Gold Cross

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Γ. Παΐσιος: Ή δικαιολογία διώχνει την Χάρη του Θεού


Ή δικαιολογία διώχνει την Χάρη του Θεού
Ή δικαιολογία εμποδίζει την πνευματική πρόοδο
- Γέροντα, όταν λένε ότι ή δικαιολογία δεν υπάρχει στην Αγία Γραφή, τι εννοούν;
- Ότι δέν δικαιολογείται κατά κάποιον τρόπο ή δικαιολογία.
- Όταν, Γέροντα, δικαιολογούμαι, εκ των ύστερων σκέφτομαι ότι ή δικαιολογία δέν είναι ϊδιον τοϋ μονάχου.
- Όχι απλώς δέν είναι ϊδιον τοϋ μονάχου ή δικαιολογία, άλλα δέν έχει καμμιά σχέση με τήν  πνευματική  ζωή.  Πρέπει  να  καταλάβω  ότι,  όταν  δικαιολογούμαι,  βρίσκομαι  σέ λανθασμένη κατάσταση. Κόβω τήν  επικοινωνία  μέ  τον Θεό και στερούμαι τήν  θεία  Χάρη, γιατί ή θεία Χάρις δέν έρχεται σέ λανθασμένη κατάσταση. Άπό τήν στιγμή πού ο άνθρωπος δικαιολογεί τά αδικαιολόγητα, απομονώνεται άπό τον Θεό. Μπαίνει μόνωση, ...καουτσούκ, ανάμεσα  στον  άνθρωπο  και  στον Θεό.  Μπορεί  να  περάση  το  ρεϋμα  μέσα  άπό  το καουτσούκ; Όχι. Απομονώνεται. Ισχυρότερο μονωτικό άπό τήν δικαιολογία δέν υπάρχει γιά τήν θεία Χάρη! Είναι σάν νά χτίζης έναν τοίχο και νά χωρίζης τον εαυτό σου άπό τόν Θεό, οπότε κόβεις κάθε σχέση μαζί Του.
- Γέροντα,  συχνά  λέτε:  ¨Να προσπαθήσουμε νά  πιάσουμε  τουλάχιστον  την  πνευματική βάση. Ποιά είναι ή πνευματική βάση;
- Ή  ταπεινή  αναγνώριση  του  σφάλματος  και  νά  μή  δικαιολογήται  εν  γνώσει  του τουλάχιστον ο άνθρωπος, όταν φταίη και του κάνουν παρατήρηση. Το νά μή δικαιολογήται, όταν δεν  φταίη  και  τον  κατηγοροϋν,  αυτό  είναι  το  άριστα.  Όποιος  δικαιολογεί  τον  εαυτό του,  και προκοπή δεν  κάνει,  αλλά  και εσωτερικά δεν  αναπαύεται.  Δεν  θά  μας κρέμαση ο Θεός γιά ένα σφάλμα πού κάναμε, άλλα νά μή δικαιολογούμε τον εαυτό μας γιά το σφάλμα και το θεωρούμε φυσικό.
- Αν μού πουν ότι έσφαλα σέ κάτι, άλλα δεν μπορώ νά καταλάβω πόσο έσφαλα, νά ρωτήσω, ώστε άλλη φορά νά προσέξω, ή νά σιωπήσω;
- Άν πιάσης ότι έσφαλες είκοσι πέντε τοις εκατό, ενώ έσφαλες πέντε, δεν έχεις κέρδος; Βάλε περισσότερο, γιά νά είσαι μέσα. Αυτή είναι ή πνευματική εργασία πού πρέπει νά κάνης: Νά βρίσκης  το  σφάλμα  σου,  νά  πιάνης  τον  εαυτό  σου.  Αλλιώς  πιάνεσαι  άπό  τον  εαυτό  σου, δικαιώνεις τον εαυτό σου, άλλα ανάπαυση δεν έχεις.
- Όταν, Γέροντα, κάποιος εχη τήν συνήθεια νά δικαιολογήται, άλλα μετά άναγνωρίζη το λάθος του και έλεεινολογή τον εαυτό του, αυτό τον ωφελεί;
- Τουλάχιστον τού μένει ή πείρα καί, άν τήν αξιοποίηση, θά ώφεληθή. Και άν πή ο Θεός: ¨άφοϋ το κατάλαβε καί μετάνοιωσε, ας τού δώσω κάτι, τότε θά πάρη καί κάτι άπό άλλο ταμείο, άπό το ταμείο της μετανοίας.
Ή δικαιολογία οφείλεται στον εγωισμό
- Γέροντα,  όταν δεν  δικαιολογώ  τους  άλλους  γιά  μιά  πράξη  τους,  αυτό  σημαίνει  ότιέχω σκληρή καρδιά;
- Δεν δικαιολογείς τους άλλους και δικαιολογείς τον εαυτό σου; Μεθαύριο και ό Χριστός δεν θά σε δικαιολόγηση. Μπορεί σε μιά στιγμή ή καρδιά τοϋ άνθρωπου νά γίνη σκληρή σάν πέτρα, αν φερθή με κακία, και σε μιά στιγμή νά γίνη πολύ τρυφερή, αν φερθή με αγάπη. Νά απόκτησης μητρική καρδιά. Βλέπεις, ή μάνα όλα τά συγχωρεί και καμμιά φορά κάνειπώς δεν βλέπει.
Όποιος κάνει σωστή πνευματική εργασία, γιά όλους βρίσκει ελαφρυντικά, όλους τους δικαιολογεί,  ενώ  τον  εαυτό  του  ποτέ  δεν  τον  δικαιολογεί,  ακόμη  και  όταν  έχη  δίκαιο. Πάντοτε  λέει  ότι φταίει,  γιατί  σκέφτεται  ότι  δέν  αξιοποιεί  τις  ευκαιρίες πού τοϋ  δίνονται.
Βλέπει  λ.χ.  έναν  νά  κλέβη  καί  σκέφτεται  ότι  καί  ό  ίδιος,  αν  δέν  είχε  βοηθηθή,  θά  έκλεβε περισσότερο από αυτόν και λέει: ¨Ό Θεός εμένα μέ βοήθησε, αλλά εγώ οικειοποιήθηκα τά δώρα τοϋ Θεοϋ.  Αυτό  είναι μεγαλύτερη κλεψιά.  Ή διαφορά είναι  ότι  τοϋ άλλου ή  κλεψιά  φαίνεται, ενώ ή δική μου δέν φαίνεται. Έτσι καταδικάζει τον εαυτό του και κρίνει μέ επιείκεια τον συνάνθρωπο του.  "Η,  άν  δη  στον  άλλον ένα ελάττωμα,  εϊτε  μικρό  εϊτε  μεγάλο,  τον  δικαιολογεί, βάζοντας καλούς λογισμούς. Σκέφτεται ότι καί αυτός έχει πολλά ελαττώματα, τά όποια βλέπουν  οι  άλλοι.  Γιατί,  άν  ψάξη  κανείς,  βρίσκει  πολλά  στραβά  στον  εαυτό  του,  ώστε  μπορεί εύκολα νά δικαιολογή τον άλλον. Πόσα και πόσα δέν έχουμε κάνει! ­Αμαρτίας νεότητας μου καί αγνοίας μου μή μνησθης, Κύριε..
- Όταν, Γέροντα,  μοϋ ζητήσουν μιά εξυπηρέτηση καί τήν κάνω πρόθυμα, άλλα πάνω στην  βιασύνη  κάνω  μιά  μικρή  ζημιά  καί  μοϋ  κάνουν  παρατήρηση,  δικαιολογώ  τον  εαυτό μου.
- Πήγες νά κάνης ένα καλό, έκανες καί μιά μικρή ζημιά. Δέξου τήν παρατήρηση γιά τήν μικρή ζημιά, γιά νά λάβης ολόκληρη την αμοιβή. Ό διάβολος είναι πολύ πονηρός. Την τέχνη του την ξέρει άριστα. Την πείρα τόσων χρόνων νά μην την αξιοποίηση! Σε βάζει νά δικαιολογηθής, για νά χάσης την ωφέλεια άπό το καλό πού έκανες. Όταν δής έναν άνθρωπο καταϊδρωμένο νά σηκώνη στον ώμο του ένα φορτίο κι εσύ πάς νά τοϋ το πάρης, γιά νά τον έλαφρώσης, ε, αυτό είναι κάπως φυσικό. Είδες το βάρος πού κουβαλούσε, κινήθηκες άπό φιλότιμο και έτρεξες νά τον βοηθήσης. Το νά σήκωσης όμως μιά κουβέντα πού θά σού πή ό άλλος άδικα, αυτό έχει ψωμί. Αν, όταν μας κάνουν μιά παρατήρηση,  αμέσως δικαιολογούμαστε,  αυτό φανερώνει ότι έχουμε  ακόμη  μέσα  μας ολοζώντανο το κοσμικό φρόνημα.
- Γέροντα, πού οφείλεται ή δικαιολογία;
- Στον εγωισμό. Ή δικαιολογία είναι πτώση και διώχνει την Χάρη τοϋ Θεοϋ. Πρέπει όχι μόνο νά μή δικαιολογήται κανείς, άλλα και νά άγαπήση την αδικία πού γίνεται εις βάρος του. Αύτη ή δικαιολογία μας έβγαλε άπό τον Παράδεισο. Έτσι δεν τό έπαθε ό Αδάμ; Όταν τον ρώτησε ό Θεός: ¨μήπως έφαγες άπό τό δένδρο πού σού είπα νά μή φας;, εκείνος δεν είπε: ¨ήμαρτον, Θεέ  μου,  ναί,  έσφαλα,  άλλα  δικαιολογήθηκε.  ¨Ή  γυναίκα  πού  μοϋ  έδωσες,  είπε  αύτη  μοϋ έδωσε  και  έφαγα.  Σάν  νά  έλεγε:  ¨Έσύ  φταις  πού  έπλασες  τήν  Εύα!  Μήπως  ήταν υποχρεωμένος ό Αδάμ σ' αυτό τό θέμα νά άκούση τήν Εύα; Ρωτάει ό Θεός και τήν Εύα κι εκείνη απαντάει: ¨Τό φίδι μέ απάτησε. Αν έλεγε ό Αδάμ: ¨ήμαρτον, Θεέ μου, έσφαλα και άν  έλεγε  και  ή  Εύα:  ¨εγώ  έσφαλα,  όλα  θά  τακτοποιούνταν.  Αλλά  αμέσως  δικαιολογία - δικαιολογία.
- Γέροντα, τί φταίει, όταν κάποιος δεν καταλαβαίνη πόσο κακό είναι ή δικαιολογία;
-Τί φταίει; Ότι φταίει! Όταν κανείς δικαιολογή συνεχώς τον εαυτό του και νομίζη ότι οι άλλοι  δεν  τον  καταλαβαίνουν,  ότι  όλοι  είναι  άδικοι  και  αυτός  είναι πού  πάσχει,  είναι  το θύμα, από 'κεϊ και πέρα είναι ανεξέλεγκτος. Και τό παράξενο μερικές φορές ποιο είναι; Ένώ ό  ίδιος  έχει  αδικήσει  και  φταίει,  λέει:  ¨Έγώ  θά  τήν  δεχόμουν  τήν  αδικία,  άλλα  δέν  θέλω  νά κολασθή ό άλλος. Πάει δηλαδή νά δικαιολογηθή, δήθεν από... αγάπη, γιά νά έρθη σε συναίσθηση ό άλλος, άπό τόν όποιο νομίζει ότι αδικήθηκε, και νά μήν κολασθή! Ή αρχίζει νά δίνη ένα σωρό  εξηγήσεις,  μην  τυχόν  καταλάβη  ό  άλλος  κάτι  λάθος  καί...  κολασθή!  Βλέπετε  ό διάβολος τί λεπτή εργασία κάνει;
Όποιος δικαιολογείται δέν μπορεί νά βοηθηθή πνευματικά.
Έχω  παρατηρήσει  ότι  σήμερα  μικροί-μεγάλοι  όλα  τά  δικαιολογούν  μέ  έναν  λογισμό σατανικό. Όλα ό διάβολος  τους  τά  ερμηνεύει  μέ  τόν  δικό  του  τρόπο,  καί  έτσι  βρίσκονται έξω άπό τήν πραγματικότητα. Ή δικαιολογία είναι σατανική ερμηνεία.
- Καί πώς γίνεται, Γέροντα, μερικοί σέ κάθε λόγο νά βρίσκουν αντίλογο;
- Ώ, είναι φοβερό νά συζητάς μέ έναν άνθρωπο πού συνήθισε νά δικαιολογήται! Είναι σάν νά μιλάς μέ έναν δαιμονισμένο! Όσοι δικαιολογούνται ό Θεός νά μέ συγχώρεση  έχουν γέροντα τόν διάβολο. Είναι βασανισμένοι άνθρωποι. Δέν έχουν μέσα τους ειρήνη. Τό έχουν κάνει επιστήμη αυτό. Δηλαδή, όπως ένας κλέφτης δέν κοιμάται όλη νύχτα καί σκέφτεται πώς θά τά καταφέρη γιά νά κλέψη,  έτσι  καί  αυτοί  συνέχεια  σκέφτονται  πώς  νά  δικαιολογήσουν  τό  ένα  ή  τό  άλλο  σφάλμα τους.  Ή,  όπως  κάποιος  σκέφτεται  πώς νά βρή ευκαιρία νά κάνη ένα καλό ή πώς νά ταπεινωθη, αυτοί αντίθετα σκέφτονται πώς νά δικαιολογήσουν τά αδικαιολόγητα.  Δικηγόροι  γίνονται!  Δέν μπορείς νά τά βγάλης πέρα μαζί τους. Είναι σαν να μιλάς με τον ϊδιο τον διάβολο. Τί εχω πάθει με κάποιον! Ένω του λέω: ¨εκείνο πού κάνεις είναι στραβό, το άλλο πρέπει νά το προσέξης, δεν πάς καλά, πρέπει νά κάνης αυτό κι αυτό..., κι εκείνος γιά το καθετί βρίσκει δικαιολογίες, στο τέλος μοϋ λέει:  ¨Δεν  μοϋ  είπες  τί  νά  κάνω³!  ¨Βρε  χρυσέ  μου  άνθρωπε,  τόσες  ώρες  τί  λέμε;  Λέμε  τά σφάλματα σου, ότι δεν πάς καλά, κι εσύ συνέχεια δικαιολογείσαι. Τρεις ώρες τώρα με έσκασες, με έλειωσες! Πώς δεν σοϋ είπα;. Νά τοϋ λες παραδείγματα, γιά νά τοϋ δώσης νά καταλάβη ότι είναι σατανικός εγωισμός έτσι όπως αντιμετωπίζει τά πράγματα, ότι δέχεται δαιμονικές επιδράσεις καί, άν δέν άλλάξη, χάθηκε, και τελικά νά λέη: ¨Δέν μοϋ είπες τί νά κάνω! Αλήθεια, είναι νά μη σκάσης; Άν  είναι  αδιάφορος  κανείς,  τά  προσπερνάει  όλα  με  το  ¨δέν  βαριέσαι.  'Αλλά,  άν  δέν  είναι αδιάφορος, σκάζει. Έγώ τους μακαρίζω τους αδιάφορους.
- Δέν θά θέλατε όμως, Γέροντα, σέ καμμιά περίπτωση νά είστε αδιάφορος.
- Βρε  παιδί,  τουλάχιστον  ό  αδιάφορος  δέν  σκάει  έτσι  άσκοπα.  Νά  ύποφέρης γιά  έναν πονεμένο,  εκείνο  έχει  νόημα.  'Αλλά  νά  λειώνης  με  αυτόν,  νά  τοϋ  λές  τόσα  και  τόσα,  καί τελικά νά σοϋ λέη: ¨δέν  μοϋ είπες τί νά κάνω καί νά δικαιολογή τά αδικαιολόγητα!  Έτσι άπό άνθρωπος  καταλήγει  δαίμονας! Φοβερό! Άν σκεφτόταν μόνον  τον κόπο πού κάνεις άσε  τον  πόνο,  γιά  νά  τον  βοηθήσης,  λίγο  θά  άλλαζε.  Άφοϋ  σέ  βλέπει  ότι  υποφέρεις, κοπιάζεις, ταλαιπωρείσαι, δέν το λαμβάνει ύπ' όψιν!
- Γέροντα, όταν δικαιολογήται κάποιος γιά μιά αταξία πού έκανε καί τοϋ λές: ¨αυτό είναι δικαιολογία, καί συνεχίζη νά δικαιολογήται, γιά νά άποδείξη ότι αυτό δέν είναι δικαιολογία, είναι δυνατόν νά διορθωθή;
- Πώς νά διορθωθή; Καταλαβαίνει ότι είναι λάθος, γιατί βασανίζεται, άλλα άπό εγωισμό δέν θέλει νά το παραδεχθή. Είναι πολύ φοβερό!
- Ναί, άλλα λέει: ¨Δέν με βοηθάς. θέλω να με βοηθήσης. δέν με φωνάζεις νά συζητήσουμε, μέ περιφρονείς.
- Έ, πάλι από τον εγωισμό ξεκινάει αυτό. Είναι δηλαδή σαν νά λέη: ¨Έγώ δέν φταίω, εσύ φταις  πού  δέν  πηγαίνω  καλά!  Εκεί καταλήγει.  Άφησε  τον  δέν  χρειάζεται  νά  άσχοληθή κανείς μ' αυτόν, γιατί δέν βοηθιέται. Ούτε φέρει ευθύνη ό Πνευματικός ή ό Γέροντας ή ή Γερόντισσα  γιά  μιά  τέτοια  ψυχή.  Είναι  σατανικός  εγωισμός  αυτός.  δέν  είναι  ανθρώπινος.
Ανθρώπινο εγωισμό έχει εκείνος πού δέν θά ταπεινωθή νά πή ¨εύλόγησον, άλλα τουλάχιστον δέν  θά  μιλήση,  γιά  νά  δικαιολογηθή.  Όποιος  δικαιολογεί  τόν  εαυτό  του,  όταν  σφάλλη, μεταβάλλει τήν καρδιά του σέ δαιμονικό καταφύγιο. Άν δέν σύντριψη το έγώ του, θά συνεχίζη νά σφάλλη περισσότερο και θά συντρίβεται ανώφελα από τόν εγωισμό του. Και όταν δέν ξέρη κανείς πόσο κακό είναι ή δικαιολογία, έχει ελαφρυντικά. Άλλα, όταν ξέρη ή τοϋ το λένε οι άλλοι, τότε δέν έχει ελαφρυντικά.
Θέλει πολλή προσοχή, όταν πάς νά βοηθήσης κάποιον πού έχει μάθει νά δικαιολογήται γιατί μερικές φορές γίνεται το έξης: Άφοϋ δικαιολογείται, σημαίνει ότι έχει πολύ εγωισμό, οπότε, όταν τοϋ πής ότι αυτό πού έκανε δέν είναι σωστό, θά πή και άλλα ψέματα και άλλες δικαιολογίες, ώσπου νά σοϋ απόδειξη κι εκείνο και τό άλλο, γιά νά μη θιχτή. Έτσι όμως γίνεσαι αιτία εσύ, πού πήγες νά τοϋ απόδειξης ότι σφάλλει, νά γίνη πιο εγωιστής, πιο ψεύτης. Άπό τήν στιγμή πού θά δής ότι συνεχίζει τις δικαιολογίες, δέν χρειάζεται νά τοϋ απόδειξης τίποτε. Κάνε προσευχή νά τόν φωτίση ό Θεός.
Αν δέν έξηγής, θά σέ δικαίωση ό Θεός.
- Γέροντα, πολλές  φορές,  όταν  μοϋ κάνουν  μιά παρατήρηση, νομίζω πώς πρέπει  νά δώσω εξηγήσεις, και λέω: ¨Ναί, έτσι είναι, αλλά....
- Τί  τό  θέλεις  αυτό  το  ¨άλλα;  Το  ¨άλλα  δεν  έχει...  αλάτι  και όλα τα  αλλοιώνει  με  την  κακή έννοια. Νά λές: ¨Εύλόγησον, με τήν ευχή σου άλλη φορά θά προσέχω.
- Γέροντα, όταν κάποιος βγάλη ένα  λανθασμένο συμπέρασμα γιά  μιά  ενέργεια  μου, χρειάζεται νά εξηγήσω πώς κινήθηκα;
- Άν εχης πνευματική δύναμη, δηλαδή ταπείνωση, νά δεχτής ότι έφταιξες και νά μή μιλήσης. Αφησε νά σέ δικαίωση ό Θεός. Άν δεν μιλήσης εσύ, θά μιλήση μετά ό Θεός. Βλέπεις, ό Ιωσήφ, όταν τά αδέλφια του  τον πούλησαν, δεν  είπε:  ¨Είμαι αδελφός τους δεν  είμαι  δούλος.  ό πατέρας μου μ' αγαπούσε πιο πολύ άπό όλα τά παιδιά του. Δεν μίλησε, και μετά μίλησε ό Θεός καί τον έκανε βασιλιά. Τί νομίζεις, δεν πληροφορεί ό Θεός; Και άν ό Θεός γιά τό συμφέρον σου δείξη τήν αλήθεια, καλά. Άν όμως δεν τήν δείξη, πάλι γιά τό συμφέρον σου θά είναι όταν σέ άδικη κάποιος, νά σκέφτεσαι ότι δεν σέ αδικεί άπό κακία, άλλα επειδή έτσι είδε τά πράγματα. Ύστερα, άν δεν έχη κακία, ό Θεός θά τον πληροφόρηση, θά καταλάβη ότι αδίκησε καί θά μετανοήση. Μόνον όταν ύπάρχη κακία, δεν πληροφορεί ό Θεός, γιατί ή συχνότητα στην οποία εργάζεται ό Θεός είναι ταπείνωση-άγάπη.
- Κάνει, Γέροντα, νά ζητάω εξηγήσεις μετά άπό μιά παρεξήγηση;
- Χάλασε ό λογισμός σου;
- Όχι.
- Άν  δεν χάλασε ό  λογισμός  σου,  δεν  χρειάζεται  νά σου έξηγήση ό  άλλος.  Άν χάλασε ό λογισμός σου, καλό είναι νά σοΰ δοθή μιά εξήγηση, γιά νά μή χαλάση περισσότερο.
- Γέροντα, άν δεν έξηγης, γιά νά δικαιολόγησης τον εαυτό σου, άλλα λές πώς αντιμετώπισες ένα περιστατικό, πώς κινήθηκες κ.λπ.;
- Δεν χρειάζεται. Καλύτερα νά λες ¨εύλόγησον, και νά μην έξηγής. Έκτος άν σου ζητήσουν νά δώσης εξηγήσεις, τότε ταπεινά νά πής πώς έγινε.
- Δηλαδή, Γέροντα, πότε πρέπει νά έξηγή κανείς;
- Όταν πρόκειται  γιά  παρεξήγηση  πού  άφορα  άλλους,  τότε  επιβάλλεται  νά  εξήγηση κανείς, γιά νά βοηθήση μιά κατάσταση Ή όταν είναι κανείς ευαίσθητος, εχη και λίγο εγωισμό και μπορή νά καμφθή, άν δεν μιλήση, τότε καλύτερα είναι νά εξήγηση πώς κινήθηκε.
- Μερικές  φορές,  Γέροντα,  δεν  μπορούμε  νά  ξεχωρίσουμε  την  δικαιολογία  από  τήν εξήγηση.
- Ή δικαιολογία δεν φέρνει ανάπαυση στην ψυχή, ένώ ή εξήγηση φέρνει ανάπαυση και ειρήνη.
Όποιος μελετά σωστά τον εαυτό του δεν τον δικαιολογεί.
- Γέροντα, πώς γίνεται, ένώ νιώθω τήν αδυναμία μου, νά δικαιολογούμαι;
- Δέν  ένιωσες  τήν  αδυναμία  σου,  γι'  αυτό  δικαιολογείσαι.  Άν  τήν  είχες  νιώσει,  δέν  θά δικαιολογούσες τον εαυτό σου. Αγαπούμε τον εαυτό μας. δέν θέλουμε νά δυσκολευτούμε. δέν αγαπούμε  τον  κόπο.  Θέλουμε  πολλές  φορές  χωρίς  κόπο  νά  αποκτήσουμε  περιουσία. Τουλάχιστον  νά  αναγνωρίσουμε ότι, έτσι όπως αντιμετωπίζουμε τά πράγματα, δέν πάμε καλά
πνευματικά καί νά ταπεινωθούμε. Άλλα ούτε κόπος ούτε αναγνώριση υπάρχει.
- Μπορεί κάποιος νά μελέτα, νά έξετάζη τον εαυτό του καί νά τον δικαιολογή;
- Όποιος μελετά  σωστά  τον  εαυτό  του  δέν  τον  δικαιολογεί.  Καί  βλέπεις,  είναι  μερικοί έξυπνοι,  τετραπέρατοι,  πού  κάνουν  τελικά  τις  μεγαλύτερες  ανοησίες.  Γιατί  είναι  καί  το βόλεμα. ¨Πώς μέ βολεύει, πώς με εξυπηρετεί εμένα.
- Γέροντα, αυτός πού δικαιολογείται δεν βλέπει τις πτώσεις του στον αγώνα;
- Ο,τι και αν κάνη, τον ξεγελά ο διάβολος και τα δικαιολογεί όλα, το θέλημα, τό πείσμα, τον εγωισμό, το ψέμα.
- Δεν θα τον βοηθούσε να καθρεφτίζη τόν εαυτό του στα Πατερικά βιβλία, και κυρίως στην Αγία Γραφή;
- Γιά  έναν  πού  σκέφτεται  σωστά,  πνευματικά,  λύνονται  όλα τα  προβλήματα  μέσα  άπό την Αγία Γραφή και τα Πατερικά βιβλία. Τά βλέπει μέσα εκεί ξεκάθαρα. Έναν όμως πού δεν κάνει εργασία πνευματική και ή ψυχή του δέν είναι εξαγνισμένη, δεν τόν βοηθάει ούτε ή Αγία Γραφή, γιατί όλα τά ερμηνεύει ανάποδα. Καλύτερα είναι νά λέη τόν λογισμό του στον πνευματικό του  καί  νά  μήν  έρμηνεύη  μόνος  του  αυτά  πού  διαβάζει.  Αν  διάβαση  λ.χ. Παλαιά Διαθήκη, μπορεί νά έρμηνεύση πονηρά αυτά πού θά διάβαση και νά μολυνθή. Έχω προσέξει, μερικοί παίρνουν  κάτι άπό  τά πνευματικά πού διαβάζουν  καί  τό ερμηνεύουν όπως τους  βολεύει.
Δέν  είναι  ότι δέν  τους  κόβει  ή  δέν  καταλαβαίνουν  αυτά  πού  διαβάζουν,  τά  ερμηνεύουν όμως έτσι,  γιά νά  δικαιολογήσουν  τόν  εαυτό  τους.  Φοβερό  πράγμα!  Αλλά  καί  τά πνευματικά  πού  ακούν,  εχω  καταλάβει,  σπάνια  τά  πιάνουν  σωστά.  Λέω,  ας  υποθέσουμε, ένα περιστατικό,  γιά  νά  τονίσω  κάτι. Ένώ εγώ άλλο θέλω νά  τονίσω,  μερικοί ψάχνουν νά βρουν κάτιάπό όλο τό περιστατικό, γιά νά πιαστούν καί νά δικαιολογήσουν ένα κουσούρι, ένα σφάλμα τους, γιά νά αναπαύσουν δηλαδή τά πάθη τους. Δέν σκέφτονται ότι αυτός, γιά τόν  όποιο  κάτι  ανέφερα,  δέν  πρόσεξε  καί  κατέληξε  εκεί πού κατέληξε,  άλλα  λένε: ¨άφοϋ υπάρχουν άνθρωποι σέ τόσο άσχημη κατάσταση, τότε έμεϊς είμαστε πολύ καλά, καί έτσι δικαιολογούν τόν εαυτό τους. Άπό δικαιολογίες ο διάβολος βρίσκει ένα σωρό.
Όποιος δικαιολογεί τον εαυτό του, ανάπαυση δέν βρίσκει. Δέν έχει παρηγοριά. Αυτόν πού δικαιώνει τον εαυτό του, ό εαυτός του τον δικαιώνει; Ό εαυτός του, ή συνείδηση του, δέν τον δικαιώνουν, και δέν έχει ανάπαυση. Αυτό δείχνει ότι φταίει. Πώς τα έχει κανονίσει ό  Θεός!  Έδωσε  στον  άνθρωπο  τήν  συνείδηση,  φοβερό!  Μπορεί  να  επιτυχή  κάποιος  αυτό πού θέλει εϊτε μέ βάρβαρο τρόπο εϊτε μέ πονηριά εϊτε μέ κολακεία, αλλά ανάπαυση δέν θά βρή. Άπό αυτό μπορεί μόνος του νά διαπίστωση ότι δέν βαδίζει καλά. Όταν κάποιος δέχεται τήν αδικία, είναι σάν νά παίρνη μιά πνευματική περιουσία και χαίρεται. Ένώ, όταν δικαιώνη τον εαυτό του, είναι σάν νά ξοδεύη κάτι άπό τήν περιουσία του και δέν νιώθει χαρά. Θέλω νά πω, δέν έχει τήν πνευματική ανάπαυση πού θά είχε, αν δέν δικαίωνε τον εαυτό του. Πόσο μάλλον όταν δέν έχη δίκαιο και δικαιώνη τον εαυτό του!
Όργή  Θεού  μαζεύει,  γιατί  τότε  είναι  ένα  αρπαγμα.  σπαταλάει  μιά  περιουσία  πού  τοΰ δίνεται. Βρίσκει ανάπαυση αυτός πού σπαταλάει;
Μέ  τήν  δικαιολογία  κανείς  τυφλώνεται.  Ακόμη  και  άνθρωπο  νά  σκοτώση,  τον δικαιολογεί ό διάβολος. ¨Πώς τον ύπέμεινες τόσον καιρό; τοΰ λέει. Έπρεπε νά τον είχες σκοτώσει νωρίτερα. Και μπορεί νά θέλη νά πάρη και μισθό άπό τον Χριστό γιά τά λίγα χρόνια πού ύπέμεινε! Κατάλαβες; Έκεί φθάνει!
- Άφοϋ,  Γέροντα,  αυτός  πού  δικαιολογείται  ταλαιπωρείται,  γιατί  δέχεται  αυτό  το βάσανο της συνειδήσεως;
- Είναι ή συνήθεια. Γιά νά τήν κόψη, χρειάζεται θέληση. Και πρέπει νά μάθη όχι μόνο νά μή δικαιολογήται,  άλλα  και  νά  τοποθετήται  σωστά.  Αν  δέν  δικαιολογηθη,  αλλά  μέσα  του πιστεύη  ότι  τον  αδίκησαν,  τότε  είναι  χειρότερα.  Γιατί,  αν  δικαιολογηθη,  θά  τοΰ  πή  καί  ό άλλος  κάτι  και  θά  μπόρεση  έτσι  νά  γνωρίση  τόν  εαυτό  του  και  νά  βγή  από  την  πλάνη.
Αλλιώς, μπορεί νά μη μιλάη, αλλά μέσα του νά λέη: ¨εχω δίκιο, όμως δεν μιλάω, γιατί εχω ανωτερότητα, και νά παραμένη στην πλάνη.
Νά παίρνουμε τό βάρος επάνω μας
- Γέροντα, χθες είπατε ότι άλλο είναι ή υπομονή και άλλο ή ανοχή. Τί εννοούσατε;
- Υπομονή δέν είναι το νά άνέχωμαι τόν άλλον. Όταν λέω ότι ανέχομαι τόν άλλον, είναι σάν  νά  λέω:  ¨Ό  άλλος  είναι  χάλια,  εγώ  είμαι  καλά,  και  τόν  ανέχομαι.  Ή  πραγματική υπομονή είναι  νά αίσθάνωμαι ενοχή  γιά  τήν κατάσταση του  και  νά  τόν πονάω. Αυτό  έχει πολλή ταπείνωση και αγάπη, και τότε δέχομαι τήν Χάρη του Θεοϋ και βοηθιέται και ό άλλος. Άν δω, ας υποθέσουμε, κάποιον κουτσό ή κουφό ή ναρκομανή, πρέπει νά σκεφθώ: ¨άν ήμουν εγώ  σε  καλή  πνευματική  κατάσταση,  θά παρακαλούσα  τόν  Θεό  και  θά  τόν  έκανε  καλά, γιατί  ό  Χριστός  είπε: ¨θά σας δώσω δύναμη νά  κάνετε μεγαλύτερα θαύματα από μένα, οπότε έρχεται ό πόνος, ή αγάπη γιά τόν άλλον. Ενώ, άν πώ: ¨ε, τί νά τόν κάνω, ανάπηρος είναι, ας καθήσω λίγο κοντά του. θά εχω άλλωστε και τόν μισθό μου, τότε ανέχομαι τόν άλλον και δικαιολογώ τόν εαυτό μου ότι έκανα τό καθήκον μου.
- Γέροντα, πάντα βοηθάει νά παίρνης όλο τό σφάλμα επάνω σου;
- Ναί,  άν  τό σηκώνης, πολύ βοηθάει. Νά μέμφεσαι γιά  όλα τόν εαυτό σου. Νά παίρνης τό σφάλμα από τόν άλλον, νά τό ρίχνης στον εαυτό σου και νά παρακαλάς τόν Χριστό νά σοϋ δίνη δύναμη νά τό σηκώνης. Και όταν θά παίρνης επάνω σου περισσότερο βάρος άπ' ο,τι έσφαλες η, κι  αν  ακόμη  δεν  έσφαλες,  πιστεύης  κατά  κάποιον  τρόπο  ότι  έσφαλες,  τότε  δέν  θά  τό παίρνης  ποτέ  επάνω  σου,  δέν  θά  υπερηφανεύεσαι,  και  θά  έχης  πλούσια  την  Χάρη  τοϋ  θεού. Πρέπει όμως νά προσέξης, νά δης αν μπορης νά σήκωσης περισσότερο βάρος. Γιατί, άν δέν μπορής, θά πάθης κήλη, δισκοπάθεια...
- Ποια είναι ή κήλη και ή δισκοπάθεια σ' αυτήν τήν περίπτωση;
- Άν  πάρης  επάνω  σου  λ.χ.  ένα  σφάλμα  πού  δέν  μπορείς  νά  τό σήκωσης και  δέν δώσης καμμιά εξήγηση, μετά θά γογγύσης, θά αγανάκτησης, θά κατακρίνης...
- Όμως, άν εξηγήσω, αυτό δέν θά είναι δικαιολογία; 
- Έ,  νά  κοιτάξης  νά  δικαιολόγησης  αυτό  πού  δέν  μπορείς  νά σήκωσης και  τό  άλλο  νά  τό άφήσης.  Άν  είναι  λ.χ.  ευαίσθητος  κανείς,  νά  κοιτάξη  νά  σήκωση  όσο  μπορεί νά  μήν  κάνη  τον δυνατό.  Νά  έξετάζη  τον  εαυτό  του  καί  νά  τον  άδικη  μέ  διάκριση,  ανάλογα  μέ  τό  βάρος  πού μπορεί  νά  σήκωση,  γιά  νά  μήν  τον  κάμψη  ό  εχθρός  μέ  τήν  υπερευαισθησία,  τόν  ρίξη  σέ απόγνωση καί τον άχρηστέψη.
- Γέροντα,  μερικές  φορές  όχι  μόνο  δυσκολεύομαι  νά  δεχθώ  τήν  αδικία,  άλλα μετατοπίζω τήν ευθύνη μιας πτώσεως μου σέ άλλον.
- Έσεϊς, όχι μόνο δέν σηκώνετε άπό αγάπη τόν τουρβά τοϋ άλλου, άλλα θέλετε νά δώσετε και τόν δικό σας βαρύ τουρβά όχι  μόνο  στον  υγιή  αλλά  καί  στον  φιλάσθενο!  Χρειάζεται  νά απόκτησης πνευματική παλληκαριά,  γιά  νά παίρνης επάνω σου όλη τήν ευθύνη της αμαρτίας σου.  Όσο  περισσότερο  βάρος  προσθέτουμε  στον  εαυτό μας,  παίρνοντας  επάνω  μας  τά σφάλματα των άλλων, τόσο περισσότερο ό Καλός Θεός μας έλαφρώνει τό φορτίο και νιώθουμε θεία αγαλλίαση.
Τό νά σηκώση άπό αγάπη κάποιος πού έχει σωματικές δυνάμεις δυο σακκιά τσιμέντο στην  πλάτη,  γιά να  άπαλλάξη  έναν  αδύνατο  πού  δεν  μπορεί  νά  σήκωση βάρος,  δεν  έχει τόση αξία, όση το νά σηκώση το βάρος τοΰ σφάλματος τοϋ άλλου, νά το κάνη δικό του, και άς φανή στους άλλους ότι έσφαλε αυτός. Αυτό είναι μεγάλη αρετή, μεγάλη ταπείνωση.
Σε  ένα  Κοινόβιο  στο  Άγιον  Όρος  κάποιος  δόκιμος  μίλησε  μια  φορά  άσχημα  στον τυπικάρη,  πού  ήταν  και  ιερομόναχος,  γιατί  την  ώρα  πού  διάβαζε  στην  ακολουθία  τοΰ έδειξε ποιο κοντάκιο  νά πή πρώτα. Ένώ πήγε νά τον βοηθήση, εκείνος έγινε εξω φρενών.
Μετά τήν ακολουθία ό δόκιμος κλείστηκε θυμωμένος στο κελλί του. Ό τυπικάρης γύρισε στον εαυτό του, πήρε το βάρος επάνω του καί στενοχωρέθηκε, γιατί σκέφθηκε ότι αυτός έγινε αιτία νά αντίδραση έτσι ό αδελφός. Τον πείραζε αληθινά ή συνείδηση. Και ένώ ώς τυπικάρης είχε ευθύνη  γιά  τήν  ακολουθία,  δεν  έλαβε  ύπ'  όψιν  του  τήν  ευθύνη,  αλλά  είπε: ¨Έγώ  φταίω  πού νευρίασε ό αδελφός. Πήγε λοιπόν στο κελλί τοϋ δοκίμου  νά  τοϋ βάλη μετάνοια. Εκείνος όμως είχε κλειδώσει και δέν άνοιγε. Τότε κάθησε εξω από τήν πόρτα του καί περίμενε από τό  πρωί  ώς  τις τρεις  το  απόγευμα  πού  σήμανε  γιά  τον  εσπερινό,  οπότε  ό  δόκιμος αναγκάστηκε νά  βγή.  Πέφτει κάτω ό  τυπικάρης,  τοϋ βάζει  μετάνοια  καί  τοϋ  λέει: ¨Νά μέ συγχώρησης, αδελφέ, έφταιξα! Έτσι έρχεται ή Χάρις τοϋ Θεοϋ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου