Gold Cross

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΖΩΗΣ

Φαίνεται πώς εἶχαν σχεδιάσει ἀπό καιρό νά κάνουν ἀντιπερισπασμό στή νυχτερινή ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως. Ὁλόκληρη τή Μεγάλη Ἑβδομάδα ἦταν ἀναρτημένα πλακάτ σέ ὅλα τά κεντρικά καί πολυσύχναστα σημεῖα τῆς πόλης: «Ὄρθρος τῆς Κομσομόλ! Ἀκριβῶς στίς 12 τά μεσάνυχτα! Ἐλᾶτε νά δεῖτε τή νέα κωμωδία τοῦ Ἀντώνη Ἰζιούμωφ. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕ ΦΡΑΚΟ. Στόν κεντρικό ρόλο ὁ ἠθοποιός τοῦ θεάτρου Μόσχας Ἀλέξανδρος Ροστόβτσεφ. Χείμαρρος εὐφυολογίας! Τρελό γέλιο»!
Τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἡ δημοτική μπάντα πέρασε ἀπό ὅλους τούς δρόμους τῆς πόλης, καλώντας τό λαό στήν παράσταση. Μπροστά ἀπό τούς ὀργανοπαῖχτες πήγαινε ἕνας σωματώδης νεαρός μέ ἱερατική ἀμφίεση καί καλυμμαύκι. Κρατοῦσε ἕνα πλακάτ σά λάβαρο ὅπου ἦταν ζωγραφισμένος ὁ Χριστός μέ φράκο καί ψηλό καπέλο! Στά πλάγια βάδιζαν κομσομόλοι μέ ἀναμμένες δάδες. Ὅλη ἡ πόλη εἶχε σηκωθεῖ στό πόδι. Πλῆθος ἄρχισε νά καταφτάνει στό θέατρο. Πάνω ἀπό τήν κεντρική του εἴσοδο ἔγραφε μέ κόκκινα φωτεινά γράμματα: «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕ ΦΡΑΚΟ».
Στή μεγάλη αἴθουσα τά μεγάφωνα μετέδιδαν ραδιοφωνική ὁμιλία ἀπό τό σταθμό τῆς Μόσχας μέ θέμα «Ὁ αἰσχρός ρόλος τοῦ χριστιανισμοῦ στήν ἱστορία τῶν λαῶν». Ὅταν σταμάτησαν τά μεγάφωνα, ἡ χορωδία τῶν κομσομόλων μέ συνοδεία ἀκκορντεόν ἄρχισε νά τραγουδάει: «Μέ τήν προσευχή δέ βλέπω προκοπή. / Σβησμένο εἶναι τό κερί μου. / Δέ θέλω, ὄχι, τόν προφήτη Ἠλία! / Δῶστε μου τό φῶς τοῦ «’Ηλία»! (Λένιν).
Τό πλῆθος ξεσπᾶ σέ ἀλαλαγμούς, βρισιές καί χαχανητά. Οἱ θεατές ἔβαλαν τά χέρια στούς γοφούς, ἔτριξαν τά δόντια, βρυχήθηκαν:
- Κι ἄλλο παιδιά ! Πιό ἄγρια! Βαρᾶτε…
«...Τρεῖς γριές ψωμολυσσιάρες / δυό σαρακιασμένοι γέροι / ἄδειο, ἄδειο τό ἐκκλησάκι / δέ μαζεύει πιά πεντάρα!».
Τό πλῆθος οὔρλιαζε «πιό δυνατά, πιό δυνατά, δῶστε του, πιό ζωντανά!»
«… Ἄχ αὐγουλάκι μου δέν ἔχεις τσουγκριστεῖ / μέ πόσες θεϊκές κουταμάρες ἔχουμε ποτιστεῖ!...»
- Πιό δυνατά! Καί πιό σκληρά!
Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Ἀπό τή μικρή ἐκκλησιά κοντά στό θέατρο βγῆκαν οἱ πιστοί γιά τήν Ἀνά-σταση. Σκοτάδι. Οἱ ἄνθρωποι δέν ξεχωρίζουν. Μονάχα οἱ φλογίτσες τῶν κεριῶν πού τρεμόπαιζαν καί προχωροῦσαν ἀργά ἀργά.
«Τήν ἀνάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ / ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς»…
Σάν εἶδαν τή λιτανεία οἱ κομσομόλοι, ξελαρυγγιάστηκαν στά γιουχαΐσματα καί τά σφυρίγματα. Τό΄στησαν πάλι στό τραγούδι:
«Ἔ, σύ, μηλαράκι μου, κυλίσου. / Ὁ δρόμος εἶναι γλυστερός. / Παράσυρε ὅλους τούς ἁγίους. / Πάσχα τῶν κομσομόλων».
Οἱ φλόγες τῶν κεριῶν τώρα ἦταν ἀκίνητες μπροστά στήν εἴσοδο τοῦ ναΐσκου. Ἀπό κεῖ ἦρθε ἡ ἀπόκριση στό τραγούδι ταῶν κομσομόλων: «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν / θανάτῳ θάνατον πατήσας / καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασιν / Ζωήν χαρισάμενος».


Ἡ μεγάλη αἴθουσα τοῦ θεάτρου ἦταν γεμάτη ἀπό κόσμο. Ἡ παράσταση ἄρχισε…
Πράξη πρώτη: Πάνω στή σκηνή εἶχαν ἀναπαραστήσει τό ἱερό ἑνός ναοῦ. Στήν ὑποτιθέμενη Ἁγία Τράπεζα βρισκόταν μπουκάλια μέ κρασί καί μεζέδες. Ὁλόγυρα, σέ ψηλά καθίσματα – αὐτά πού ἔχουν στά μπάρ – ἦταν καθισμένοι οἱ ἠθοποιοί ντυμένοι μέ ἱερατικά ἄμφια. Τσούγκριζαν κι ἔπιναν μέ ἅγια ποτήρια. Κάποιος ἄλλος μέ διακονικό στιχάρι ἔπαιζε φυσαρμόνικα. Στό πάτωμα κάθονταν σταυροπόδι μερικές τάχα καλόγριες κι ἔπαιζαν χαρτιά. Οἱ θεατές ἔσκαγαν στά γέλια.
Κάποιος ζαλίστηκε. Τήν ὥρα πού τόν ἔβγαζαν ἀπό τήν αἴθουσα βρυχιόταν σά θηρίο, γελώντας καί κουνώντας τό κεφάλι μά πάντα ἔχοντας τό βλέμμα καρφωμένο στή σκηνή. Οἱ παράξενοι μορφασμοί τοῦ προσώπου του προκάλεσαν περισσότερο γέλιο…
Στό διάλειμμα τῆς παράστασης οἱ ὑπεύθυνοι ἔλεγαν: « Ὅσα εἴδατε εἶναι μόνο τά λουλούδια. Οἱ καρποί θά ἔρθουν σέ λίγο! Περιμένετε… Στή δεύτερη πράξη θά βγεῖ ὁ Ροστόβτσεφ, καί τότε πραγματικά θά τρελαθεῖτε…».
Πράξη δεύτερη: Ὁ διάσημος ἠθοποιός παρουσιάστηκε στή σκηνή κάτω ἀπό θύελλα ζητωκραυγῶν καί χειροκροτημάτων. Φοροῦσε μακρύ, λευκό χιτῶνα καί στά χέρια του κρατοῦσε χρυσό Εὐαγγέλιο. Παρίστανε τό Χριστό.
Σύμφωνα μέ τό ἔργο ἔπρεπε νά διαβάσει δυό στίχους ἀπό τούς Μακαρισμούς. Πλησίασε ἀργά, μέ ἱεροπρέπεια σέ ἕνα ἀναλόγιο, καί ἀκούμπησε τό Εὐαγγέλιο. Μέ τή βαθιά κυματιστή φωνή του ἀναφώνησε:
- Πρόσχωμεν!
Στήν αἴθουσα ξαφνικά βασίλεψε ἀπόλυτη σιωπή.
Ὁ Ροστόβτσεφ ἄνοιξε τό ἱερό βιβλίο καί ἄρχισε νά διαβάζει:
- Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστί ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται…
Στό σημεῖο αὐτό ἔπρεπε νά σταματήσει. Ἐδῶ ἀκριβῶς θά ἀπάγγελε ἕνα φοβερό, χλευαστικό βλάσφημο μονόλογο, πού θά τέλειωνε μέ τή φράση: «φέρτε μου τό φράκο καί τό καπέλο»!
Δέν ἔγινε ὅμως αὐτό!
Ὁ ἠθοποιός ἀπροσδόκητα σιωπαίνει. Καί ἡ σιωπή του κρατάει τόσο πολύ πού ἀπό τά παρασκήνια ἄρχισαν νά ἀνησυχοῦν. Τοῦ ὑπαγορεύουν τά λόγια πού ἔπρεπε νά πεῖ, τοῦ κάνουν ἀπεγνωσμένα νοήματα … αὐτός ὅμως στέκεται σά μαρμαρωμένος. Δέν ἀκούει, δέ βλέπει, δέν καταλαβαίνει τίποτε.
Τέλος, σέ μιά στιγμή συνταράζεται ὁλόκληρος. Μέ τρομαγμένο βλέμμα κοιτᾶ τό ἀνοιχτό Εὐαγγέλιο. Τά χέρια του τραβᾶνε σπασμωδικά τό χιτῶ-να. Τό πρόσωπό του ἀλλοιώνεται. Στυλώνει τά μάτια στό βιβλίο καί ἀρχίζει πρῶτα νά ψιθυρίζει κι ἔπειτα νά διαβάζει ὅλο καί πιό δυνατά:
- Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται. Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται…

                                                         
Εἶναι ἀπίστευτο: στό θέατρο πού πρίν ἀπό λίγο δονοῦσαν οἱ βλαστήμιες καί οἱ ἐμπαιγμοί ἐπικρατεῖ τώρα νεκρική σιγή. Καί μέσα σ΄ αὐτή τή σιγή κυκλοφοροῦν σάν τίς πασχαλινές λαμπάδες ὁλόγυρα στήν Ἐκκλησία τά λόγια τοῦ Χριστοῦ:
- Ὑμεῖς ἐστέ τό φῶς τοῦ κόσμου … ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ἡμῶν… προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπη-ρεαζόντων ὑμᾶς καί διωκόντων ὑμᾶς…
Ὁ Ροστόβτσεφ διάβαζε ἀργά καί καθαρά ὁλό-κληρο τό πέμπτο κεφάλαιο τοῦ Κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου καί κανένας δέν κουνήθηκε, κανένας δέ διαμαρτυρήθηκε. Μήπως ἡ ἱερόσυλη μεταμόρφωση τοῦ ἠθοποιοῦ εἶχε ἀποκαταστήσει μπροστά στά μάτια τους – ὅπως ἄλλωστε καί στά μάτια τοῦ ἴδιου – τή γκρεμισμένη εἰκόνα τοῦ ζωντανοῦ Κυρίου;
Στά παρασκήνια ἀκούγονται δυνατοί ψιθυρισμοί καί νευρικοί βηματισμοί. Δέν εἶναι δυνατόν! Θά ἀστειεύεται ὁ Ροστόβτσεφ! Κάποιο κόλπο σκαρώνει! Νά, τώρα, ὅπου νά΄ ναι, μέ ἕνα χτύπημα στά γόνατα, μέ δυό του λέξεις θά ξεσηκώσει τό κοινό! Θά τούς κάνει νά χτυπιοῦνται ἀπό τά γέλια!
Μά στή σκηνή ἔγινε κάτι ἀκόμη πιό ἀπροσδόκητο πού ἔκανε ἀργότερα ὅλη τή χώρα νά τό συζητάει.
Ὁ Ροστόβτσεφ σχημάτισε μέ εὐλαβική ἐπιδεικτικότητα πάνω στό σῶμα του τό σημεῑο τοῦ σταυροῦ καί εἶπε:
- Μνήσθητί μου Κύριε ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου! …
Κάτι ἀκόμη πῆγε νά πεῖ ἀλλά τή στιγμή ἐκείνη κατέβασαν τήν αὐλαία. Μετά ἀπό λίγα λεπτά μιά νευρική φωνή ἀνακοίνωσε ἀπό τά μεγάφωνα: «Λόγῳ ξαφνικῆς ἀσθένειας τοῦ συντρόφου Ροστόβτσεφ, ἡ θεατρική παράσταση ματαιώνεται». Ἀπό τό βιβλίο «Τό ὁδοιπορικό ραβδί» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου