Gold Cross

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Τα Εισιτήρια του Παραδείσου


ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ-ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΜΕΤΑΝΟΙΑ

ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η ΖΩΗ, αγαπητοί μου, είναι ένα ταξίδι. Και ο δρόμος ο σωστός, πού πρέπει όλοι ν' ακολουθήσουμε για να φθάσουμε στο τέρμα, στον ουρανό, είναι ένας· ο δρόμος πού χάραξε ο Χριστός με τό αίμα του- τον βάδισε ο ίδιος και εκατομμύρια μαρτύρων και ομολογητών της πίστεως μας. Ό ίδιος ο Χριστός είπε- «Έγώ είμι ή οδός και ή αλή­θεια και ή ζωή» (Ιωάν. 14,6).Είναι αλήθεια ότι αυτός ο δρόμος της α­ρετής είναι δύσκολος, ανηφορικός, ένας Γολ­γοθάς. «Στενή ή πύλη και τεθλιμμένη ή ο­δός ή άπάγουσα εις την ζωήν...» (Ματθ. 7,14). Αντιθέτως ο δρόμος της κακίας, της δια­φθοράς, τής απιστίας είναι εύκολος, κατηφο­ρικός. «Πλατεία ή πύλη και ευρύχωρος ή οδός ή άπάγουσα είς τήν άπώλειαν...» (ε.ά. 7,13), στήν καταστροφή. Ό ένας δρόμος είναι του Χριστού, ο άλλος του σατανά· ο ένας είναι του παραδείσου, ο άλλος τής κολάσε-ως. Διαλέξτε· ελεύθερος είναι ο άνθρωπος ν' ακολουθήσει όποιο δρόμο θέλει.Δύσκολο πράγμα οι αρετές.
Κι αν ρωτά­τε, απ’ όλες τις αρετές ποιά είναι ή πιο δύσ­κολη, ο φιλάργυρος θα πει ή ελεημοσύνη, ο κοιλιόδουλος θα πει ή νηστεία, ο σαρκολάτρης θα πει ή παρθενία, ο φιλόζωος θα πει τό μαρτύριο γιά τό Χριστό. Άλλά εγώ θεω­ρώ ότι τό πιο δύσκολο άπ' όλα είναι — ποιό; Τό νά συγχωρεί ο ένας τον άλλο. Είναι ένα χαλικάκι, πού ζητάει ο Χριστός νά σηκώ­σουμε, άλλά ο διάβολος τό κάνει βουνό α­σήκωτο. Κι ότι αυτό είναι ή πιο δύσκολη α­ρετή θα σάς τό δείξω μέ 3 - 4 παραδείγμα­τα· παρακαλώ προσέξτε. Τό ένα παράδειγμα είναι άπό τούς βίους τών αγίων. Αν ανοίξετε τά συναξάρια, θα δείτε ότι στις 9 Φεβρουαρίου εορτάζει ένας άγιος πού ονομάζεται Νικηφόρος. Ακούστε πώς μαρτύρησε. Στήν εποχή του ο Νικηφό­ρος τά είχε χαλάσει μέ έναν ιερέα πού τον έλεγαν Σαπρίκιο. Ήταν μαλωμένοι- και έ­φταιγε ο Σαπρίκιος, όχι ο Νικηφόρος. Έγινε διωγμός, και τον πρώτο πού έπιασαν ή­ταν ο παπάς, ο Σαπρίκιος. Τον δίκασαν και βγήκε απόφαση ν' αποκεφαλισθεί. Τον πή­ραν οι στρατιώτες πρωί - πρωί και τον οδηγούσαν έξω άπό την πόλη να τον εκτελέ­σουν. Όταν έμαθε ο Νικηφόρος ότι ο Σαπρί­κιος σε λίγη ώρα δε θα υπάρχει στη ζωή, τον έπιασε τό κλάμα. Τρέχει στο δρόμο, προ­λαβαίνει τή συνοδεία, και πέφτει στα πόδια του. —Αδελφέ Σαπρίκιε, συχώρεσε με. Ε­κείνος όμως τίποτα. —Δε σε συγχωρώ! Μέ­χρι την τελευταία στιγμή του μαρτυρίου ο Νικηφόρος έπεφτε και παρακαλούσε τό Σαπρίκιο να τον συγχώρηση. Αδύνατον. Τότε τι συνέβη· μόλις ο στρατιώτης ύψωσε τό σπαθί νά τού κόψη τό κεφάλι, ο Σαπρίκιος λέει—Γιατί μέ σφάζετε; —Γιατί είσαι Χρι­στιανός. —Γι' αυτό λοιπόν; τότε εγώ αρνού­μαι τό Χριστό... Και ενώ οι άγγελοι τού ε­τοίμαζαν στεφάνι, ο Σαπρίκιος, πού δε συγ­χώρησε τό Νικηφόρο, κρίθηκε ανάξιος του μαρτυρίου· τον εγκατέλειψε ή χάρις τού Θε­ού και αρνήθηκε τό Χριστό. Άντ' αυτού μαρ­τύρησε — ποιος; Ό Νικηφόρος, πού είχε κα­λή καρδιά και αγάπη. Ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός, και μαρτύρησε. Έτσι στις 9 Φε­βρουαρίου, αντί Σαπρικίου τού μάρτυρος, τιμούμε τή μνήμη Νικηφόρου τού μάρτυρος.
Τρομερό παράδειγμα αυτό· δείχνει ότι ανώ­τερο κι άπ' τό μαρτύριο είναι τό νά συγχώ­ρησης, νά δώσεις συγχώρηση μέσα άπ' τήν καρδιά σου. Μα είναι εύκολο; Σας είπα, πετραδάκι είναι, μία λέξη είναι· άλλά γίνεται πιο βαρειά κι άπό τον Όλυμπο και τό Βίτσι και τό Γράμμο. Δε συγχωρούν οι άνθρωποι. Θέλετε πα­ραδείγματα οχι παλιά άλλά καινούργια; Δεν είναι πολύς καιρός πού σ' ένα χωριό ένας πολύ γέρος, 90 χρονών, πέθαινε. Πάει ο παπάς, καλός παπάς, στο σπίτι. —Γέρον­τα, τι κάνεις; —Δεν μπορώ. —Θέλεις νά κοινωνήσεις; —θέλω. —Θα σε κοινωνήσω, άλ­λά νά φωνάξουμε εκείνο τόν άνθρωπο, πού έχεις χρόνια ολόκληρα νά του μιλήσεις. —Ποιόν; εκείνον; Άαα, δεν τό συγχωρώ. Πες μου, παππούλη, νά κάνω ό,τι άλλο θέλεις· ν' ανάψω λαμπάδες, νά χτίσω εκκλησιά, νά κάνω ελεημοσύνες, νά νηστέψω· αυτόν δεν τόν συγχωρώ. —Βρε τούτο - βρε εκείνο, του έλεγε ο παπάς μέ δάκρυα. Τίποτα. Ξεψυ­χούσε, θα παρέδιδε τήν ψυχή του στο διά­βολο, και όμως δεν συγχώρησε.Και τά έθνη μισούνται. Αυτό θα φάει τήν ανθρωπότητα. Γερμανοί δε συγχωρούν τούς Ρώσους, και Ρώσοι δε συγχωρούν τούς Γερ­μανούς. Υπάρχει μνησικακία. Αν υπήρχε συγχώρηση, ο κόσμος θα ήταν παράδεισος. Ή πιο ωραία λέξη στο Ευαγγέλιο είναι ή συγχώρησις.Δε συγχωρεί ο άνθρωπος,.θέλετε άλλο έ­να παράδειγμα; Δεν είναι ούτε δέκα μέρες, πού έμαθα ότι σ' ένα χωριό ένα αντρόγυνο τρώγονται. Τούς κάλεσα. —Τι έχετε; 'Η γυ­ναίκα, ταπεινή, τή φώτισε ο Θεός και είπε· —Εγώ φταίω· αδικώ πολλές φορές τόν άν­τρα μου, τόν βρίζω, τόν κακολογώ· μετανιώνω, τόν παρακαλώ νά μέ συχώρεση — και έπεσε και τού έκανε μετάνοια. Σπάνιο πράγμα γυναίκα νά παραδεχτή ότι σφάλλει. Εγώ συγκινήθηκα, έκλαψα. Νά βλέπεις μία γυναίκα νέα, όμορφη κοπέλα, νά γονατίζει μπροστά σ' έναν άντρα —πού τήν απατού­σε— και νά λέει, Σου ζητώ νά μέ συχώρε­σης γιά όσα σου είπα. Και οι άγγελοι και τά άστρα συγκινούνται. Αυτός; —Δε σε συγχωρώ!... Πόσα του έκανε! δεν τήν συγ­χώρησε. Τέτοιος είναι ο κόσμος. Υπάρχουν δυστυ­χώς οικογένειες πού έχουν μεταξύ τους μνη­σικακία και τό μίσος διαιωνίζεται άπό τούς γονείς στα παιδιά και τά εγγόνια.
Άνθρωπος πού δε συγχωρεί δεν είναι Χρι­στιανός. Είναι ζώο, θηρίο. Λένε ότι, αν κά­ποιο παιδί πειράξει τήν καμήλα, αύτη δεν τό ξεχνάει. Μπορεί νά περάσουν χρόνια, άλλ' άμα τό πετύχει στο δρόμο, θα τό τσά­κιση- δε συγχωρεί. Γι' αυτό λέμε «αυτός ο άνθρωπος μοιάζει μέ καμήλα, δε συγχωρεί-κρατάει βαθειά μέσα του τήν εκδίκηση». Αντιθέτως αυτός πού συγχωρεί άπό τήν καρδιά του, μοιάζει - μέ ποιόν; Μέ τό θεό.Ό Θεός συγχωρεί, διαρκώς συγχωρεί. Είναι μακρόθυμος, πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος. 'Εμάς μάς φταίει ο γείτονας μας, γιατί μάς πείραξε, γιατί τό ζώο του μπήκε στο χωράφι μας..., γιά μικρά και ασήμαντα πράγματα. Άλλ' εκείνα πού φταίμε εμείς στο Θεό είναι πολύ μεγάλα. Φταίμε, αμαρτάνουμε συνεχώς. Αμαρτάνουμε μέ τά μάτια μας, μέ τ' αυτιά μας, μέ τά χέρια μας, μέ τό κορ­μί μας- αμαρτάνουμε τήν ημέρα, τή νύχτα, στο καφενείο, στο δρόμο, στα χωράφια, αμαρτάνουμε ακόμα και μέσ' στήν εκκλη­σία. Ποιος μπορεί νά μέτρηση τις αμαρτίες του άνθρωπου; Άβυσσος, «μύρια τάλαντα» πού λέει τό ευαγγέλιο (Ματθ. 18,24), αμέτρητα τ' αμαρτήματα μας, αστρονομικός αριθμός. «Αμαρτιών μου τά πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;» (τροπ. Κασσιανής, δοξ. αίν. Μ. Τετάρτης).Και τι κάνει ο Θεός; μάς συνερίζεται; 'Αν μάς συνεριζόταν, αν γιά κάθε αμαρτία πού κάνουμε, γιά κάθε βλαστήμια πού ακούγε­ται, έπεφτε ένα αστροπελέκι, θα είχαμε καεί όλοι. Μάς συγχωρεί, συνεχώς συγχωρεί τ' αμαρτήματα μας. Γι' αυτό κ' εμείς νά είμε­θα συγγνωμικοί. Αυτό ζητά άπό μάς. Ό­πως εκείνος συγχωρεί τ' αμαρτήματα μας, τά μεγάλα και αμέτρητα, έτσι κ' εμείς νά συγχωρούμε τούς άλλους- οι νύφες τις πε­θερές, οι πεθερές τις νύφες, ο άντρας τή γυ­ναίκα του, ο πατέρας τό παιδί του, οι χω­ριανοί τούς συγχωριανούς τους. Δώστε μου, δώστε μου ένα χωριό όπου υπάρχει συγγνώ­μη, έλεος, αγάπη- παράδεισος είναι. Δώστε μου ένα άλλο χωριό, όπου δεν υπάρχει συγχώρησις και έλεος- κόλασις είναι. Κόλασις έγινε ή γη, γιατί σβήσαμε τά λόγια του Χρι­στού μας, τά απέριττα και αιώνια λόγια «Αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν. 13,34).
Αγαπητοί μου, ας ξεριζώσει ο Θεός άπ' τήν καρδιά μας τό αγκάθι πού λέγεται μνη­σικακία, και ας φυτέψει τό ουράνιο λου­λούδι, τήν αγάπη του Χριστού μας. Έτσι θα είμαστε μιμηταί εκείνου, πού πάνω άπ' τό σταυρό συγχώρησε τούς σταυρωτάς του. Έτσι θα μπορούμε νά προσευχώμεθα και νά λέμε τόν τρομερό εκείνο λόγο- «Καί άφες ήμίν τά όφειλήματα ημών, ώς καί ήμείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ημών» (Ματθ. 6,12). Δια­φορετικά, είμεθα ψεύτες και θεομπαίχτες όλοι, κλήρος και λαός. Αύτη ή υπόσχεση είναι όρος συγχωρήσεως. Συγχωρείς; θα συγχωρηθείς· δε συγχω­ρείς; χίλιοι παπάδες νά σου κάνουν μνημό­συνα, χίλιοι δεσποτάδες και πατριαρχάδες νά πάνε στον τάφο σου, δεν θα συγχωρηθείς. Συγχώρησε λοιπόν, γιά νά συγχωρηθείς.
επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης
(απομαγνητοφωνημένη ομιλία, ή οποία έγινε στον ί. ναό Γενεσίου τής Θεοτόκου Κ. Κλεινών-Φλωρίνης τήν 14-8-1977)


ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ


Ο θείος Διδάσκαλος στήν επί του όρους ομιλία του διδάσκει να μην κρίνουμε ασυμπαθώς τον πλησίον μας, για νά μην κατακριθούμε άπό τον άγιο Θεό. «Μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε» (Ματθ. ζ' 1).
Όταν λέγει μη κρίνετε, δεν καταργεί την ικανότητα πού ο 'ίδιος ο Θεός χά­ρισε στον άνθρωπο νά παρατηρεί, νά κρίνει, νά εκφέρει γνώμη για τις ενέργει­ες κάποιου προσώπου, για την ερμηνεία κάποιου γεγονότος, άλλά αναφέρεται στήν κατάκριση. «Κρίσιν ενταύθα τήν κατάκρισιν νόησον», παρατηρεί αρχαίος ερμηνευτής, ο Ζιγαβηνός.
Κατά τον όσιο Δωρόθεο και άλλους Πατέρας της Εκκλησίας άλλο είναι ή κρίση, άλλο ή καταλαλιά, άλλο ή κατάκριση και άλλο ή έξουδένωσι.
Κρίση είναι ή ικανότητα του λογικού άνθρωπου νά κρίνει την ορθότητα των ενεργειών του ή την ορθότητα των ε­νεργειών των συνανθρώπων του. Ή κρίση είναι δώρο τοΰ Θεού στον άνθρωπο. Τά άλογα ζώα δεν έχουν την ικανότητα νά κρίνουν. Στήν εποχή μας τά πάντα κριτικάρονται. Ή καλή κριτική δεν είναι αμαρτία. Ή εποικοδομητική κριτική επι­βάλλεται νά ασκείται είτε στον εαυτό μας ως αυτοκριτική, ως αυτοέλεγχος, ως αυτοεξέταση, είτε σε συλλογικές προσπά­θειες ως απολογισμός, για νά εντοπί­ζουμε πού υστερήσαμε και νά διορθώ­νουμε την πορεία πλεύσεως, ή για νά εντοπίζουμε τι έγινε σωστά και νά συνε­χίζουμε την καλή προσπάθεια.
Συνήθως οι άνθρωποι δεν σταματούν στήν καλή κριτική. Προχωρούν στήν κα­ταλαλιά, την κατάκριση και την έξουδέ­νωσι.
Καταλαλιά είναι ή κακή συνήθεια πού έχουμε νά σχολιάζουμε δυσμενώς κά­ποιες ενέργειες των συνανθρώπων μας, το κοινώς λεγόμενο «κουτσομπολιό». Λόγου χάριν λέμε: Ό τάδε είπε ψέματα, ο δείνα έκλεψε, ο τρίτος θύμωσε, ο τέ­ταρτος διολίσθησε σε ηθικό παράπτω­μα και τά όμοια.
Κατάκριση είναι ή γενίκευση της καταλαλιάς, με σκοπό νά έξουδενώσουμε τον συνάνθρωπο μας, νά μειώσουμε το κύρος του, νά καταρρακώσουμε την προσωπικότητα του. Λόγου χάριν λέμε: Ό τάδε είναι ψεύτης, ο δείνα είναι κλέ­φτης, ο τρίτος είναι οργίλος, ο τέταρτος είναι ανήθικος. Δεν επικρίνουμε απλώς τις πράξεις των συνανθρώπων μας, άλλά τις γενικεύουμε και τούς αποκα­λούμε ψεύτες, κλέφτες, αργίλους, ανήθι­κους. Άλλά δεν είναι το ίδιο νά πούμε ότι ο τάδε θύμωσε άπό το νά πούμε ότι είναι οργίλος. Αν πούμε ότι θύμωσε, επισημαίνουμε μία λανθασμένη ενέργεια του πού συνέβη σε μία στιγμή αδυναμί­ας. Ενώ αν πούμε ότι είναι οργίλος, κα­τακρίνουμε ολόκληρη τη ζωή του, τον στιγματίζουμε, του βάζουμε ετικέτα.
Τέλος, ή έξουδένωσι είναι ακόμη χει­ρότερη μορφή κατακρίσεως. Δεν βρί­σκουμε τίποτε θετικό στον χαρακτήρα του αδελφού μας. Λέμε τά χειρότερα πού θα μπορούσαμε νά πούμε γι' αυτόν. Το στόμα μας στάζει χολή, ή γλώσσα μας δηλητήριο. Πού σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φιλάδελφα αισθήματα στήν καρδιά μας, άλλά υπάρχει μίσος, εμπά­θεια, εχθρότητα και κακία.
Πολλοί άνθρωποι για νά δικαιολογή­σουν την κακή διάθεση τους ισχυρίζον­ται ότι το κάνουν άπό αγάπη, ότι θέ­λουν νά βοηθήσουν τον αδελφό, ότι προσπαθούν νά διορθώσουν τά σφάλ­ματα του. Τούς ακούμε νά λένε καμιά φορά: Τον βλέπω νά αμαρτάνει ασύστο­λα και δεν θα του πω ότι αυτό πού κά­νει είναι κακό; Τον βλέπω νά εκτρέπεται και δεν θα προσπαθήσω νά τον διορ­θώσω; Διόρθωσε τον, άπαντά ο ιερός Χρυσόστομος, άλλά όχι ως πολέμιος, ούτε ως εχθρός πού τον σύρει σε δίκη. Διόρθωσε τον ως γιατρός πού κατα­σκευάζει το κατάλληλο φάρμακο για νά θεραπεύσει τον ασθενή. Ή Αγία Γραφή δεν λέγει μη παύσης τον άμαρτάνοντα, άλλά μη κρίνεις τον άμαρτάνοντα, δη­λαδή μη γίνεσαι πικρός δικαστής του. Δεν απαγορεύει την φιλάγαθη και διορ­θωτική κρίση, ούτε τον έλεγχο πού γί­νεται για την ωφέλεια τοΰ αδελφού. Α­παγορεύει την κατάκριση πού γίνεται με άσυμπάθεια και ασπλαχνία, άνευ γνώσεως, άνευ αγάπης, άνευ ανάγκης, «έπί όνειδισμω και έξουδενώσει» του αδελφού, επειδή θέλουμε νά ονειδίσουμε, νά έξουδενώσουμε τον αδελφό μας.
Τελικώς ή λάσπη πού ρίχνουμε στους άλλους, επιστρέφει σε μας τούς ίδιους. Κατακρίνοντας, δεν καταδικάζουμε τούς άλλους άλλά τον εαυτό μας. Διότι, ό­πως μάς βεβαιώνει ο Κύριος, εάν είναι αυστηρή και ασυμπαθής ή δική μας κρίση προς τούς συνανθρώπους μας, αυ­στηρή και ασυμπαθής θα είναι και για μάς ή κρίση του δικαίου Κριτού. Με το αυτό μέτρο με το όποιο εμείς μετράμε και καταδικάζουμε τις πράξεις των συν­ανθρώπων μας, με το ίδιο μέτρο θα μετρηθεί και θα καταδικασθεί και ή δική μας συμπεριφορά άπό τον άγιο Θεό. «Έν ω μέτρω μετρείται μετρηθήσεται ύμΐν» (Ματθ. ζ' 2).
Ό Κύριος είναι αξιόπιστος και θα το κάνη αυτό πού μάς λέγει. Τρόπον τινά εξαρτά την σωτηρία μας άπό την θέληση μας. Μάς λέγει: Θέλετε νά μη κατακριθείτε; Ούτε κι εσείς νά κατακρίνετε. Θέ­λετε νά είναι επιεικής και συμπαθής για σάς ή κρίση του δικαίου Κριτού; Επιει­κής και συμπαθής νά είναι και ή δική σας κρίση προς τούς συνανθρώπους σας. Θέλετε νά είναι αθωωτική για σάς ή απόφασή μου; Νά συγχωρείτε κι εσείς όσους σάς έφταιξαν. Θέλετε νά ελεηθείτε την ήμερα της Κρίσεως, την επιφα­νή και μεγάλη; Νά ελεείτε κι εσείς τούς συνανθρώπους σας. Κάνετε το λίγο πού σάς ζητώ, κι Εγώ θα σάς χαρίσω το πο­λύ πού ζητάτε.
Αν το καλοσκεφτούμε, ο Κύριος μας ζητεί κάτι απλό πού όλοι μπορούμε να το κάνουμε. Μάς δείχνει τον ευκολότερο τρόπο για νά κερδίσουμε τη Βασιλεία του Θεού. Έξαλλου είναι αξιόπιστος και θα τηρήσει την ύπόσχεσή του. Αρκεί να τηρούμε κι εμείς την ύποχρέωσή μας. Να εφαρμόζουμε με συνέπεια και ακρίβεια την εντολή του Θεού: «Μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε». Δηλαδή, νά μη κατακρίνουμε, για νά μη κατακριθούμε.(Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ (2)
Θα του δείξω εγώ. Αυτό που μου έκαμε δεν θα το αφήσω να πε­ράσει έτσι. Θα το πληρώσει πο­λυ ακριβά».
Πόσο συχνά αναδεύονται από το τα­ραγμένο εσωτερικό μας τέτοιες έκφρά­σεις και φθάνουν στα χείλη μας! Πόσο συχνά μέσα άπ' αυτές θέλουμε να έμ­ποδίσουμε την λήθη που με την πά­ροδο του χρόνου έρχεται βοηθός στο να αμνηστεύσουμε και να συvxωρή­σουμε κάποιο κακό πού μας έκαμαν! Ό Θεός συγχωρει, λέμε, εγώ όμως όχι! Μας είπαν κάτι, μας αδίκησαν, μας πα­ραθεώρησαν, μας ειρωνεύτηκαν, αυτό ήταν. Καταγράφεται αυτό στη θύμησή μας, επανέρχεται διαρκώς, πικραίνει το εσωτερικό μας, φουντώνει το πάθος της εκδικήσεως. Και το κακό δεν είναι τόσο ότι αδυνατούμε λόγω του πόνου και της πικρίας να το λησμονήσουμε, όσο ότι επιθυμούμε να το θυμόμαστε και άρνούμαστε να το συγχωρήσου­με και να το παραθεωρήσουμε.Πόσο όμως επιζήμια είναι μια τέτοια στάση. Πρωτίστως για την ειρήνη και την ηρεμία στο εσωτερικό μας. Δεν συγχωρείς; Δεν παραβλέπεις; Δεν υπερβαίνεις το κακό που σου έκαμαν; Μένεις τότε με την πικρή ένθύμησί του.
Αφήνεις την αδικία να σε κατατρώγει. Καλλιεργείς την εκδίκηση πού φουντώ­νοντας μέσα σου διαλύει την ψυχική ειρήνη και ηρεμία σου. Κι έτσι θέλοντας να εκδικηθείς τον πρόξενο του πόνου σου, αφήνεις τον πόνο, την θλίψη και την ταραχή να εκδικείται πρωτίστως τον εαυτό σου.
Το σημαντικότερο και βαρύτερο ό­μως είναι ότι αρνείσαι στην πράξη να ακούσεις τον λόγο του Κυρίου, να ύ­πακούσεις στη δική του προτροπή και να εξασφαλίσεις το εισιτήριο για την είσοδό σου στη χαρά του Παρα­δείσου. Γιατί στην Βασιλεία του Θεού όλοι είναι κεκλιμένοι και όλοι μπορούν να εισέλθουν. Μεγάλοι αμαρτωλοί, άρνηταί και διωκται μετανοημένοι θα εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού. 'Άνθρωποι όμως πού δεν ξέρουν, δεν μπορούν και δεν αγωνίζονται να συγ­χωρήσουν είναι αδύνατον να γίνουν πολίται του Ουρανού.Ό Κύριος σαφέστατα το έκήρυττε: «'Εαν άφητε τοις άνθρώποις τα παρα­πτώματα αυτών, αφήσει και ύμίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος» (Ματθ. ς' 14). Προϋπόθεση λοιπόν συγχωρή­σεως των αμαρτιών μας από τον φι­λεύσπλαγχνο Κύριο δεν είναι άλλη από την συγχώρηση που έχουμε δεί­ξει εμείς προς όλους εκείνους που µας έφταιξαν. Τόση και τέτοια είναι η ση­µασία της συγχωρητικότητος! 'Έχει διαστάσεις αιώνιες, άπειρες, αφού κα­θορίζει την στάση του Κυρίου απέναν­τί µας του Κυρίου ενώπιον του Οποίου «πολλά πταίοµεν άπαντες»(Ιακ. γ' 2). Αν λοιπόν δεν µπορείς να υπερβείς τον κακό εαυτό σου και να δείξεις α­γάπη, κατανόηση και συμπόνια σ' ό­ποιον σ' έκαμε να πονέσεις αν δεν µπορείς να παραβλέψεις και να συγ­χωρήσεις από έλεος και ανοχή τότε ας φοβηθείς την ημέρα εκείνη την φο­βερή, την ημέρα της Κρίσεως, κατά την οποία ό Κύριος θα αρνηθεί να πα­ραβλέψει τα σφάλματα σου µόνο και µόνο γιατί κι εσύ πεισματικά αρνήθη­κες να συγχωρήσεις όσους σου έφταιξαν στη ζωή σου.'Έχεις λοιπόν κρατούμενα; Οργανώνεις εκδίκηση; Αρνείσαι να συγχωρή­σεις; Αλλά τότε πως στέκεσαι απέναντι του Κυρίου; πως Του µιλας; Με τι λό­για προσεύχεσαι σ' Αυτόν; Δεν λες τα λόγια που Εκείνος µας δίδαξε να λέμε; Και πως τολμάς να Τόν εμπαίζεις και να ψεύδεσαι ενώπιόν του, λέγοντας «αφες ήµίν τα όφειλήµατα ήµών, ώς και ήµείς αφίεµεν τοίς όφειλέταις ή­µων»; (Ματθ. ς' 12).
Άλλα αν είναι της ανθρώπινης αδυ­ναµίας ή άρνηση να συγχωρήσεις; Εάν πραγματικά θέλεις, αλλά επαναστατεί ό κακός εαυτός σου; Εάν αγωνίζεσαι να ξεχάσεις, να δικαιολογήσεις και να εξηγήσεις την όποια επιζήμια προς εσένα συμπεριφορά του αλλού, αλλά εξασθενεί ή θέληση, καθώς ή φαντα­σία αναπλάθει το συμβάν και ανα­µοχλεύει το πάθος της οργής και της εκδικητικότητος; Τότε θυμήσου τον ε­σταυρωµένο και υβρισμένο Κύριο Ίη­σού εκεί πάνω στον φρικτό Σταυρό του να συγχωρεί και να αμνηστεύει τους σταυρωτές του. Εμπνεύσου από το θεϊκό του µεγαλείο και παρακάλε­σέ Τον θεριά: Κύριε, Θεέ του ελέους και των οικτιρμών, Εσύ που έλεγες επί του Σταυρού «πάτερ, άφες αυτοίς ού γάρ οίδασι τί ποιούσι» (Λουκ. κγ' 34), χάρισε και σ' εμένα διάθεση αγάπης προς τον πλησίον, κατανοήσεώς του και πλήρους συγχωρήσεως σε ό,τι κα­κό µου έπραξε. Διώξε από την σκέψη και την θύµησί µου την πράξη του, που γεννά αντιπάθεια και ζητεί εκδίκηση, και έλα να πληρώσεις την ύπαρξη µου Εσύ που είσαι ό αμνησίκακος, ό ελε­ήµων και ό Θεός της συγγνώμης, που µε απλωμένα πάντα τα τρυπημένα χέρια σου προσμένεις ν' αγκαλιάσεις όποιον αγωνίζεται να σε µιµηθεί στην συγχωρητικότητα. 'Έλα, Κύριε. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")
ΟΛΟ ΕΓΩ ΘΑ ΥΠΟΧΩΡΩ;
Όλο εγώ θα υποχωρώ; όλο εγώ θα κάνω πώς δεν καταλαβαίνω; δεν έχω κάποτε δίκιο και εγώ; Αυτές και παρόμοιες ενστάσεις διατυπώνουν με παράπονο όσοι δέχον­ται την προτροπή να μη επιμείνουν στη γνώμη τους, να υποχωρήσουν για να παύση ή αντιδικία. Πώς θα αντιμετωπίσουμε αυτό τό πρό­βλημα, πού συχνά παρουσιάζεται μετα­ξύ συζύγων, αδελφών, φίλων, συνεταί­ρων και απειλεί τις σχέσεις μας; Διαφω­νίες, διχογνωμίες, διάστασι απόψεων ανεβάζουν την ένταση της συζητήσεως. Δυναμώνει τότε ή φωνή, χάνεται ή ψυ­χραιμία, προκαλείται εκνευρισμός, χρη­σιμοποιούμε και βαρείες εκφράσεις, δεν προσέχουμε την γνώμη τού άλλου. Α­πειλείται σύρραξη. Μία σκέψη τότε φω­τεινή μπορεί να περάσει άπ' τό μυαλό μας: Δεν υπάρχει άλλη λύση· πρέπει να υποχωρήσω. Και αμέσως μιά αντίθε­τη: Μα δεν γίνεται όλο εγώ να υποχω­ρώ! Όχι, δεν κάνω πίσω αυτή τη φορά. 'Ας υποχώρηση κάποτε και ό άλλος.
Αλλά ας σκεφθούμε ψυχραιμότερα. Πρώτα - πρώτα γιατί θεωρούμε κακό τό να υποχωρούμε; Το να υποχώρηση κανείς όταν όλα δείχνουν πώς είναι έ­τοιμη να ξεσπάσει καταιγίδα, δεν είναι κίνηση αδυναμίας. Είναι μάλλον κίνηση δυνάμεως. Διότι ποιο είναι ευκολότερο, να επιμείνει κανείς στη γνώμη του ή να υποχώρηση; Δυνατοί είναι αυτοί πού κάνουν τό δυσκολότερο- και αυτοί υπο­χωρούν. Ή υποχώρηση είναι και κίνηση συνέσε­ως. Κανείς δεν θέλει την ένταση και τα δυσάρεστα αποτελέσματα της. Το να επιμένεις μέχρι τέλους και να λες «δεν υ­ποχωρώ και ό,τι θέλει ας γίνει», δεν είναι λογικό. Είναι καθαρά εγωιστικό. Και ό εγωισμός είναι ό πιο φρικτός παραλογι­σμός, ή πιο μεγάλη αδυναμία. Και εί­ναι γεγονός πού ασφαλώς τό έχουμε ζή­σει όλοι μας ότι, όταν ό εγωισμός κυρι­άρχηση, μάς τυφλώνει τόσο πού δεν ε­πιτρέπει να δούμε τα προφανή. Δεν κα­ταλαβαίνουμε τότε και τα πιο απλά και επιμένουμε στο δικό μας, χωρίς να μπο­ρούμε ούτε ν' ακούσουμε τον άλλον. Μά­λιστα κάποτε μπορεί να συμβεί και τό έξης: να μπορέσουμε επιτέλους να αν­τιληφθούμε τό σφάλμα μας και τό δίκιο τού άλλου. Και όμως να επιμένουμε στο δικό μας, μόνο και μόνο γιατί δεν θέλου­με να υποχωρήσουμε. Είναι φανερό· δεν ζητούμε τότε την αλήθεια, δεν ένδια-φερόμεθα για τό σωστό, δεν θέλουμε τό συμφέρον μας. Θέλουμε τό δικό μας! Υπερασπιζόμαστε τό εγώ μας αντί πά­σης θυσίας. Διαλέγουμε τό λάθος, προ­τιμούμε τη ζημιά, όχι όμως την ύποχώ­ρηση. Τελικά όποιος υπερασπίζεται τό εγώ του, γίνεται εχθρός τού εαυτού του. Είναι ή δεν είναι ό εγωισμός ό χειρότε­ρος παραλογισμός;
Πόσο ζηλευτός όμως είναι ό άνθρωπος πού μπορεί ν' ακούει με καλή διάθεση και ταπείνωση τον άλλο και, μόλις καταλάβει τό δίκιο του, να λέει: μάλιστα, έχεις δίκιο, αδελφέ, φαίνεται πιο σωστό τό δικό σου, ας κάνουμε όπως λες. «Δοΰλον Κυρίου ού δει μάχεσθαι, άλλ' ήπιον είναι πρός πάντας, διδακτικόν, άνεξίκακον, έν πραότητι παιδεύοντα τούς άντιδιατιθεμένους» (Β' Τιμ. β' 24-25). Τι υπέροχη στάση! Ό άνθρωπος τού Θεού δεν είναι εριστικός. Είναι ήπιος, γλυκύς, ήρεμος, αύτοσυγκρατημένος. Είναι διδα­κτικός, ανεξίκακος, με πραότητα εκθέτει τα επιχειρήματα του και υποστηρίζει την γνώμη του. Και όταν καταλάβη τό δίκιο των άλλων, υποχωρεί. Μπορεί δε να υ­ποχώρηση και αν ακόμη πιστεύει πώς ή δική του σκέψη είναι πιο σωστή. Διότι δεν είναι προσκολλημένος στη γνώμη του, αλλά βλέπει τα θετικά και της γνώμης των άλλων. Αυτή τη στάση εμπνέει τό πνεύμα της ταπεινοφροσύνης, πού πρέπει να κυρί­αρχη στις ψυχές μας: να θεωρούμε ό κα­θένας μας τούς άλλους «υπερέχοντας ε­αυτών», ανωτέρους, και επομένως να τούς τιμούμε και να σεβώμεθα την γνώ­μη τους. Αυτό ζητεί και ή αγάπη: να μην επιδιώκουμε «τα εαυτών έκαστος, αλλά και τα ετέρων έκαστος», όπως διδάσκει ό απόστολος Παύλος. "Όχι μόνο τό δικό μας συμφέρον. Να προσέχουμε και αυτό πού ευχαριστεί και ικανοποιεί και τον άλλον- και αυτό πού λέει ό άλλος, την γνώμη του (Φιλιπ. β' 3,4). Και να βάζου­με δεύτερο τό δικό μας. Τότε επικρατεί ή ειρήνη μεταξύ μας.
Υπάρχει μήπως περίπτωση πού δεν πρέπει να υποχωρήσουμε, αλλά να επι­μείνουμε σταθερά στο δικό μας; Μάλιστα, υπάρχει. Όταν είμαστε βέβαι­οι ότι αυτό πού υποστηρίζουμε είναι σύμ­φωνο με τό θέλημα τού Θεού, ενώ αυτό πού προτείνουν οι άλλοι αντιβαίνει στο θέλημα του. Τότε όχι απλώς μπορούμε, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε ανυποχώρητοι στην άποψή μας.Διότι τότε δεν υπηρετούμε τό δικό μας αλλά τό θέλημα τού Θεού. Και ή στάση αυτή δεν είναι πεισματική έμμονη στην προσωπική μας άποψη. Είναι στάση υ­ποταγής στον Θεό και αγάπης στον πλησίον. Είναι και μία ακόμη περίπτωση πού δεν πρέπει να υποχωρούμε εύκολα. Μπορεί να είναι ζητήματα καθημερινά προσωπικών προτιμήσεων, πού δέχονται διάφορες λύσεις. Τι θα γίνεται τότε; Πάντοτε θα υποχωρούμε εμείς και θα δεχώμεθα αυτό πού προτιμούν οι άλλοι;
Μία τέτοια στάση θα μάς ωφελούσε βέβαια και θα μας κρατούσε στην ταπείνωση. Δεν θα ωφελούσε όμως τούς άλλους. Δεν είναι ασφαλώς τό καλύτερο να υποχωρεί πάντοτε ό ένας σύζυγος στις οποιεσδήποτε, όχι απαραίτητα κακές, απαιτήσεις τού άλλου. Ή να υποχωρούν διαρκώς οι γονείς στις απαιτήσεις των παιδιών. Ή να επιβάλλει πάντα ό συνάδελφος την δική του άποψη για τό κάθε τι. Ή διαρκής υποχώρησή μας σε κάθε τέτοια περίπτωσι βλάπτει τον πλησίον. Γι' αυτό τότε με ήρεμο τρόπο, με ευγένεια και σταθερότητα μπορούμε να επιμένουμε και να μην υποχωρούμε. Όχι από εγωισμό. Αλλά από αγάπη. Όχι για να επιβληθεί τό δικό μας. Αλλά για να μη βλάβη ό αδελφός μας. "Ίσως σε μία τέτοια περίπτωση ή υποχώρηση να ήταν ή πιο εύκολη λύση.Όχι όμως και ή πιο σωστή. Γι' αυτό τότε, με πνεύμα θυσίας, με θερμή προσευχή, με διάθεση έν αγάπη παιδαγωγίας και ταπεινής διακονίας τής ψυχής τού άλλου δεν θα υποχωρήσουμε. Με τέτοιες προυποθέσεις, αυτήν την στάση ό Θεός την ευλογεί, ώστε τελικά να ωφελεί τις ψυχές και να ενώνει με δεσμούς αληθινής αγάπεις τούς ανθρώπους. (Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


ΠΕΙΝΑΕΙ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ


Το δράμα της εποχής μας. Εκατομμύρια άνθρω­ποι πεθαίνουν από πείνα. Και είναι ό θάνατος αυ­τός από τους πιο τρομερούς. Μια συνεχής εξασθέ­νηση, ένα αδιάκοπο σβήσιμο, μια κατάπτωση δυ­νάμεων. Σκελετωμένες υπάρξεις, ανθρώπινες σκιές, πού προκαλούν τη φρίκη.Και το ακόμα πιο τρομερό είναι, ότι πεθαίνουν άνθρωποι από πείνα σε μία εποχή υπεραφθονίας. Σε εποχή πού πλεονάζουν τα υλικά αγαθά, οι απο­θήκες στενάζουν από εκλεκτά προϊόντα της γης και οι παραγωγοί δεν ξέρουν πού να τα διαθέσουν."Άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα! Από έλ­λειψη τροφής. Γιατί δεν έχουν τον επιούσιο. Δεν έχουν ένα κομμάτι ψωμί. Και είναι πραγματικά τρομακτικό για την εποχή μας.Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα πιο φοβερό. Δεν πεθαίνουν άνθρωποι μονάχα από σωματική πείνα. Πεθαίνουν και από πνευματική. Δεν λιμοκτονούν μονάχα τα σώματα, λιμοκτονούν και οι ψυχές. Και αυτή ή λιμοκτονία είναι ή πιο τρομερή. Ακριβώς γιατί ό άνθρωπος δεν ζει μονάχα με άρτο. Ζει και με άρτο. Πιο πολύ όμως και από το καθημερινό ψωμί έχει ανάγκη από το πνευματικό. Από τον ουράνιο άρτο. «Ούκ έπ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρω­πος» (Ματθ. δ' 4). Πεινάει και διψάει και ή ψυχή. Λιώνει και σβήνει και χάνεται. Και δεν υπάρχει χειρότερο θέαμα από την άποβιταμινωμένη ψυχή, τη σκελετωμένη, πού «λιμώ απόλλυται» (Λουκ. ιε' 17). Και όλα αυτά τη στιγμή, πού δεν λείπει ή τροφή αυτή, ή πνευματική τροφοδοσία. «Ό άρτος τής ζωής», «το ουράνιο μάννα», υπάρχει σε υπεραφθο­νία. Και περιφρονείται. Και ό τραγικός άνθρωπος, σαν άλλος άσωτος, προτιμάει να σταυλίζεται στα σύγχρονα χοιροστάσια και να τρέφεται με τα ξυλοκέρατα και να αυτοκαταδικάζεται στον εξ ασι­τίας πνευματικό θάνατο.Ή τροφή αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη, πού μας προσφέρει ό ίδιος ό Κύριος με το άχραντο σώμα Του και το τίμιο αίμα Του.
Θα άξιζε εδώ να ξανα­διαβάσουμε ολόκληρο το έκτο κεφάλαιο από το ιερό Ευαγγέλιο τού αγίου Ιωάννου. Ό Ιησούς με θαυματουργικό τρόπο πολλαπλα­σιάζει τούς πέντε άρτους και χορταίνει τα πλήθη. Το θαύμα αυτό έχει και ένα βαθύτερο συμβολισμό. Τούς παραπέμπει από τούς άρτους στον Άρτο. Σκοπός Του δεν είναι απλώς να κατευνάσει την πείνα και να χόρταση με ψωμί τούς ανθρώπους. Άλλη τροφή θέλει να προσφέρει στις πεινασμένες τους ψυχές. Τα πλήθη δεν το καταλαβαίνουν. Και ό Κύριος τούς το ξεκαθαρίζει. Και τούς ελέγχει. Με ζητάτε, τούς λέει, όχι γιατί είδατε τα θαύματα και από αυτά πεισθήκατε για τη θεϊκή αποστολή μου, αλλά γιατί φάγατε τα ψωμιά και χορτάσατε. Δεν πρέπει όμως όλο το ενδιαφέρον σας να στρέ­φεται στην υλική τροφή πού φθείρεται, αλλά στην πνευματική πού παραμένει άφθαρτη και έχει ως αποτέλεσμα την αιώνια ζωή. Συγκρίνοντας την τροφή αυτή με το μάννα, πού έπεφτε στην έρημο ό Ιησούς προσθέτει: Οι πατέ­ρες σας έφαγαν το μάννα στην έρημο. Ή τροφή αυτή τούς δόθηκε με τρόπο υπερφυσικό. Παρ' όλα αυτά δεν απέφευγαν το θάνατο. Ό αληθινός άρτος, πού πραγματικά κατεβαίνει από τον ουρανό είναι αυτός, πού μεταδίδει την αιώνια ζωή. Βαρυσήμαντη στή συνέχεια ή διακήρυξη Του: «Εγώ είμί ό άρτος ό ζών ό έκ τού ουρανού καταβάς· έάν τις φάγη έκ τούτου τού άρτου, ζήαεται εις τον αιώνα. Καί ό άρτος όν εγώ δώσω, ή σαρξ μού έστιν, ήν έγώ δώσω υπέρ της τού κόσμου ζωής» (Ίωάν. στ' 51).Καμιά πια απορία. Ό άρτος πού προσφέρει ζωή πνευματική στους ανθρώπους και ζωογονεί τις ψυχές και δεν τις αφήνει να πεθάνουν τον πνευμα­τικό θάνατο είναι ένας, ό ένανθρωπήσας Θεός. Ό Ιησούς Χριστός, «ό έκ τού ουρανού καταβάς». Αυτός πού πρόσφερε τη σταυρική θυσία για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και διακήρυξε, ότι «εάν μη φάγητε τήν σάρκα τού υιού τού ανθρώπου καί πίητε αυτού τό αίμα, ούκ έχετε ζωήν έν έαυτοΐς» (Ίωάν. στ' 53).
Αν δεν έχετε στενή επικοινωνία με τον Χριστό, αν δεν ζείτε την αγάπη τού Χριστού στην καθημε­ρινή σας ζωή, αν δεν παίρνετε τον Χριστό άκατακρίτως με τη θεία Ευχαριστία, δεν έχετε μέσα σας ζωή. Είσαστε νεκροί. "Όνομα απλώς έχετε ότι ζείτε. Δεν ζείτε. Φυτοζωεϊτε. Δεν το αισθανόσαστε; Τόσο το χειρότερο. "Οποίος δεν αισθάνεται την ανάγκη για τροφή είναι άρρωστος. Βρίσκεται στα πρόθυ­ρα τού θανάτου. Το ίδιο συμβαίνει και στον πνευ­ματικό χώρο. Συμπτώματα πνευματικής νεκρώσεως πρέπει να διαγνώσουμε, αν ή ψυχή δεν πεινάει και δεν διψάν για την ουράνια τροφή, για το σώμα και αίμα τού Χριστού. Την ανάγκη τής πνευματικής αυτής τροφοδο­σίας την αισθάνονται ιδιαίτερα όλες οι άγιες ψυ­χές. Ή θεία κοινωνία ήταν γι' αυτούς αληθινή κοι­νωνία με τον Χριστό. Θα μας πει ό ιερός Χρυσό­στομος: «Επειδή ή ανθρώπινη φύση είχε νεκρωθεί από την αμαρτία και είχε καταντήσει έρημη από ζωή, τής έβαλε μέσα της σαν ζύμη τη δική Του σάρ­κα, πού ήταν όμοια με τη δική μας, απαλλαγμένη όμως από την αμαρτία και γεμάτη ζωή. "Έτσι τρε­φόμενοι με αυτή αποβάλλουμε την πνευματικά νε­κρή φύση μας και αποκτούμε τη ζωντανή και αθά­νατη με τη συνειδητή και συνεπή συμμετοχή μας στο ποτήριο τής ζωής».


(Από την "ΖΩΗ")

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου