Gold Cross

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Η "αθώα" ζωή στο άσραμ (π.Παισιος και οι γκουρου)


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Εκ του βιβλίου "Οι γκουρού ο νέος και ο γέροντας Παΐσιος"
Του Διονυσίου Φαρασιώτη
       Μετά από την Αλαχαμπάντ και τη συνάντησή μου με τον Babaji, ξαναγύρισα στο Μονγκύρ, στο άσραμ του Σαντυανάντα. Με δέχτηκαν πια σαν γνωστό. 
      
Ήδη, όταν ξεκινούσα το ταξίδι από την Ελλάδα, είχα αποφασίσει να είμαι εντελώς ανοιχτός στην Ινδία και ό,τι κουβαλούσε μαζί της. Γι' αυτό τον λόγο άλλωστε είχα βγάλει και το σταυρουδάκι που μου είχε χαρίσει ο γέροντας. Είχα αποφασίσει ότι έπρεπε να ζήσω την Ινδία και όχι να την παρατηρώ σαν τουρίστας. Συμμετείχα λοιπόν μ' όλη μου την ψυχή στη ζωή της. Ήμουν ηθελημένα ανοιχτός στις επιδράσεις της. Στο τέλος περίμενα να δω τι θα κρατούσε απ' όλα αυτά γεγονότα το φίλτρο της καρδιάς μου.
       Με τον ίδιο τρόπο προσπάθησα να ζήσω τη ζωή στο άσραμ. Σηκωνόμουν το πρωί, μαζί τους έτρωγα, δούλευα, κουβέντιαζα, έκανα πρακτικές γιόγκα. Για να γνωρίσεις ένα πράγμα πρέπει να το ζήσεις, όχι να το σκεφτείς μόνο. Ζούσα λοιπόν σαν ένα μέλος του άσραμ. Κουβαλούσα όμως μέσα μου και τον εαυτό μου που είχε τις «Χριστιανικές εμπειρίες». Προσπάθησα να συνδυάσω τις πρακτικές της Γιόγκα με το Χριστιανισμό. Για παράδειγμα, σηκωνόμουν το πρωί και άρχιζα με διαλογισμό. Όταν έφθανα σ' ένα βαθύτερο διαλογιστικό επίπεδο του νου, εκεί άρχιζα να λέω την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», όπως την είχα μάθει στο Άγιον Όρος.
       Πιστεύω ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη γλώσσα τόσο βαθειά, πλούσια και λεπτή όσο θα απαιτείτο να περιγράψει αυτή την ηλεκτρισμένη ένταση, το βάθος και το συμπαντιακό περιεχόμενο των γεγονότων που λάβαιναν χώρα στο εσωτερικό του νου και στο απύθμενο καρδιακό βάθος που διαθέτει κάθε ανθρώπινη ψυχή. Η συνείδηση έκπληκτη παρατηρούσε τα γεγονότα κα ίσα- ίσα που πρόφθανε να τα καταγράψει. Δεν υπήρχε χρόνος για κριτική ανάλυση και σκέψη.
       Νομίζω ότι μετά την άρνηση που είχα προβάλει στον πρόεδρο του άσραμ, αυτός άρχισε να «δουλεύει» πάνω μου. Από την άλλη μεριά, ο γέροντας* στο Άγιον Όρος προσευχόταν για μένα σχεδόν καθημερινά με πολύ πόνο.
       Βρισκόμουν λοιπόν ανάμεσα σε δύο πνευματικές επιδράσεις πολύ ισχυρές... Στη μέση ταλαντευόμουν μια προς τη μια μεριά, μια προς την άλλη. Η παραμικρή κλίση της προαίρεσής μου είχε αντίκτυπο στην πνευματική προσπάθεια. Έδινα, ζούσα έναν αγώνα ολοκληρωτικό. Με όλο μου το είναι. Διακυβευόταν όχι μόνο ο τρόπος ζωής αλλά και ολόκληρη η ύπαρξή μου. Κουράστηκα. Χωρίς να δουλεύω σωματικά, κατέβαλλα μιά τρομερή ψυχική προσπάθεια. Και μόνο το γεγονός της βίωσης αυτών των πνευματικών συμβάντων, αυτών των πνευματικών επαφών ήταν πολύ. Εγώ όμως επιθυμούσα και προσπαθούσα, κατά το μικρό μέτρο μου, κάτι πολύ δύσκολο και δυσδιάκριτο που απαιτούσε πολύ περισσότερα απ' αυτά που εγώ διέθετα ως άτομο.
       Προσπαθούσα να διακρίνω την ποιότητα και την προέλευση των πνευματικών γεγονότων. Και δεν είχα μέτρο, για να κρίνω.
       Θυμάμαι ότι ο ύπνος μου είχε αλλάξει. Δηλαδή τα βράδια δεν κοιμόμουν απλώς, άντε να δω και κανένα όνειρο. Συνέβαινε κάτι μέσα στην ψυχή μου. Συνέβαιναν αλλαγές, κάποιος μετακινούσε πράγματα. Αν παρομοιάσω την ψυχή με σπίτι, κάποιος όχι μόνο άλλαζε την θέση των επίπλων, αλλά γκρέμιζε τοίχους, έχτιζε αλλού κ.τ.λ. Νομίζω ότι κατά τη διάρκεια του ύπνου έπεφτα σε ύπνωση. Με υπνώτιζαν δηλαδή εξ αποστάσεως. Κάποιος έκλεβε τα κλειδιά της συνείδησής μου και εισερχόταν στον οίκο της ψυχής μου.
       Μερικές φορές τα πρωινά αργούσα να ξυπνήσω, δηλαδή σηκωνόμουν αντί για τις πέντε στις εφτά το πρωί και με πείραζε ο Μπενουάρ ότι τεμπέλιαζα. Εγώ εν τω μεταξύ ένοιωθα ήδη κουρασμένος που είχα υποστεί αυτές τις ψυχικές αλλαγές κατά τη διάρκεια του ύπνου.
       Μα, διαμαρτυρήθηκα, δεν ξέρεις εσύ... Γίνονται τόσα πράγματα το βράδυ... Δεν κοιμάμαι ακριβώς...
       Και κατά τη διάρκεια της ημέρας δεχόμουν επιδράσεις. Ξαφνικά πάθαινα μία αλλοίωση, σαν κάποιος νους, κάποιο πνεύμα να έχει ακουμπήσει με την ψυχή, και άρχιζα να ζωγραφίζω όμορφα. Περίεργα, έντονα μυστικιστικά σύμβολα. Καμιά φορά τα έπλαθα μα το χώμα, αν τύχαινε και μου συνέβαινε την ώρα που δούλευα στους κήπους.
       Αυτά ήταν το μόνιμο καθημερινό υπόβαθρο που διανθιζόταν με φανερά έντονα γεγονότα που θα περιγράψω πιo κάτω. Είχα τη βαθειά πεποίθηση ότι για όλα αυτά ήταν υπεύθυνος ο πρόεδρος. Δεν μπορούσα όμως να τον βρω να τον ρωτήσω.
       Από την άλλη μεριά με τις προσευχές του γέροντα με βοηθούσε και ο Θεός, έπαιρνα μια ανάσα, έπαιρνα δύναμη και ψυχική αντοχή. Μια φορά, που βρισκόμουν στο τυπογραφείο και έκανα μια καθιστική μηχανική δουλειά, άρχισα να λέω νοερά την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Την είπα κανένα μισάωρο, και ξαφνικά χαρούμενος συνειδητοποίησα ότι ένα αόρατο, πνευματικό σύννεφο είχε πέσει πάνω μου και με τύλιγε. Είχε έρθει τόσο απαλά και αθόρυβα («Ως υετός επί πόκον» όπως πέφτει η δροσιά πάνω στο μαλλί, έτσι το περιγράφει η Αγία Γραφή). Και όμως τώρα ήταν τόσο φανερό και αισθητό για μένα. Γέμισα χαρά και ειρήνη. Ταυτόχρονα ένοιωσα ότι ο υπεύθυνος του τυπογραφείου, ένας γιόγκι, με κοίταζε έντονα και περίεργα. Όμως αισθανόμουν τέτοια θεϊκή σιγουριά που δε με φόβιζε καθόλου το βλέμμα του. Απ' αυτό το γεγονός όμως και μετά πρέπει να μπήκα στο στόχαστρο. Τη δεύτερη μέρα έπιασα έναν ηλικιωμένο γιόγκι να με κρυφοπαρατηρεί πάνω από την ταράτσα του κτηρίου, ενώ δούλευα στον κήπο. Αυτό το βιολί συνέχισε κάμποσες μέρες. Είχαν φαίνεται αρχίσει να αισθάνονται την προσευχή που έκανε ο γέροντας για μένα, έβρισκαν κάποια αντίσταση και δεν γνώριζαν που να το αποδώσουν.


Η «κατάληψη»
       Κάποια μέρα γύρω στις έντεκα το πρωί, μου συνέβη κάτι παράξενο, ασυνήθιστο... Ξαφνικά «άδειασε» το μυαλό μου, σαν να εξαφανίστηκε το εγώ μου. Δεν ήμουν το αφεντικό του εαυτού μου. Κάποιος η κάτι άλλο είχε πάρει τον έλεγχο του μυαλού και του σώματός μου. Κάπου στο «βάθος» σε «απόσταση», πολύ «μακριά», υπήρχε μία πολύ αχνή αυτοσυνειδησία, αλλά ήμουν τελείως αδιάφορος για τα γεγονότα που μου συνέβαιναν... άφησα τη δουλειά και μπήκα στο δωμάτιό μου, οδηγημένος σαν ρομπότ από κάτι. Δεν ξέρω τι. Ξάπλωσα στο κρεβάτι ανάσκελα. Κάθισα ακίνητος χωρίς να κοιμάμαι, χωρίς να σκέφτομαι, χωρίς ν' ακούω, χωρίς να έχω αίσθηση του χρόνου. Κάτι συνέβαινε μέσα στον ψυχικό μου κόσμο. Κάτι που δεν το προκαλούσα εγώ. Ένοιωθα κάτι να γουργουρίζει μέσα στο στήθος μου. Είχα μόνο μια αμυδρή αίσθηση του εαυτού μου.
      
Αυτή η δύναμη που μ' έφερε σ' αυτή την κατάσταση αποτραβήχτηκε από μένα σιγά - σιγά. Δε γνωρίζω τι έκανε μέσα στην ψυχή μου. Υποθέτω ότι θα προσπάθησαν να αλλάξουν κάποιες απόψεις μου, να κάμψουν κάποιες αντιρρήσεις μου. Όχι με την πειθώ αλλά με την υποβολή... Χωρίς σεβασμό στην ελευθερία μου, με πονηριά. Άρχισα ν' αποκτώ τη συνείδησή μου. Άκουσα απ' έξω τον Μπενουάρ να φωνάζει τ' όνομά μου. Πριν προλάβω να σηκωθώ, μπήκε μέσα μιλώντας έντονα.
      
Καλά, γιατί έκλεισες την πόρτα; Εδώ και μία ώρα προσπαθώ να μπω.
      
Απόρησα. Ο σύρτης ήταν ανοιχτός, εγώ δεν είχα σηκωθεί ακόμα από το κρεβάτι και τα μέλη μου ήταν βαρειά.
      
Δεν έκλεισα το σύρτη, απάντησα, η πόρτα ήταν ανοιχτή.
      
Άρχισε να διαμαρτύρεται αγανακτισμένος
      
Πέντε φορές προσπάθησα να μπω και ήταν κλεισμένη, απάντησε θυμωμένα.
      
Σε φώναζα κιόλας! Δεν άκουγες;
      
Κοίταξα το ρολόι, η ώρα ήταν μία το μεσημέρι. Βρισκόμουν πάνω από δύο ώρες σ' αυτή την κατάσταση! Κοίταξα την ανοιχτή πόρτα. Έπαθα έκπληξη, επειδή όμως το μυαλό μου ήταν ακόμα ναρκωμένο, λειτουργούσε αργά και ήρεμα.
      
«Ποιος κρατούσε την πόρτα κλειστή για τον Μπενουάρ;», αναρωτήθηκα σιωπηλά.   
       «Προφανώς αυτός που μ' είχε ρίξει τάβλα στο κρεβάτι».
      
«Ο Μπενουάρ ήταν 25 χρονών και πολύ γυμνασμένος και μυώδης. Θα έσπρωχνε με δύναμη την πόρτα». Απόρησα με τη... νοητική αυτή δύναμη που είχε εμφανή... υλικά αποτελέσματα, και κρατούσε την πόρτα κλειστή κόντρα στον Μπενουάρ.
      
Σκέφτομαι ότι μπορεί κάποιος να με υπνώτισε πάνω στην κουβέντα, χωρίς να το καταλάβω... η ίσως από απόσταση... αλλά ποιος κρατούσε την πόρτα «κλειστή» κόντρα στον Μπενουάρ;... Η δική μου ύπνωση δεν μπορεί να εξηγήσει την «κλειστή» πόρτα... τότε;... Υπήρχε και κάποια άλλη δύναμη... είναι σαφές... Μήπως σ' αυτό που βάφτισαν «ύπνωση», βάζει την ουρά του και ο δαίμονας, όπως λένε και οι μοναχοί του Αγίου Όρους;...


Η Πνευματική ατμόσφαιρα

       Είχα τις αναστολές μου. Είχα και μια αντίθεση με το περιβάλλον μου γενικότερα. Γνώριζαν ότι είχα κάποια «αδυναμία» Στο Χριστό. Τα συζητούσα με τον Τόνυ και τον Λουίκ πιο πολύ. Αυτοί οι άνθρωποι προερχόντουσαν από ένα Χριστιανικό περιβάλλον. Μάλιστα ο πατέρας του Τόνυ ήταν κάτι σαν πάστορας στην Αγγλία. Ο ίδιος όμως πίστευε ότι ο Χριστός ήταν γιόγκι. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι πίστευαν ότι ο Σίβα... ήταν ζωντανός. Είχαν στο δωμάτιό τους αφίσες με το Σίβα. Τον θαύμαζαν. Ο πρώτος Γιόγκι! Αυτός που ανακάλυψε τη Γιόγκα! Δηλαδή ο Χριστός έπεται, έρχεται μετά το Σίβα. Από δω το είχαν από κει το πήγαιναν, το γεγονός ήταν ότι ο Σίβα μετρούσε γι' αυτούς πολύ περισσότερο από το Χριστό. Ο Χριστός ήταν γιόγκι, ο Σίβα δε γνωρίζουμε ακριβώς τι είναι. Πολύ ψηλά. Κάτι σαν θεός. Αυτός δίδαξε το Χριστό.
      
Απορούσα, που ήταν έτοιμοι να θεοποιήσουν το Σίβα και να υποβιβάσουν το Χριστό. Ο Τόνυ απ' την άλλη μεριά δήλωνε ότι ήταν Άθεος. Άντε να βγάλεις άκρη.
      
Στο άσραμ έψαλλαν τα λεγόμενα Κίρταν, ύμνους θρησκευτικού περιεχομένου, λατρευτικούς στους ινδουιστικούς θεούς, αλλά και στον... γκουρού. Πρόσφεραν λατρεία στον... γκουρού. Υπήρχε η άποψη ότι αυτοί οι ύμνοι έχουν κάποιους ήχους, κάποιες συχνότητες που επιδρούν πάνω στο ανθρώπινο μυαλό μ' έναν εξαιρετικά θετικό τρόπο. Αυτούς τους συγκεκριμένους ήχους... τους είχαν ανακαλύψει κάποιοι... πνευματικά προχωρημένοι. Γι' αυτό θεωρείτο ευεργετικό να ψάλλει κανείς τα Κίρταν και να δέχεται αυτή την ευεργετική επίδραση. Όλοι οι θρησκευτικοί ύμνοι είχαν τέτοιους ήχους, αλλά τα Κίρταν ήταν φυσικά τα καλύτερα.
      
Κάποια ανάλογη εξήγηση έδιναν και για τα μάντρα. Σύντομες φράσεις - προσευχές που επαναλαμβάνονταν συνεχώς. Συνήθως περιείχαν ονόματα ινδουιστικά, όπως Σίβα, Κρίσνα το... μαγικό ήχο - όνομα ΟΜ.
      
Ήταν δηλαδή... επικλήσεις... προσευχές στους Σίβα και Κρίσνα. Για να παραπλανήσουν όμως η να καθησυχάσουν αυτούς που δεν πίστευαν στο Σίβα και τον Κρίσνα, γιατί το κίνημα είχε πολλούς δυτικούς οπαδούς, έλεγαν ότι η δύναμη των μάντρα δεν προέρχονταν από την επίκληση του ονόματος των... θεών, αλλά από κάποιον ήχο, κάποια συχνότητα που περιείχετο μέσα στο μάντρα. Έτσι είχαν μια «επιστημονικοφανή» εξήγηση, που θα γινόταν εύκολα αποδεκτή από τους δυτικούς, και θα τους έπειθε ν' αρχίσουν να επαναλαμβάνουν καθημερινά, εκατοντάδες φορές το όνομα του Σίβα η του Κρίσνα η το ΟΜ. Έλεγαν ότι υπήρχαν χριστιανικά μάντρα, όπως το Κύριε, ελέησον που είχαν και αυτά ευεργετική επίδραση (λόγω πάντοτε του ήχου η της συχνότητας που περιείχαν). Αυτά τα είχα διαβάσει στα βιβλία τους, αλλά τα είχα ακούσει και από αρκετούς δασκάλους.
      
Αποφάσισα να τους βάλω λίγο σε δοκιμασία. Αντί για άλλο Ινδουιστικό μάντρα άρχισα να λέω το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».Μαζί με το Κίρταν άρχισα να ψάλλω στην Παναγία το «Τη Υπερμάχω...». Μερικά πρωινά μαζί με τις γιογκικές ασκήσεις έκανα και μερικές μετάνοιες. Τα αποτελέσματα ήταν... εμφανή.
      
Πρώτα ο Μπενουάρ, που έκανε κάθε πρωί τις μισές Κρίγια (θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε... προχωρημένο). Ζούσαμε στο ίδιο δωμάτιο. Στην αρχή έδειξε κάποια ειρωνική συμπεριφορά. Αργότερα άρχισε να έχει προβλήματα. Δεν μπορούσε να κάνει καλά τις ασκήσεις του. Κάτι είχε αλλάξει στην πνευματική ατμόσφαιρα, που τον εμπόδιζε. Συναντούσε δυσκολίες και νόμιζε ότι...έφταιγα εγώ. Εγώ εντυπωσιάστηκα...από τα αποτελέσματα λίγης ευχής, που την έλεγα σιωπηλά, και από τις λίγες μετάνοιες που έκανα που και που. Στο τέλος ζήτησε να... φύγει και άλλαξε δωμάτιο.
      
Όταν καμιά φορά έψελνα το Χριστιανικό «Κίρταν» δυνατά, σε κάποιο διάδρομο η σε κάποιο πεζούλι, εύκολα ξεχώριζες τη δυσαρέσκεια στα πρόσωπα των...γιόγκι. Όταν μου έκαναν καμιά νύξη, τους πείραζα, «Μα έχουν και αυτά... ευεργετικές συχνότητες», τους έλεγα, αλλά δε φαινόταν ότι μπορούσα να τους πείσω.
      
Έτσι λοιπόν διαπίστωσα ότι παρ' όλη τη διακηρυγμένη ευρύτητά τους και τη βαθύτερη κατανόηση των άλλων θρησκειών, στην πράξη δεν μπορούσαν ν' ανεχθούν το Χριστό η την Παναγία. Τους ενοχλούσε φοβερά.


Όχι κατάληψη αλλά...επίσκεψη

       Τότε είχαμε ένα ακόμα συμβάν. Κάποιοι μεσημέρι ξάπλωνα μόνος μου πια στο δωμάτιο. Δεν κοιμόμουν, είχα πλήρη διαύγεια, απλά με κλειστά τα μάτια έλεγα την ευχή μ' ένα ινδικό μάλα (= κομποσχοίνι). Κάτι με πλησίασε πολύ απαλά και κάτι άρχισε να πάλι ν' αλλάζει μέσα... στην καρδιά μου. Στο μέρος που υπάρχει το σαρκικό μέρος της καρδιάς, υπάρχει ταυτόχρονα το κέντρο, «η καρδιά» της ψυχής του ανθρώπου, κατά την ορθόδοξη παράδοση. Εκεί γινόταν... κάτι. Αυτή τη φορά ήμουν... εν πλήρη συνειδήσει. Ήμουν ακίνητος, ξαπλωμένος ανάσκελα και παρακολουθούσα αυτό που μου συνέβαινε με ηρεμία και ευχαρίστηση. Το σώμα μου ήταν τελείως χαλαρό και ακίνητο.
      
Ξαφνικά το δεξί μου χέρι που κρατούσε το κομποσχοίνι, τινάχτηκε απότομα πάνω. Μόνο του!! Χωρίς εγώ να το θελήσω!! Την ίδια στιγμή άκουσα ένα φτερούγισμα!!! Σαν να πέταξε ένα πουλί μακριά μου!! Τα άκουσα δυνατά και καθαρά!! Ήταν απίστευτο. Ήμουν όμως πολύ ήσυχος και ήρεμος στο βάθος της καρδιάς μου. Σκεφτόμουν τον γέροντα, τον π. Παΐσιο.
      
Βγήκα σχεδόν αμέσως έξω από το δωμάτιό μου, έκανα πέντε βήματα στο διάδρομο και έπεσα πάνω στο Νιράνζαν τον πρόεδρο.
      
Νιράνζαν, φώναξα. Τι συμβαίνει; Γίνονται τόσα πράγματα!
      
Μη φοβάσαι, μου λέει.
      
Δε φοβάμαι. Εσύ τα κάνεις αυτά;
      
Το μέρος εδώ είναι πολύ ενεργειακό, βάλε την ενέργεια του γκουρού, πρόσθεσε και την ενέργεια των σουάμι, όλα αυτά, απαντάει.
      
Δηλαδή ο Νιράνζαν είπε ότι δεν είναι κανείς υπεύθυνος. Δεν υπάρχει κάποια προσωπική ευθύνη η βούληση. Υπάρχει μια... ενέργεια. Χωρίς συνείδηση, χωρίς πρόσωπο... ανεύθυνη, χωρίς ηθική, όπως ο ηλεκτρισμός για παράδειγμα. Δεν μπορείς να μεμφθείς ηθικά τον ηλεκτρισμό γιατί σε σκότωσε ούτε γιατί σε ευεργέτησε. Δεν υπάρχει προσωπική βούληση, άρα δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη. Κάτι σαν την ασυνείδητη φύση.
      
Ναι, αλλά αυτός ήταν ένα πρόσωπο με κάποιες ικανότητες και εγώ ένα άλλο πρόσωπο με κάποιες... αντοχές. Μπορούσα να καταστραφώ.
      
Αυτό το τελευταίο συμβάν ήταν... καλό. Πολύ καλό!! «Έβλεπα» το γέροντα μέσα μου. Είχα γεμίσει από αγάπη και γλυκύτητα μέσα στην καρδιά μου. Ένοιωθα ν' αγαπάω τον κόσμο και τον πρόεδρο Νιράνζαν.
      
Αυτό δεν ήταν ύπνωση. Δεν είχα τίποτα από την ζάλη της και την έλλειψη αυτοσυνείδησης. Το αντίθετο μάλιστα. Είχα πολύ καθαρή αυτοσυνείδηση. Αυτό με σεβάστηκε... Ήρθε κατά την στιγμή που ζητούσα τη βοήθεια του Χριστού, στη διάρκεια της προσευχής μου.


Σάτσανγκ

       Μερικά απογεύματα καθόταν στο κέντρο ο πρόεδρος του άσραμ των γιόγκι και γύρω - γύρω όλοι οι υπόλοιποι μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα. Όποιος ήθελε έκανε ό,τι ερώτηση ήθελε.
Ρώτησα:
      
Αν κάποιος βρίσκεται σε ένα σημείο που δεν πιστεύει πια στο μυαλό του... δηλαδή δεν πιστεύει στις εξηγήσεις που δίνει το μυαλό... έχει καταλάβει δηλαδή ότι είναι σχήματα χωρίς ουσία... με τι θα προχωρήσει παρά κάτω;... πως θα προχωρήσει παρά κάτω;... με τι θα απαντήσει στα βασικά ερωτήματα, αφού δεν πιστεύει στο μυαλό και τις εξηγήσεις του;...πως θα βρει;... πως θα προχωρήσει παρά κάτω;...
       Ο Νιράνζαν έδωσε τον λόγο σ' ένα αμερικανό Σουάμι.
      
Με την πίστη, απάντησε, αλλά υπάρχουν δύο ειδών...
      
Μ' ένα νεύμα του ο πρόεδρος τον σταμάτησε. Ήθελα ν' ακούσω τι θα πει παρακάτω, αλλά έκρινε ότι έπρεπε ν' ακούσω μέχρι εδώ.
      
«Αν είναι έτσι σκέφτηκα, δηλαδή είναι θέμα πίστης, εγώ έχω την πίστη μου». Αργότερα σκεφτόμουν όλα αυτά που έλεγαν, ότι ο Χριστός ήταν ένας γιόγκι, ότι ήταν μαθητής του Σίβα, ότι πέθανε στο άσραμ του στα Ιμαλάια που το είχε ονομάσει «Νέα Ιερουσαλήμ», ότι ο Σίβα ήταν πολύ μεγάλος...κάτι σαν Θεός, ο πρώτος γιόγκι, μ' έναν τρόπο δηλαδή όπου δεν «απόρριπταν» τον Χριστό, αλλά τον υποβάθμιζαν σαν ένα υποδεέστερο παρακλάδι του Ινδουισμού. Ότι βασικά είμαστε το ίδιο, δεν υπάρχει αντίθεση, αλλά εμείς είμαστε πιο...υψηλού επιπέδου.
       Τότε ένα τροπάριο της εκκλησίας που θυμήθηκα από τα παιδικά μου χρόνια, όταν με πήγαινε η γιαγιά ου στα Θεοφάνεια να δω που ρίχνουν τον Σταυρό στο ποτάμι, ξεκαθάρισε τα πράγματα.
      
«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις, του γαρ γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι, αγαπητόν σε υιόν ονομάζουσα και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές ο επιφανής Χριστέ ο Θεός και τον κόσμον φωτίσας δόξα σοι».
       Τι λένε αυτοί ότι είμαστε το ίδιο; Αφού εδώ η εκκλησία μιλάει για Αγία Τριάδα, για Άγιο Πνεύμα και λέει ξεκάθαρα ότι ο Χριστός είναι ο σαρκωθείς Θεός, πως αυτοί λένε ότι ο Χριστός ήταν μαθητής του Σίβα; Πως λένε ότι είμαστε το ίδιο; Αφού εδώ πιστεύουμε διαφορετικά πράγματα!!;;;

Η τελική επίθεση

       Κάποια από τις επόμενες μέρες που δούλευα στον κήπο, πρωί, παρέα με την Πρακάς, την γερμανίδα, της λέω:
      
Αποφάσισα να πάω να ζήσω στο Άγιο Όρος μαζί με κείνον τον ασκητή που σου είπα.
      
Αυτό είναι δύσκολο, είναι για εξελιγμένες ψυχές, μου απάντησε, στενοχωρημένη.
      
Ήθελε από καλοσύνη να μείνω στο άσραμ. Το θεωρούσε πολύ... πνευματικό. Αυτή είχε μια αγάπη και θαυμασμό για τον γκουρού.
      
Οι άλλοι όμως οι γιόγκι, και περισσότερο ο Νιράντζαν, ο νυν γκουρού, δεν βλέπαν το θέμα με τόση καλοσύνη και αφέλεια όπως η Πρακάς. Τους ενοχλούσε η αμφισβήτησή μου. Θέλαν να με υποτάξουν. Θέλαν να με κρατήσουν στο άσραμ «έστω και πεθαμένο».
      
Όταν η Πρακάς τους μετέφερε την απόφασή μου να τους εγκαταλείψω και να γυρίσω πίσω στο Άγιον Όρος, δράσαν γρήγορα και δυναμικά.
      
Το μεσημέρι ήμουν μόνος στο δωμάτιο. Μου συνέβη η εξής τρομακτική εμπειρία. Ήταν φοβερό, ήταν απάνθρωπο, ήταν εγκληματικό, ήταν ψυχική δολοφονία, ήταν πολύ κακό.
      
Καθόμουν πάλι μόνος στο δωμάτιο μου, μέρα μεσημέρι και προσπαθούσα να σκεφτώ, όταν ξαφνικά βίωσα κάτι το τρομαχτικό. Θα έχετε δει φαντάζομαι στο σινεμά η σε ντοκυμαντέρ τεράστιες πολυκατοικίες να σωριάζονται σ' ένα σωρό από χώματα, μετά από έναν ισχυρό βομβαρδισμό, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αν γυρίσει κανείς την ταινία προς τα πίσω, βλέπει αυτή τη μάζα των χωμάτων να ορθώνεται ξανά σε πολυκατοικία. Αυτή η εικόνα μου ήρθε στο νου, όταν έζησα αυτή την εμπειρία.
      
Ξαφνικά ένοιωσα την ψυχή μου να καταρρέει ακαριαία. Όλες οι «κολόνες», τα «δοκάρια» της συνετρίβησαν και έπεσαν. Ένας αβάσταχτος πόνος. Ένας τεράστιος φόβος. Δεν είχα δύναμη για το παραμικρό. Ενώ πριν από λίγο σκεφτόμουν και προγραμμάτιζα το ταξίδι της επιστροφής μου στην Ελλάδα, τώρα μου φαινόταν τρομερά δύσκολο, φοβόμουν όχι να γυρίσω στην Ελλάδα, αλλά να βγω από το δωμάτιο. Εγώ, που αλώνιζα την Ινδία, φοβόμουν να βγω από το δωμάτιο!!...Η σκέψη και μόνο του να εγκαταλείψω το άσραμ με τρομοκρατούσε... Πλήρης αδυναμία... Δεν μπορούσα ν' αντιμετωπίσω τίποτα... Ήμουν ένα φοβισμένο σκυλάκι που μ' ευγνωμοσύνη θα υπάκουε τα' αφεντικά του. Ένοιωθα πληγωμένος, κατεστραμμένος... απαίσια. Ήθελα την προστασία του άσραμ.
      
Γέροντα, βοήθεια, ψιθύρισα...Ακαριαία, τόσο γρήγορα που δεν το κατάλαβα, η ψυχή μου στάθηκε ολόρθια. Μια άλλη δύναμη ήρθε μέσα μου και με αναστύλωσε πιο γερά από πρώτα. Ένοιωθα καλά. Πολύ καλά. Δυνατός ψυχολογικά. Μια φωνή, η φωνή του γέροντα, άκουσα να μου λέει μέσα στο νου μου «θέλει αγώνα, παιδί μου».
      
Ήμουν έκπληκτος. Σοκαρισμένος. Τι είναι αυτά που γίνονται;... Αποκάλυψη!!!... Ποιες δυνάμεις δρουν πάνω μου;... Λούφαξα στο δωμάτιο όλη την υπόλοιπη μέρα.
      
Έκανα ένα τάμα. «Παναγία μου, βοήθα με να ξεφύγω απ' εδώ και εγώ θα σου αφιερώσω το μυαλό μου. Είναι δικό σου, σου ανήκει». Άρχισα να ψάλλω το «Τη Υπερμάχω...».
      
Βγήκα από το δωμάτιό μου την επόμενη μέρα το πρωί. Δεν κυκλοφορούσε πολύς κόσμος, όπως συνήθως. Άρχισα να δουλεύω στον κήπο παρέα με την Πρακάς.
      
Εσύ τι γυρεύεις εδώ; Άκουσα να με ρωτάει αυστηρά κάποιος. Ήταν ο υπεύθυνος γιόγκι του τυπογραφείου. Δεν έμαθες ότι σήμερα πρέπει να είμαστε όλοι στα κτήρια;
      
Όχι, απάντησα, μόλις βγήκα.
      
Ήταν θυμωμένος. Άρχισε να μιλάει με την Πράκας, λίγο πιο πέρα.
      
Μετά αυτή μου εξήγησε ότι θα έπρεπε να πάω να δουλέψω μέσα στο κτήριο του τυπογραφείου, όπου θα έχουμε «πνευματική κάλυψη». Λες και είχαμε κάποιον «πνευματικό πόλεμο» Ήταν εντολή του προέδρου. Ήταν αναστατωμένος. Κάτι τους είχε ταράξει τα νερά. Πράγματι όλος ο κόσμος ήταν μέσα στα κτήρια. «Προστατευμένοι»!!!... Αυτό το καθεστώς κράτησε τρεις μέρες.
      
Η προσευχή του γέροντα, σκέφτηκα, τους τα χάλασε, όπως τότε με τη μύηση του Mind Control.

       Μετά από λίγες μέρες ετοίμασα τα πράγματά μου, για να φύγω. Θα έφευγα μαζί με τον Άγγλο, τον Τόνυ. Ήθελα ν' αποχαιρετήσω τον πρόεδρο...στο κάτω - κάτω με είχε δεχτεί με μειωμένη τιμή. Σχεδόν τζάμπα σε σχάση μ' αυτά που πλήρωναν οι άλλοι. Έμπλεξα κάπου, γι' αυτό έγινε κάπως γρήγορα και πρόχειρα.
      
Αυτός ήταν μέσα σ' ένα παράθυρο, εγώ απ' έξω.
      
Γεια σου, Νιράνζαν, φεύγω.
      
Γύρισε και με κοίταξε. Τα μεγάλα μάτια του στένεψαν, έγιναν μια γραμμή. Με κοιτούσε με μίσος!!
      
Τι να κάνω; Τον ρώτησα.
      
Να έρθεις σ' επαφή με τη Σιβαμούρτι.
      
Ένοιωθα άσχημα. Τι βλέμμα ήταν αυτό;... Δεν μπορούσα να το χωνέψω ότι ήταν μίσος.
      
Ήμουν σοκαρισμένος από αυτό το βλέμμα, το γεμάτο μίσος. Δεν μπορούσα να καταλάβω το «γιατί;». Μετά από μερικές μέρες από το Ν. Δελχί του έστειλα ένα γράμμα όπου του έλεγα ότι θα ήθελα να χωρίζαμε...φιλικά.
      
Μετά από αρκετά χρόνια, που εν τω μεταξύ ο Σατυανάντα είχε πεθάνει και αρχηγός της κίνησης , γκουρού δηλαδή, είχε γίνει ο Νιράνζαν και το όνομά του ήταν Νιραντζανάντα, έπεσε από σύμπτωση στα χέρια μου ένα περιοδικό της κίνησης (Νέα της Γιόγκα Παιανία, τεύχος 3, αρ. 1, 1999, σελ. 2.). Μέσα υπήρχε ένα αρθράκι, που το υπέγραφε, με ολόκληρο τον τιμητικό του τίτλο ο Παραμαχάμσα Νιραντζανάντα. Με μεγάλη μου έκπληξη και χαρά διάβασα την εξής ομολογία του, που εξηγούσε και τη δική μου περίπτωση, έστω και με καθυστέρηση πολλών χρόνων.         Λέει λοιπόν: «Ο γκουρού επιτρέπει στο συννυάσιν (=μαθητευόμενο γιόγκι) να συνεχίσει να ζει στο άσραμ μαζί του. Του αφήνει το προσωπείο του εγώ του, για να το χρησιμοποιήσει στην αντιμετώπιση των διαφόρων περιστάσεων. «Αλλά εν τω μεταξύ ο γκουρού προετοιμάζει προσεκτικά στο παρασκήνιο την τελική του κατάρρευση. Με μια ελάχιστη κίνηση του γκουρού, το εγώ του σανυάσιν εξαφανίζεται αστραπιαία».        Δηλαδή... ό,τι συνέβη και σε μένα τον ίδιο. Ψυχική κατάρρευση...πόνος...πλήρης αδυναμία.
      
Εδώ υπάρχει η ξεκάθαρη ομολογία ότι ο ίδιος είναι η αιτία όλων αυτών των φαινομένων και όχι η απρόσωπη και ανεύθυνη «ενέργεια του τόπου» που έλεγε σε μένα, όταν βρισκόμουν στο άσραμ του στο Μονγκύρ...Όμως κρύβει τον αβάσταχτο ψυχικό πόνο και την αγωνία που περιέχει «η τελική κατάρρευση»... και όχι μόνο αυτό, αλλά κρύβει και το γεγονός ότι ο άλλος γίνεται, από ψυχική αδυναμία πιά, ένας πλήρως υπάκουος και εξαρτώμενος ... δούλος. Όχι σανυάσιν αλλά δούλος, γιατί αυτή είναι πια η μεταξύ τους σχέση. Όμως δεν σταματάει ως εδώ... Πάει και πάρα πέρα. Το ψυχικό έγκλημα που διέπραξε το παρουσιάζει ως ευεργεσία... ως «πνευματική» ευεργεσία. Σε απάλλαξα λέει από το εμπόδιο του εγώ σου... σου άνοιξα τον πνευματικό δρόμο!... Αυτό είναι το «μεγαλείο των γκουρού!...
      
Αλήθεια;... πως θα χαρακτηρίζατε ένα άτομο που έχει τέτοια συμπεριφορά; Ειλικρινές η δόλιο; πονηρό η τίμιο; θεϊκό η διαβολικό; αγαθό η κακό; Θα σας άρεσε να κάνουν σ' εσάς η τα παιδιά σας τέτοια πράγματα; 


ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΣΡΑΜ ΤΟΥ ΣΡΙ ΑΟΥΡΟΜΠΙΝΤΟ

       Φεύγοντας από το άσραμ του γκουρού Σατυανάντα πήγα να μείνω σ' ένα άλλο άσραμ... χωρίς γκουρού. Δηλαδή ο γκουρού, ο Σρι Αουρομπίντο, είχε πεθάνει πριν αρκετά χρόνια και τα άσραμ που είχε ιδρύσει τα συνέχιζαν οι μαθητές του.
       Τον Σρι Αουρομπίντο, που ακολούθησε το δρόμο του «εσωτερισμού», τον θεωρούν "Άγιο" στην Ινδία. Το ίδρυμα βρισκόταν στα προάστια του Νέου Δελχί.
       Ήταν ένα ήσυχο μέρος. Ζήτησα και μου έδωσαν ένα μοναχικό δωμάτιο. Δεν είχα ιδιαίτερες σχέσεις ακόμα με τους κατοίκους του και έτσι θα μπορούσα να μείνω μόνος και να σκεφτώ.
       Προβληματιζόμουν, αν θα έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα η να κάτσω ακόμα στην Ινδία. Μπορούσα να δουλέψω ως καθηγητής στο σχολείο που διέθετε το άσραμ.
       Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση του τελευταίο βλέμμα του Νιράνζαν. Τέτοιο μίσος! Τέτοια ένταση στο μίσος του! Δεν το καταλάβαινα. Έπιασα και του έγραψα ένα γράμμα που του έλεγα ότι είμαι στενοχωρημένος, που χωρίσαμε μ' αυτό τον τρόπο, ότι εγώ τον... συμπαθώ, ότι φοβήθηκα το μίσος που είδα στα μάτια του.
       Καθόμουν στο δωμάτιό μου και έφερνα στο μυαλό μου όλα αυτά τα... περίεργα συμβάντα. Τα ανέλυα προσεκτικά και προσπαθούσα να καταλάβω το νόημά τους. Δεν είχα όμως «μέτρο» να «μετρήσω», ούτε «ζυγαριά» για να «ζυγίσω», δεν είχα κριτήρια για να κρίνω σύμφωνα μ' αυτά, δεν είχα συγκεκριμένες αρχές, αξίες, παρά γενικές που δεν μπορούσαν μα εφαρμοστούν στα μεταφυσικά αυτά γεγονότα. Κουράστηκα.
       Προσπάθησα μετά ν' αφήσω την διαίσθηση, την καρδιά μου να μιλήσει, να μου δείξει το δρόμο. Τίποτα.
       Διχασμένος, ταλαντευόμουν ανάμεσα στα δύο. Δεν ήμουν και μόνος μου! Ένοιωθα, με πνευματικό τρόπο, να επεμβαίνουν καθημερινά πάνω μου και ο π. Παΐσιος και ο Νιράνζαν.
       Ένα πρωινό, ξεκίνησα τρεις φορές να πάω να κανονίσω το εισιτήριό μου, για να γυρίσω στην Ελλάδα και τρεις φορές γύρισα πίσω αλλάζοντας γνώμη.
       Κλείστηκα στο δωμάτιό μου θυμωμένος. Ένοιωθα να με τραβούν από το μανίκι. Είχε φτάσει πια μεσημέρι. Ο ήλιος έκαιγε. Το φως δυνατό, πονούσε τα μάτια μου. Κάθισα να διαλογιστώ.
       Θυμήθηκα τους μαθητές του Babaji που μου έλεγαν ότι «αν τον φωνάξεις, έρχεται αμέσως». Αποφάσισα να τον καλέσω... για βοήθεια.
       Ενώ διαλογιζόμουν, παρεκάλεσα με το νου μου «Babaji, έλα». Αμέσως ένοιωσα ένα σκοτάδι να πλημμυρίζει το νου μου. Ενοχλημένος άνοιξα τα μάτια... τρομοκρατήθηκα μ' αυτό που αντίκρυσα. Το σκοτάδι βρισκόταν και έξω. Είχε καταλάβει το δωμάτιό μου. Ο μεσημεριάτικος ήλιος, το φως του, υπήρχε μόνο έξω από το παράθυρο. Το ηλιόλουστο δωμάτιό μου, έμοιαζε τώρα με σκοτεινή σπηλιά. Το σκοτάδι με είχε... σχεδόν καταπιεί. Βαθειά ανησυχία και φόβος με κατέλαβαν.

       Φώναξα σαν αυτόν που πνίγεται. Με αγωνία και ένταση.
       Γέροντα, βοήθεια...
       Αμέσως μια δροσερή αύρα άρχισε να πλησιάζει την ψυχή μου. Το σκοτάδι άρχισε να εκδηλώνει... αισθήματα. Λες και ήταν πρόσωπο. Όχι απλά θυμωμένο, αλλά λυσσασμένο από το κακό του υποχωρούσε βιαστικά. Το δωμάτιο φωτίστηκε ξανά.
       Ο ήλιος έμπαινε πια κανονικά μέσα. Η ψυχή μου ένοιωσε δυνατή και ειρηνική.
       Πετάχτηκα απότομα πάνω, φόρεσα τα παπούτσια μου, πήρα το τσαντάκι μου και πήγα και κανόνισα το εισιτήριο της επιστροφής μου στην Ελλάδα. Ούτε αναλύσεις, ούτε συγκρίσεις, ούτε προβληματισμός, για το τι είναι τι!.
      Θα γύριζα στην Ελλάδα:
       Έμεινα, περιμένοντας την πτήση για Ελλάδα, κοντά μια βδομάδα στο άσραμ. Συνάντησα μια παλιά μαθήτρια του Babaji που την είχα γνωρίσει στα Ιμαλάια, στο Heracan άσραμ του δασκάλου των δασκάλων.
       Της διηγήθηκα το περιστατικό. Της φάνηκε φυσικό. Είχε και αυτή παρόμοιες εμπειρίες και άρχισε να μου λέει.
       Καλά γιατί... σκοτάδι; Ρώτησα
       Ο Babaji ήθελε να σου δείξει το σκοτάδι του μυαλού σου...,διέγνωσε.
       Δεν απάντησα. Αυτό δεν ήταν δικό μου σκοτάδι! Όχι ότι έχω «φωτισμένο» μυαλό, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά το μυαλό μου δεν έχει τη δύναμη να κρατάει τις ηλιακές ακτίνες έξω από το παράθυρο. Όχι! Μετά ένοιωσα ότι μέσα σ' αυτό το σκοτάδι κρυβόταν κάποιο πρόσωπο η καλύτερα το σκοτάδι πήγαζε από κάποιο πρόσωπο! Ποιο πρόσωπο; Μα αυτού που κάλεσα... του Babaji! Τον είχα καλέσει, έτσι δεν είναι;
       Μετά ένοιωσα τη λύσσα του, όταν κάλεσα τον γέροντα σε βοήθεια... Μετά φάνηκε και η αδυναμία του, ο τρόμος του, μπροστά στον γέροντα. Υποχώρησε πολύ βιαστικά...τρέχοντας. Αυτά να τα πουν σ' αυτούς που δεν έχουν εμπειρίες και μπορούν να πιθανολογούν. Εγώ τα έζησα τα πράγματα... Τους άτιμους!! Έχουν πάντα κάτι να πουν, για να σε τουμπάρουν... Χρόνια στην πιάτσα. Έχουν πείρα... Ποτέ δε σταματούν να προσπαθούν. Ό,τι πιάσουν... Μα και οι μαθητές είναι μέσα στο κόλπο;;... Καλά δε λέει ο λαός μας: «Με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις»!!... Τι παίρνουν οι μαθητές για αντάλλαγμα;... Κοινωνικές εξυπηρετήσεις!
       Αυτή η μαθήτρια, μου είπε αργότερα, ότι ζήτησε από μακριά με το μυαλό της από τον Babaji διάφορα πράγματα, όπως να βρει δουλειά στην Ινδία, ένα όμορφο δωμάτιο για να μείνει, χρήματα, διάφορες χάρες, που όλες εκπληρώθηκαν γρήγορα με τη δύναμη του γκουρού.
       Τις ίδιες «εξυπηρετήσεις» πρόσφερε και το Mind Control και η «Λευκή Μαγεία» και η Γιόγκα και η Μαγεία γενικώς και η Μασονία, απ' ό,τι στο παρελθόν μου είχε προταθεί. Ακόμα και ο Άρης ο υπνωτιστής τέτοιες «καραμέλες» πρόσφερε.
       Βέβαια αυτές τις «εξυπηρετήσεις» Ο Διάβολος, οι δαίμονες και τα όργανά τους τις προσφέρουν μόνο σε μερικούς, ανάλογα με τα δικαιώματα που έχουν λάβει από αυτούς και ανάλογα με το πόσο τους επιτρέπει ο Θεός.        Ποιο ήταν το αντάλλαγμα που ζητούν γι' αυτές τις υπηρεσίες; Μα να γίνεις «δικός τους», να τους ανήκεις, με ψυχή και σώμα, αλλά κυρίως ψυχή.
       Αντιστάθηκα στην παρότρυνση. Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Θα τα βολεύω μόνος μου. Ας κουράζομαι λόγο περισσότερο. Ο άλλος ζητάει πολλά... Δε συμφέρει...Θέλει ούτε λίγο ούτε πολύ την ψυχή μου! Όχι , ευχαριστώ... δε θα πάρω.
«Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο και χάσει την ψυχή του;» Ρώτησε ο Χριστός πριν 2000 χρόνια κοντά. Εσείς τι λέτε;
Γύρισα στην Ελλάδα μόνος μου. Οι φίλες μου είχαν ήδη φύγει νωρίτερα.


 Γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου