Gold Cross

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Η τελευταία απάτη, που χρησιμοποιεί ο διάβολος, για να μας γίνωνται αιτία κακίας οι αρετές που αποκτήσαμε.


Το πανούργο φίδι, δεν σταματάει ποτέ να μας πειράζη με τις πανουργίες και τις απάτες του, ακόμη και σε αυτές τις αρετές, που αποκτήσαμε, για να μας γίνωνται αυτές αιτίες φθοράς και κακίας· επειδή, συναρεσκόμενοι σε αυτές και στον ίδιο μας τον εαυτό, φτάνουμε να υψηλοφρονούμε, και υψηλοφρονούντες πέφτουμε (φεύ!) μετά από αυτά στην κακία και στο λάκκο της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας. Οπότε, για να φυλαχθής, αδελφέ, από αυτό τον κίνδυνο, συμμάζεψε όλο το νού σου στην καρδιά σου και πολέμα πάντα αυτό τον δαίμονα, σαν να κάθεσαι, σε μια πλατιά και ευρύχωρη πολεμήστρα, στην αληθινή και πολύ βαθιά γνώσι της μηδαμινότητας του εαυτού σου· σκεπτόμενος, Πως αληθινά δεν είσαι τίποτα άλλο, παρά το μηδέν, και Πως δεν μπορείς να κάνης τίποτα, και Πως δεν έχεις τίποτε άλλο, παρά ταλαιπωρίες, αρρώστιες, κακίες και ελαττώματα, και Πως δεν σου ταιριάζει τίποτα άλλο, παρά αιώνια καταδίκη. Και αφού βεβαιωθής σε αυτή την αλήθεια, μην αφήσης ποτέ το νού σου να ασχοληθή με τα εξωτερικά πράγματα του κόσμου, ούτε καν από ένα παραμικρό λογισμό ή γεγονός που θα σου τύχη, έχοντας βέβαιο και σίγουρο, ότι όλα τα εξωτερικά πράγματά σου είναι τόσο εχθρικά, που αν είχες παραδοθή στα χέρια τους, θα ήσουν σίγουρα νεκρός ή πληγωμένος.

Και για να γυμνάζεσαι καλά και να κρατάς καλά την ανωτέρω πολεμήστρα της αληθινής γνώσεως της μηδαμηνότητάς σου, χρησιοποίησε αυτό τον κανόνα: Όσες φορές φέρεις το νού σου στη σκέψι του εαυτού σου και των έργων σου, να υπολογίζης πάντα με εκείνο, που είναι δικό σου και όχι με εκείνο που είναι του Θεού και της χάριτός του· και έπειτα, πίστευε τον εαυτό σου τέτοιο, ό,τι είδους τον βρίσκεις Πως είναι με την δική σου δύναμι, για παράδειγμα· αν σκεφθής τον χρόνο, που ήταν πριν να δημιουργηθείς εσύ, θα δής ότι σε όλη εκείνη την άβυσσο της αιωνιότητας ήσουν ένα καθαρό μηδέν, ούτε μπορούσες να κάνεις τίποτα, για να λάβης την ύπαρξι· πάλι στον καιρό που έχεις την ύπαρξι, για μόνο την αγαθότητα του Θεού, αφίνοντας σε αυτόν το δικό του (το οποίο είναι η διαρκής πρόνοια, με την οποία κάθε ώρα σε φυλάει), τι άλλο είσαι, παρά ένα μηδέν; Γιατί δεν μένει καμμία αμφιβολία, ότι στο πρώτο σου μηδέν (από το οποίο σε τράβηξε με το παντοδύναμό του χέρι ο Θεός), θα μπορούσες να γυρίσεις αυτοστιγμεί, αν αυτός σε αφήση για μία μόνη στιγμή.

Είναι λοιπόν φανερό, ότι μένοντας σε αυτή τη φυσική ύπαρξι, με την δική σου δύναμι, δεν μπορείς ποτέ να υπολογίσης τον εαυτό για κάτι ή να θέλης να σε υπολογίζουν οι άλλοι.

Έπειτα, αν σταθής καλά στο «εύ είναι» της χάριτος, πρέπει να σκεφθής καλά Πως αν η δική σου φύσις γυμνωθή από την θεία βοήθεια και την χάρι, ποιό καλό και αξιόμισθο μπορεί ποτέ να κάνη αυτή μόνη της; Βέβαια, τίποτα. Ώστε μπορείς και συ να λες με τον Παύλο «δεν εκοπίασα εγώ αλλά η χάρις του Θεού που είναι μαζί μου» (Α΄ Κορ. 15,10). Έπειτα, σκεπτόμενος από την άλλη πλευρά τα πολλά σου περασμένα λάθη, και επιπλέον σε αυτά τα άλλα πάρα πολλά κακά που θα έκανες, αν ο Θεός δεν σε εμπόδιζε με το σπλαγχνικό του χέρι, θα βρής ότι οι παρανομίες σου με τον πολλαπλασιασμό, όχι μόνο των ημερών και των χρόνων, στους οποίους έγιναν, αλλά ακόμη και των κακών σου πράξεων και των συνηθειών και παθών σου (γιατί η μία κακία καλεί και παρασύρει στον εαυτό της την άλλη), οι παρανομίες σου, λέω, μπορούν να φθάσουν σε ένα αριθμό σχεδόν αμέτρητο και συ θα γινόσουν ένας άλλος καταχθόνιος εωσφόρος.

Οπότε, αν δεν θέλης να είσαι άρπαγας και κλέφτης της αγαθότητας και της δόξας του Θεού· επειδή όλα τα άλλα τα έδωσε ο Θεός και στα κτίσματά του, την δόξα όμως την κράτησε αυτός, για να δοξάζεται μόνος ως Δημιουργός όλων, γι αυτό λέει, «την δόξα μου δεν θα την δώσω σε άλλον» (Ησ. 42,8), αλλά θα μένης πάντα με τον Κύριό σου και να δοξάζης αυτόν μόνο, όπως είναι δίκαιο, σε κάθε σου πράξι αγαθή, ως αρχή και μέση και τέλος όλων των αγαθών, πρέπει να πιστεύης ότι εσύ είσαι ο κατώτερος και ο χειρότερος όλων των ανθρώπων .

Και γνώριζε καλά, ότι αυτή η κρίσις που κάνεις για τον εαυτό σου, δεν έχει καθόλου υπερβολή, για να έχης αφορμή και από αυτό να υπερηφανεύεσαι· αλλά είναι δίκαια και αληθινή, και στη συνέχεια, αιτία ταπεινώσεως, το Πως είσαι δηλαδή από όλους τους άλλους χειρότερος. Εάν όμως και συ νομίζεις Πως γνωρίζοντας την πονηριά σου, ξεπερνάς κατά αυτό κάποιον άλλο, που φαντάζεται κάποιος κάτι για τον εαυτό του· γνώριζε ότι υστερείσαι και συ πολύ και γίνεσαι χειρότερος από αυτόν, αν και θέλης να σε υπολογίζουν οι άνθρωποι και να νομίζεσαι από αυτούς ως τέτοιος (ως άνθρωπος που μπορούν να υπολογίζουν), ο οποίος γνωρίζεις ότι δεν είσαι στην πραγματικότητα.

Λοιπόν, αν θέλης η γνώσις της πονηριάς σου και της μηδαμηνότητάς σου να κρατά μακριά τους εχθρούς σου και να σε κάνη αγαπητό στο Θεό, είναι ανάγκη, όχι μόνο να περιφρονής τον εαυτό σου ως ανάξιο, και στη συνέχεια άξιο όλων των κακών, αλλά και να θέλεις να είσαι καταφρονημένος και από τους άλλους, αποστρεφόμενος τις τιμές, χαιρόμενος στις κατηγορίες και κάνοντας όλα εκείνα, που οι άλλοι που έχουν κοσμικό φρόνιμα περιφρονούν. Αυτών τη γνώμη και τα λόγια μη δεχθής καθόλου , ούτε να εγκαταλείψης αυτή την αγία πράξι της περιφρονήσεως του εαυτού σου, για να γίνεται αυτό από σένα, γι αυτόν και μόνο τον σκοπό της ταπεινώσεώς σου και όχι για να αρέσης στους ανθρώπους και να σε έχουν σε υπόληψι.

Εάν δε και τύχει καμιά φορά, να σε αγαπούν πολύ και να σε επαινούν άλλοι για κάποιο καλό που σου έδωσε ο Θεός, στάσου καλά μαζεμένος μέσα στον εαυτό σου και μη μετακινηθής καθόλου από την αληθινή γνώσι της μηδαμηνότητάς σου, που λέχθηκε παραπάνω, αλλά στρέψου πρώτα στον Θεό, λέγοντας προς αυτόν με όλη σου την καρδιά· «Ας μη γίνει ποτέ, Κύριέ μου, να γίνω κλέφτης της δικής σου τιμής και χάριτος· σε σένα πρέπει αίνος, τιμή και δόξα· σε μένα ντροπή». «Σε σένα, Κύριε, η δικαιοσύνη και σε μένα η ντροπή του προσώπου σου» (Δαν. 9,7)· «όχι σε μας Κύριε, όχι σε μας, αλλά δόξασε το όνομά σου» (Ψαλμ. 113,9). «Η δόξα δική σου και εγώ δικός σου δούλος» (Έσδρ. 4,29).

Μετά από αυτά γύρισε προς αυτόν που σε επαινεί, μιλώντας έτσι μέσα σου με τον λογισμό σου· από που αυτός με έχει για καλόν, αφού δεν είναι άλλος καλός και αγαθός παρά μόνος ο Θεός μου; «ουδείς αγαθός, ει μη εις ο Θεός» (Ματθ. 19,17). Γιατί, κάνοντας έτσι και αποδίδοντας στο Θεό το δικό του, θα κρατήσης μακριά τους εχθρούς και θα γίνης άξιος να δεχθής μεγαλύτερα χαρίσματα και ευεργεσίες από τον Θεό. Αλλά και όταν η ενθύμησις των καλών έργων και αρετών που κάνεις σε παρακινούν στην υπερηφάνεια, αμέσως σκέψου, Πως τα έργα αυτά είναι του Θεού και όχι δικά σου και σαν να μιλάς με αυτά, πές:

«Εγώ δεν γνωρίζω Πως φανερωθήκατε και ήρθατε στο νού μου! Γιατί, εγώ δεν είμαι η αρχή σας, αλλά ο αγαθός Θεός και η χάρις του· εκείνος σάς δημιούργησε, σάς έθρεψε και σάς διαφύλαξε, λοιπόν αυτόν μόνον θέλω να γνωρίζω για αληθινό και αρχικό πατέρα και αίτιο, αυτόν να ευχαριστώ και σε αυτόν να αποδίδω κάθε έπαινο».

Έπειτα, σκέψου, Πως όλα τα έργα που έκανες, δεν έφτασαν την αναλογία και τη συμμετρία στο φως και στη χάρη που σου παραδόθηκε, για να γνωρίσης και να τα κάνης, αλλά Πως είναι πολύ ατελή και πολύ μακριά από εκείνο το καθαρό σκοπό και την πρέπουσα επιμέλεια, με την οποία έπρεπε να τα κάνης. Οπότε, αν σκεφθής καλά, περισσότερο πρέπει να ντρέπεσαι από τις αρετές σου, παρά να σου αρέσουν αυτές μάταια και να υπερηφανέυεσαι για αυτές. Γιατί είναι αληθινό, ότι οι φυσικές αρετές του Θεού, τις οποίες πρέπει να μιμούμαστε, αυτές από μόνες τους είναι καθαρές και πολύ τέλειες, μολύνονται κατά κάποιο τρόπο και μειώνονται από τις ατέλειες και ελλείψεις της δικής μας μιμήσεως.

Ακόμη, σύγκρινε τα έργα σου με εκείνα των αγίων και αληθινών φίλων και δούλων του Θεού και θα γνωρίσης, ότι τα μεγαλύτερα και καλύτερα έργα τα δικά σου, είναι πολύ τιποτένια και πολύ μικρής ή καθόλου τιμής, αν τα συγκρίνης πάλι με εκείνα τα έργα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που έκανε για σένα στα Μυστήρια της ζωής και του Σταυρού του (τα οποία να υπολογίσης όχι σαν έργα Θεού, αλλά καθ εαυτά μόνον ως έργα ανθρώπου) και αν σκεφθής την καθαρότητα της αγάπης του, την αναμαρτησία, με την οποία τα έκανε, θα γνωρίσης ότι όλα σου τα έργα και οι αρετές, είναι σχεδόν αμαρτίες και ακαθαρσίες. Γιατί γράφτηκε· «όλη η δικαιοσύνη μας είναι σαν βρώμικο ρούχο» (Ησ. 64,6)· ή πολύ περισσότερο, χειρότερες από το τίποτα.

Τελευταία, αν εξυψώσης τον νού σου στη θεότητα και στην άπειρη μεγαλειότητα του Θεού σου, «έμπροσθεν του οποίου, ουδέ ο ουρανός είναι καθαρός», όπως γράφτηκε (Ιώβ 15,15), και στην υπηρεσία και λατρεία που του πρέπει, θα δής καθαρά, ότι όχι υπερηφάνεια και υψηλοφροσύνη, αλλά μεγάλος τρόμος και φόβος πρέπει να σου δημιουργηθή σε κάθε σου έργο, όσο και αν είναι άγιο, όσο και αν είναι πολύ τέλειο και ότι μόνο χρεωστάς να πής με όλη σου την καρδιά στο Θεό, εκείνη την ταπεινή φωνή του Τελώνου· «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18,13).

Ακόμη σου παραγγέλνω να μην είσαι εύκολος στο να φανερώνης τα χαρίσματα, που σου κάνει ο Θεός. Γιατί, αυτό σχεδόν πάντα, δεν αρέσει στο Θεό, καθώς ο ίδιος μας δίδαξε με την παρακάτω ιστορία.

Φανερώθηκε μια φορά ο Ιησούς Χριστός σαν είδος βρέφους, σε ένα ευλαβή και ενάρετο, και εκείνος γνωρίζοντας Πως ήταν ο Κύριος, τον παρεκάλεσε με απλότητα να του πή τον αγγελικό ασπασμό, καθώς συνηθίζεται να λέγεται από όλους, δηλαδή το, Θεοτόκε Παρθένε· άρχισε το πανάγιο εκείνο βρέφος να λέγη με προθυμία· «Χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σου· ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και εδώ στάθηκε, και δεν θέλησε με τα υπόλοιπα λόγια να επαινέση τον εαυτό του και να πή: «Και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Επειδή όμως εκείνος τον παρακαλούσε να πή και τον παρακάτω στίχο και τα υπόλοιπα, αυτό εξαφανίσθηκε, αφίνοντας τον δούλο του σε μεγάλη χαρά. Και με το δικό του παράδειγμα, φανέρωσε σε αυτόν αυτή την ουράνια διδασκαλία, δηλαδή, το να μην επαινή ποτέ κανείς τον εαυτό του και τις χάρες που έχει. Λοιπόν, μάθε και συ να ταπεινώνεσαι και να μην επαινήσαι μόνος σου, γνωρίζοντας τον εαυτό σου και όλα τα έργα σου, Πως είναι ένα τίποτα. «Ας σε εγκωμιάζη ο γείτονας, και όχι το δικό σου στόμα, ξένος και όχι τα δικά σου χείλη» (Παροιμ. 27, 2).

Αυτό είναι το θεμέλιο όλων των αρετών · ο Θεός μας δημιούργησε από το μηδέν και τώρα που είμαστε όντα εξ αιτίας του, θέλει να θεμελιώση όλη την πνευματική οικοδομή πάνω σε αυτή μας τη γνώσι, ότι δηλαδή, από μόνοι ας είμαστε ένα μηδέν και όσο περισσότερο εμβαθύνουμε σε αυτήν, τόσο περισσότερο θα μεγαλώση η οικοδομή· και όσο περισσότερο χώμα βγάζουμε από αυτό το βάθος, δηλαδή, όσο, περισσότερο γνωρίζουμε τα ελαττώματα και τις αθλιότητές μας, τόσο και ο θεϊκός αρχιτέκτονας θα βάλη πλέον στερεές πέτρες, για να αυξήση την πνευματική αυτή οικοδομή. Και μη νομίζης, παιδί μου, ότι μπορείς να εμβαθύνης κάποτε σε αυτή την γνώσι, όσο φτάνει. Γιατί αυτό είναι αδύνατο· μάλιστα, κάνε στον εαυτό σου αυτό τον λογαριασμό, ότι αν και ήταν δυνατόν να παραδοθή σε κανένα δημιούργημα τέτοιο πράγμα, δεν θα μπορούσε να βρεθή άλλο πιο βαθύ βάθος να ερευνήση, παρά η δική σου μηδαμηνότητα.

Από αυτή την γνώσι καλά βαλμένη στη πράξι, μπορούμε να έχουμε κάθε καλό· και χωρίς αυτήν είμαστε σχεδόν τίποτα, ακόμη και αν θέλαμε να κάνουμε τα έργα όλων των αγίων και να είμαστε απασχολημένοι πάντα με τον Θεό· ω μακάρια γνώσι, που μας κάνεις ευτυχισμένους στη γη και δοξασμένους στον ουρανό! ω φως που βγαίνεις από το σκοτάδι και κάνεις λαμπρές και καθαρές τις ψυχές! ω χαρά που δεν αναγνωρίζεσαι Πως λάπεις ανάμεσα στις ακαθασίες μας! ω μηδέν, το οποίο σαν γνωρισθής, μας κάνεις κυρίους του σύμπαντος! Δεν μπορώ να χορτάσω ποτέ, μιλώντας σου σχετικά με αυτό, αγαπητέ. Αν θέλης να επαινέσης τον Θεό, κατηγόρησε τον εαυτό σου και να επιθυμής να κατηγορήσαι από τους άλλους· ταπεινώσου σε όλους και κάτω από όλους, αν θέλης να υψώσης τον Θεό και τον εαυτό σου σ αυτόν. Αν επιθυμής να τον βρής, μην υψώνεσαι, γιατί αυτός φεύγει· ταπεινώνου και ταπεινώσου όσο μπορείς· και αυτός θα έλθη να σε βρή και να σε αγκαλιάση· και τόσο θέλει να σε δεχθή και ενωθή σφικτά μαζί σου με αγάπη, και τόσο πλέον αγαπητά, όσο περισσότερο εσύ ταπεινώνεσαι στα μάτια του και όσο θέλεις να ταπεινώνεσαι και από τους άλλους και όλοι να σε αποστρέφωνται, σαν ένα πράγμα συγχαμερό.

Λοιπόν, για την τόση χάρι, που σου κάνει, αδελφέ, ο Θεός, ο τόσο λυπημένος από τις αμαρτίες σου, για να σε ενώση με τον εαυτό του, κάνε και συ αυτό, το να νομίζης δηλαδή τον εαυτό σου ανάξιο και χειρότερο από όλους και μη παραλείπης συνεχώς, να ευχαριστής και να είσαι χρεώστης εκείνων, που γίνονται αφορμή να ταπεινώνεσαι· δηλαδή σε εκείνους που σε περιφρόνησαν ή και σε περιφρονούν συνέχεια. Και αν άθελά σου και με κακή όρεξι της καρδιάς σου, υποφέρεις τις περιφρονήσεις τους, όμως αγωνίσου όσο μπορείς, να μη δείχνης κανένα εξωτερικό σημάδι ότι σου κακοφαίνονται.

Και αν με όλες αυτές τις σκέψεις και λογαριασμούς, που είναι πολύ αληθινές, η πανουργία του διαβόλου και η αγνωσία και κακή κλίσι η δική μας, θα μπορούσαν να ήθελαν υπερισχύση σε μας, με τρόπο που οι λογισμοί της υψηλοφροσύνης να μη λείπουν από το να μας ενοχλούν και να πληγώνουν την καρδιά ας, ακόμη και τότε είναι καιρός κατάλληλος, τόσο περισσότερο να ταπεινωνώμαστε και να περιφρονούμε και να μισούμε τον εαυτό μας, όσο από την δοκιμή βλέπομε, Πως πολεμούμε, ναί, και αγωνιζόαστε με όλες μας τις δυνάμεις, για να λυτρωθούμε από αυτό· δεν μπορούμε όμως να ελευθερωθούμε από την τυραννία του, επειδή και πάσχουμε από τις ενοχλήσεις της υπερηφάνειας, η οποία έχει την ρίζα και αρχή στην μάταιη και καταραμένη υπόληψι του εαυτού μας και έτσι θα βγάλη από το πικρό φαρμάκι μέλι, υγεία από τις πληγές και ταπείνωσι από την ίδια την υπερηφάνεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου