής αγάπης δεν εργάζεται μόνον την διαπροσωπική σχέση της με τον νέο αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις του νέου με το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Η συνειδητοποίηση αυτή οδηγεί την ποιμαντική σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Δεν μπορούν οι πνευματικοί να έχουν δικά τους σχέδια για τα παιδιά, ούτε προσωπικές πνευματικές επιδιώξεις, που τελικά εμποδίζουν να φανερωθούν οι επιδιώξεις της βαθειάς καρδιάς των νέων, στην οποία ο Θεός έχει τον δικό Του τρόπο να αποκαλύπτεται. Είναι ανάγκη να αφήνουν ελεύθερο τον λόγο του Θεού να ενεργεί και εάν ποτέ είναι απαραίτητο να τον εκφράσουν τα χείλη τους, να είναι έτσι διατυπωμένος που να δίνει την δυνατότητα να απορριφθεί δίχως ένοχες, κατά το πρότυπο της στάσης του Κυρίου απέναντι στον πλούσιο νέο.

Ο Κύριος χτίζοντας έναν νέο οικοδομεί την ίδια την Εκκλησία Του με έναν νέο τρόπο. Για να ενταχθεί ο νέος στο αναστημένο Σώμα του Κυρίου χρειάζεται να γίνεται διάλογος στην βάση του ότι η καρδιά του πνευματικού θέλει να βρίσκει την καρδιά του παιδιού. Τότε δεν θα κλείνει τον δρόμο στο νέο και δεν θα εμποδίζει στο έργο Του τον Θεό. Ενώ θα ξεκινά να εκκλησιάσει τον νέο στην εκκλησιαστική κοινότητα, στο τέλος η θεϊκή αγάπη θα πληροφορεί τον νέο ότι ο ίδιος είναι όχι το ατομικό του ένα, αλλά ένας μοναδικός τρόπος σάρκωσης της κοινότητας του Χριστού.

από τη ΣΥΝΑΞΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου