Gold Cross

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Τα τέσσερα “έσχατα”



Ο Σοφός Σειράχ μας δίνει μια συμβουλή θαυμάσια και ψυχωφελέστατη:
“Μιμνήσκου τα έσχατά σου, και είς τον αιώνα ούχ αμαρτήσεις” (7:36).
Δηλαδή, “να θυμάσαι πάντα τα τέλη της ζωής σου, και ποτέ δεν θ΄αμαρτήσεις”
Τα “έσχατα” αυτά είναι:
α) ο σωματικός θάνατος του ανθρώπου,
β) η Δευτέρα παρουσία του Χριστού,
γ) η δόξα του Παραδείσου και
δ) η οδύνη της κολάσεως.
Όποιος τα θυμάται και τα μελετάει με το νου του συνεχώς, πολιτεύεται ενάρετα και θεάρεστα.
Ας τα εξετάσουμε, λοιπόν, με τη σειρά.

α΄. Ο θάνατος
Ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων, πατριάρχης Αλεξανδρείας (610-619), για να χαράξει βαθιά μέσα στο νου του τη μνήμη του θανάτου και να την έχει πάντα ζωηρή μπροστά στα μάτια του, πρόσταξε να φτιάξουν τον τάφο του, αλλά να μην τον τελειώσουν. Ύστερα είπε στον κατασκευαστή να έρχεται σε κάθε επίσημη γιορτή, τότε που φορούσε τη λαμπρή αρχιερατική του στολή, και να του λέει δυνατά, μπροστά σε όλους: “Δέσποτα, το μνήμα σου είναι ατέλειωτο μέχρι σήμερα. Δώσε μου την άδεια να το τελειώσω, γιατί δεν ξέρεις πότε θα σε επισκεφθεί ο θάνατος”. Αυτό το έκανε ο άγιος, για να μην ξεγελαστεί από την πρόσκαιρη τιμή του αρχιερατικού αξιώματος, πού μπορεί να εμπνεύσει την έπαρση, αλλά να θυμάται πάντα το θάνατο, που ταπεινώνει και… προσγειώνει.
Η αληθινή φιλοσοφία είναι η μελέτη του θανάτου, σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο. Μ΄αυτή τη μελέτη φιλοσόφησε κι εσύ, αδελφέ, αν θέλεις να βρίσκεσαι μέσα στην πραγματικότητα. Θα ΄ρθει ώρα, και δεν ξέρεις πότε, πού θα σβήσει η ζωή σου, και μαζί μ΄αυτήν όλα τα όνειρα, όλες οι αυταπάτες. Η γη θα καταπιεί αμείλικτα το σώμα σου, πού θα γίνει τροφή των σκουληκιών. Άχρηστες θ΄αποδειχθούν η γνώση και η σοφία σου. Οι κληρονόμοι θ΄αρπάξουν την περιουσία σου, που με τόσους μάταιους μόχθους έφτιαξες. Και οι δαίμονες, αλίμονο, θα περιλάβουν την ψυχή σου, πού για όλα αγωνίστηκε όσο ήταν σ΄αυτόν τον κόσμο, εκτός από το σπουδαιότερο: τη σωτηρία της!
Την ώρα εκείνη, καθώς θα βρίσκεσαι μπροστά στην οδυνηρή αυτή αλήθεια, την αλήθεια πού ως τότε περιφρονούσες ή αμφισβητούσες, θα μετανοείς όψιμα και θα θρηνολογείς ανώφελα. Γιατί θα είναι πολύ αργά…
Πράγματι, φοβερό είναι του θανάτου το μυστήριο! Φρίκη προξενεί σε όλους, άρχοντες και υπηκόους, πλούσιους και φτωχούς, άνδρες και γυναίκες, νέους και γέρους, σοφούς και απλοϊκούς, κληρικούς και λαϊκούς, πιστούς και άπιστους. Η Ιστορία έχει διασώσει κάποιες λεπτομέρειες από το θάνατο ή και τις τελευταίες στιγμές ορισμένων μεγάλων ανδρών, στιγμές που συγκλονίζουν και διδάσκουν.
Όταν ο κοσμοκράτορας Μέγας Αλέξανδρος (356-323 π.Χ.) βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, είχαν συναχθεί ολόγυρά του στρατηγοί, φίλοι και φιλόσοφοι. Ένας απ΄αυτούς κούνησε με θλίψη το κεφάλι του και είπε θυμόσοφα: “Χθες δεν χωρούσε τον Αλέξανδρο το πλάτος του κόσμου όλου, και σήμερα θα τον χωρέσουν τρεις πήχες γης”. Κάποιος άλλος πρόσθεσε: “Χθες η ζωή και ο θάνατος χιλιάδων ανθρώπων κρέμονταν απ΄αυτόν, και σήμερα είναι ανίκανος ν΄αποτρέψει τον δικό του θάνατο”. Ένας τρίτος παρατήρησε: “Χθες πατούσε τη γη με δόξα ασύγκριτη, και σήμερα η γη θα τον σκεπάσει άδοξα”. Κι ένας τελευταίος, βλέποντας τον χρυσοστόλιστο τάφο του, είπε: “Χθες έκλεινε εκείνος χρυσάφι στα σεντούκια του, και σήμερα θα κλειστεί ο ίδιος άψυχος μέσα σε χρυσάφι”. Με όλ΄αυτά τα λόγια οι Έλληνες εκείνοι φιλόσοφοι, μολονότι ειδωλολάτρες και αφώτιστοι από την αληθινή πίστη, έδειχναν πώς κατανοούσαν τη ματαιότητα της πρόσκαιρης ζωής, του πλούτου και της δόξας.
Περίπου έναν αιώνα αργότερα πέθανε ο γενναίος Μάγων, αδελφός του Μεγάλου Αννίβα (247-183 π.Χ.), του ατρόμητου και μεγαλοφυούς Καρχηδόνιου στρατηλάτη, πού σκόρπισε το θάνατο και την καταστροφή στην Ιταλία. Όταν, λοιπόν, ο Μάγων κατάλαβε ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεψυχούσε, στράφηκε με πόνο στον αδελφό του και τους άλλοςυ συγγενείς, που του παραστέκονταν, και είπε: “Αλλίμονό μου, έφτασε το τέλος… Και τι τέλος! Πόσο ανόητο είναι να μεθάει κανείς από την εξουσία πού χάνεται και τη δόξα που μαραίνεται! Πόσο αδύναμη είναι η δύναμη και πόσο άστατη η ευτυχία! Ώ ύψος των τιμών, πόσο γρήγορα πέφτεις και τσακίζεσαι! Ώ κενή δόξα! Ώ ψεύτικη ανθρώπινη ελπίδα! Ώ ζωή εφήμερη και βασανισμένη! Σε τι ωφελήθηκα, που κυρίεψα κάστρα, γκρέμισα πύργους, αφάνισα πολιτείες και νίκησα λεγεώνες; Τι κέρδισα, αδελφέ μου, πού έχτισα παλάτια μαρμάρινα, παλάτια που άστραφταν απ΄το χρυσάφι και τ΄ασήμι, αφού τώρα θα καταλήξω, σαν πάμφτωχος και άστεγος, στο υγρό χώμα; Άχ, αδελφέ μου Αννίβα, μεγάλα σχέδια κάνεις και σπουδαία έργα ετοιμάζεις, γιατί ξεχνάς το πικρό και άδοξο τέλος σου! Να, εγώ φεύγω κιόλας σήμερα… Φεύγω και δεν θα ξαναγυρίσω κοντά σου… Μά κι εσύ αύριο-μεθαύριο θα έρθεις να με βρεις στον μαύρο άδη!…”. Και πράγματι, μετά από λίγο καιρό πέθανε και ο Αννίβας άδοξα, με δηλητήριο, εξόριστος και κυνηγημένος από τους Ρωμαίους.
Αλλά και στα νεότερα χρόνια, όταν στις 4 Μαρτίου 1193, πέθανε σε ηλικία μόλις 55 χρονών ο περιβόητος σουλτάνος της Αιγύπτου Σαλαντίν, ο μεγάλος εκείνος πολέμαρχος, που με το σπαθί κυριάρχησε σ΄όλη τη Μέση Ανατολή, πρόσταξε έναν στρατιώτη να κρεμάσει σε κοντάρι τον νεκρικό του χιτώνα και να τον δείχνει σ΄όλον τον λαό, διαλαλώντας: “Ο αφέντης μας, που όριζε τόσα βασίλεια και εξουσίαζε τόσες χώρες, πεθαίνει σήμερα! Και δεν εξουσιάζει πια άλλο τίπτοα, πέρα από τούτον τον εντάφιο χιτώνα!”. Με την ενέργεια εκείνη ο ετοιμοθάνατος σουλτάνος φανέρωνε πώς τότε πια καταλάβαινε τη ματαιότητα και την ανοησία της απληστίας του, που τον κινούσε σε κατακτήσεις και συγκέντρωση θησαυρών. Τότε πια καταλάβαινε πώς όλα ήταν καπνός, αφού τ΄άφηνε πίσω του κι έφευγε γυμνός και αβοήθητος.
Βλέπεις πώς συναισθάνονταν την πραγματικότητα, έστω και αργά, οι άπιστοι; Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε εμείς, που πιστεύουμε στην ανάσταση των νεκρών και τη μέλλουσα ζωή; Εκείνοι, με την περιορισμένη φυσική τους γνώση, ομολογούσαν την ευτέλεια και τη μηδαμινότητα των εγκοσμίων, κι εμείς, που αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε την αποκαλυμμένη από το Χριστό αλήθεια, κυνηγάμε τα λεφτά και τη δόξα και την ηδονή του κόσμου τούτου;
Συλλογίσου, αδελφέ, την ώρα που η ψυχή σου θα χωρίζεται από το σώμα. Τελειώνει τότε το πανηγύρι της ζωής, το πανηγύρι των ανόητων, και αρχίζει η μεγάλη δοκιμασία! Το σώμα μελανιάζει, τα μέλη ακινητοποιούνται, τα όργανα αδρανούν, τα μάτια κλείνουν, η γλώσσα παραλύει, η δύναμη χάνεται, η ομορφιά εξαφανίζεται…
“Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα”, όπως γράφει στα υπέροχα νεκρώσιμα ιδιόμελά του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
“Ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεεται και διαλύεται πάς άνθρωπος”.
Την ώρα εκείνη, “πού έστιν η του κόσμου προσπάθεια; Πού έστιν ή των προσκαίρων φαντασία; Πού έστιν ο χρυσός και ο άργυρος; Πού έστι των οικετών η πλημμύρα και ο θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά”. Την ώρα εκείνη, ποιος θα βοηθήσει την ψυχή;
“Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ούχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει, προς τους ανθρώπους τάς χείρας εκτείνουσα, ούκ έχει τον βοηθούντα…”.
Άκουσέ τα καλά όλα τούτα, αδελφέ, και βάλε τα μέσα στην καρδιά σου. Άκουσέ τα, γιατί σε λίγο θα εφαρμοστούν και σ΄εσένα! Τι κι αν σ΄έχει μεθύσει τώρα η δόξα; “Κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, και κάθε ανθρώπινη δόξα είναι σαν το άνθος του χορταριού, ξεράθηκε το χορτάρι, και το άνθος του έπεσε κάτω”, σου φωνάζει ο μεγαλόφωνος Ησαϊας (40:6-7). Τι κι αν σ΄έχει χαυνώσει τώρα ο πλούτος; “Αυτή τη νύχτα θα παραδώσεις τη ζωή σου. Αυτά, λοιπόν, πού ετοίμασες, σε ποιόν θ΄ανήκουν;”, σε προειδοποιεί ο δίκαιος Θεός (Λουκ. 12:20). Τι κι αν βουτάς τώρα μέσα στις ηδονές και τις απολαύσεις; “Εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, τώρα, λοιπόν, υποφέρεις”, θα σου πει με τη σειρά του κάποτε και ο πατριάρχης Αβραάμ (Λουκ. 16:25).
Ξέρεις με τι μοιάζουν οι σημερινοί άνθρωποι; Με τις κότες, ναι, με τις άμυαλες κότες, που βόσκουν σκόρπιες και αμέριμνες μέσα σ΄ένα χωράφι. Και καθώς τριγυρίζουν πέρα-δώθε, πετάγεται ξαφνικά ανάμεσά τους ο αιμοβόρος λύκος, αρπάζει μία κι εξαφανίζεται, για να την ξεσκίσει και να την καταβροχθίσει κάπου με την ησυχία του. Οι υπόλοιπες, μόλις δούν το λύκο, τρομάζουν και κρύβονται. Σε λίγη ώρα, όμως, σαν ανόητες που είναι, ξεχνούν και το λύκο και ητν κότα που άρπαξε εκείνος και την τρομάρα που πέρασαν αυτές, και βγαίνουν πάλι στη βοσκή. Ο λύκος δεν αργεί να ξανάρθει, οπότε επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή. Και επαναλαμβάνεται πολλές φορές, ώσπου όλες οι κότες εξολοθρεύονται.
Έτσι, λοιπόν, είναι και οι άνθρωποι. Ανόητοι! Βόσκουν αμέριμνοι στο λιβάδι των κοσμικών μεριμνών και των σαρκικών απολαύσεων, ώσπου έρχεται ξαφνικά ο θάνατος και αρπάζει έναν συγγενή ή φίλο τους. Τότε συγκλονίζονται, καταθλίβονται, τρομάζουν και συλλογίζονται τη δική τους ώρα, το δικό τους τέλος. Τότε κάνουν μερικές ευλαβικές σκέψεις, συνειδητοποιούν τι φοβερό θα είναι να πεθάνουν μέσα στην αμαρτία, και αποφασίζουν να μετανοήσουν. Όλ΄αυτά, όμως, δεν διαρκούν πολύ. Περνούν λίγες μέρες, ή έστω λίγες εβδομάδες, και ξεχνιέται ο φίλος, ξεχνιέται ο θάνατος, ξεχνιέται και η μετάνοια. Ο θάνατος, βέβαια, δεν θ΄αργήσει να ξαναχτυπήσει. Και τότε, πάλι ο ίδιος συγκλονισμός, πάλι οι ίδιες σκέψεις… μά και πάλι γρήγορα επιστροφή στη μάταιη καθημερινότητα. Έτσι σιγά-σιγά τους παίρνει όλους ο θάνατος -και όλους αδιόρθωτους και αμετανόητους!
Χαρά σ΄εκείνον που κρατάει σταθερά στο νου του τη μνήμη του θανάτου! Γιατί αυτή οδηγεί σε μετάνοια, φέρνει τα δάκρυα και το πένθος, υπομένει όλους τους κόπους και τους εξευτελισμούς, απομακρύνει τα πάθη και τις αμαρτίες, απελευθερώνει από τις βιοτικές μέριμνες, τρέφει την αδιάλειπτη προσευχή, εμποδίζει την προσκόλληση στα υλικά, διευκολύνει την εκκοπή του ιδίου θελήματος, συντηρεί την αγωνιστικότητα και το ζήλο, κάνει ελαφριά τη νηστεία, προπαντός όμως αυξάνει την αγάπη και την ταπείνωση, τα δυο φτερά που μας ανεβάζουν ως τον ουρανό.
Τελειώνοντας, αξίζει να διηγηθούμε την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτη, για τον οποίο γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον έκτο λόγο του. Ο μοναχός αυτός ζούσε αμελέστατα, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε όμως αρρώστησε τόσο βαριά, που έφτασε στο σημείο να φαίνεται νεκρός για μία ώρα περίπου. Μετά συνήλθε, και παρακάλεσε όσους ήταν εκεί να φύγουν και να τον αφήσουν μόνο. Έχτισε τότε την πόρτα του κελλιού του κι έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα ολόκληρα χρόνια, χωρίς να μιλήσει ποτέ με κανέναν και χωρίς να φάει τίποτ΄άλλο πέρα από ψωμί και νερό. Συλλογιζόταν ακατάπαυστα εκείνα που είδε στην έκστασή του, την ώρα που φαινόταν σαν νεκρός. Η έκφραση του προσώπου του δεν άλλαξε όλ΄αυτά τα χρόνια. Ήταν συνεχώς σαν αφηρημένος, κι από τα μάτια του έτρεχαν θερμά δάκρυα. Μόνο σαν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, οι άλλοι αδελφοί γκρέμισαν τη χτισμένη πόρτα και μπήκαν μέσα. Μετά από πολλές ικεσίες, κατόρθωσαν να του πάρουν τούτα μονάχα τα λόγια: “Συγχωρέστε με, αδελφοί! Όποιος γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέσει πια ν΄αμαρτήσει!” Οι αδελφοί θαύμαζαν, βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο Ησύχιο να έχει μεταμορφωθεί τόσο ανέλπιστα. Όταν πιά ξεψύχησε, τον έθαψαν στο κοιμητήρι. Μά ύστερ΄από λίγες μέρες το άγιο λείψανό του είχε εξαφανιστεί! Με το θαυμαστό αυτό σημείο της σωματικής μεταστάσεως, ο Κύριος φανέρωσε σε όλους, όσοι θ΄αποφασίσουν να διορθωθούν και μετά από μεγάλη ακόμη αμέλεια, πόσο ευάρεστα δέχτηκε τη μετάνοιά του.

β΄. Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού
Τι φοβερή θα είναι η ώρα, πού θα ΄ρθει για δεύτερη και τελευταία φορά ο Κύριος, σαν Κριτής πιά και όχι σαν Λυτρωτής! Τότε, λέει η Γραφή, “ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και το φεγγάρι θα πάψει πιά να φέγγει τ΄άστρα θα πέσουν απ΄τον ουρανό και οι ουράνιες δυνάμεις, που κρατούν την τάξη του σύμπαντος, θα σαλευθούν. Τότε θα εμφανιστεί στον ουρανό το σημάδι του Υιού του ανθρώπου, και θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης, και θα δουν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού με δύναμη και πολλή λαμπρότητα” (Ματθ. 25:31-32) και θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη. Τι θα κάνουμε την ώρα εκείνη οι ταλαίπωροι αμαρτωλοί; Πού θα κρυφτούμε οι αμετανόητοι; Τι απολογία θα δώσουμε για τα έργα, τα λόγια, τους λογισμούς και τις προθέσεις μας;
Τότε τα δάκρυα θα είναι ανώφελα, η μεταμέλεια άχρηστη, οι ικεσίες μάταιες. Γιατί; Επειδή ο καθένας μας θα κριθεί δίκαια και αδέκαστα, σύμφωνα με τα έργα του. Και τότε “εκείνοι που έχουν πράξει δίκαια στη ζωή τους, θ΄αναστηθούν για να λάβουν μέρος στην καινούρια ζωή, κι εκείνοι που έπραξαν φαύλα έργα, θ΄αναστηθούν για ν΄αντιμετωπίσουν την καταδίκη” (Ιω. 5:29). Από το ένα μέρος θα βλέπουμε τη θεϊκή λαμπρότητα της βασιλείας των ουρανών, που θ΄απολαύσουν οι δίκαιοι, κι από το άλλο τον απερίγραπτο ζόφο της αιώνιας κόλασης, που θα κληρονομήσουν οι αμετανήτοι αμαρτωλοί, από το ένα μέρος τη ζωή, κι από το άλλο το θάνατο, από το ένα μέρος την αιώνια ανάπαυση, κι από το άλλο την αιώνια καταδίκη…
Θ΄ανοίξει τότε ο Κριτής τα φοβερά βιβλία Του, και τα έργα του καθενός θα φανερωθούν μπροστά στους αγγέλους και τους ανθρώπους όλους. Με βάση αυτά τα έργα θα κριθεί από τον Κύριο κάθε άνθρωπος, χωρίς προσωποληψία, χωρίς διακρίσεις. Και δεν θα κριθούν μόνο οι χριστιανοί, αλλά και οι άπιστοι, όσοι δηλαδή πέθαναν χωρίς να γνωρίσουν το Χριστό και το ευαγγέλιό Του. Αυτοί, βέβαια, δεν θα κριθούν με βάση τον ευαγγελικό νόμο, αλλά με βάση τη συνείδησή τους, δηλαδή τη φωνή του Θεού που υπάρχει μέσα σ΄όλους τους ανθρώπους. Όπως γράφει πολύ ωραία ο απόστολος Παύλος, “όσοι αμάρτησαν χωρίς να ξέρουν το νόμο του Θεού, θα καταδικαστούν όχι με κριτήριο το νόμο, κι από την άλλη, όσοι αμάρτησαν γνωρίζοντας το νόμο, θα δικαστούν με κριτήριο το νόμο…, πολλές φορές ειδωλολάτρες, που δεν γνωρίζουν το νόμο…, κάνουν από μόνοι τους εκείνο πού απαιτεί ο νόμος, αυτό δείχνει πώς, αν και δεν τους δόθηκε ο νόμος, μέσα τους υπάρχει νόμος, η διαγωγή τους φανερώνει πώς οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιές τους και σ΄αυτό συμφωνεί και η συνείδησή τους, πού η φωνή της τους ελέγχει ή τους επαινεί ανάλογα με τη διαγωγή τους” (Ρωμ. 2:12, 14-16). Οι χριστιανοί, φυσικά, θα κριθούμε με βάση τις εντολές του Χριστού, πού μας αποκάλυψε την αλήθεια. Αν, λοιπόν, μολονότι γνωρίσαμε την αλήθεια, ζούμε θεληματικά μέσα στην αμαρτία, μας περιμένει φοβερή καταδίκη.
Έτσι θα κριθούν αμερόληπτα άνδρες και γυναίκες, επίσκοποι και ιερείς, βασιλείς και άρχοντες, πλούσιοι και φτωχοί, μεγάλοι και μικροί. Όλοι θα χωριστούν σε δύο κατηγορίες, στα “πρόβατα”, δηλαδή τους δικαίους, και στα “ερίφια”, δηλαδή τους αμαρτωλούς (Ματθ. 25:32).
Στα δεξιά του Κυρίου θα μπουν οι πρώτοι, εκείνοι που είχαν αγάπη και ευσπλαχνία για το συνάνθρωπο, ταπείνωση, ανεξικακία, σωφροσύνη, καθαρή καρδιά, ορθόδοξη πίστη. Αυτοί θ΄ακούσουν με άφατη αγαλλίαση την ποθητή πρόσκληση: “Ελάτε, οι ευλογημένοι απ΄τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί” (Ματθ. 25:34). Στ΄αριστερά Του θα μπουν οι δεύτεροι, εκείνοι που σπατάλησαν το χρόνο της ζωής τους μέσα σε κραιπάλες και ακολασίες, μέσα στην ασπλαχνία και την υπερηφάνεια, μέσα στα πλούτη και τα πάθη, μέσα στην απιστία και την αίρεση. Αυτοί θ΄ακούσουν με οδύνη την τρομερή απόφαση: “Φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του” (Ματθ. 25:41). Τότε θα οδηγηθούν αυτοί στην αιώνια κόλαση, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή.
Αδελφέ, πρίν φτάσει η άδηλη εκείνη ώρα, πρίν έρθει ο Νυμφίος “εν τω μέσω της νυκτός” και θα μας βρει βυθισμένους στον ύπνο της ραθυμίας, ας ξυπνήσουμε και ας ετοιμαστούμε για την υποδοχή Του με έργα μετάνοιας, με εξομολόγηση, με ελεημοσύνη, με τήρηση των θείων εντολών. “Να, ο Κριτής στέκεται κιόλας μπροστά στην πόρτα” (Ιακ. 5:9) και μας φωνάζει προειδποιητικά: “Προσέξτε καλά τους εαυτούς σας. Μην παραδοθείτε στην κραιπάλη και στη μέθη και στις βιοτικές φροντίδες, και σας αιφνιδιάσει η ημέρα εκείνη” (Λουκ. 21:34). “Να, έρχομαι σύντομα”, λέει ο Ιησούς, “και φέρνω μαζί μου την αμοιβή για ν΄ανταποδώσω στον καθένα κατά τα έργα του” (Αποκ. 22:12).

γ΄. Ο παράδεισος
“Μάτι δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε και λογισμός ανθρώπου δεν έβαλε όσα ετοίμασε ο Θεός γι΄αυτούς που τον αγαπούν”, λέει ο μακάριος Παύλος (Α΄Κορ. 2:9). Αν λοιπόν ο απόστολος, πού, με τη χάρη του Θεού, μεταφέρθηκε στον παράδεισο, δεν μπόρεσε να περιγράψει την ένδοξη εκείνη μακαριότητα, πώς θα μπορέσουμε εμείς, μά πώς και να το αποτολμήσουμε, άσοφοι και αφώτιστοι καθώς είμαστε; Αλλά και οι γλώσσες οι εύλαλες όλων των ρητόρων και των σοφών του κόσμου αν μαζεύονταν, ακόμα και τ΄αστέρια τ΄ουρανού και τα φύλλα των δέντρων άν γίνονταν γλώσσες, πάλι δέν θα μπορούσαν να διηγηθούν τα ανεκλάλητα επουράνια αγθά, πού, πράγματι, μάτι ποτέ δεν είδε και δεν άκουσε αυτί και λογισμός ανθρώπου δεν έβαλε. Πλήν όμως, για να πάρουμε λίγο από τη γεύση και των ευωδία τους, αξιώθηκαν κάποιοι άγιοι και θεοφώτιστοι Πατέρες, όπως ο θείος Χρυσόστομος, ο ιερός Αυγουστίνος και άλλοι, να οδηγηθούν από το Άγιο Πνεύμα και να διατυπώσουν με ανθρώπινες λέξεις και έννοιες τα απερίγραπτα και ακατάληπτα μυστήρια του παραδείσου. Άλλωστε ο Θεός, συγκαταβαίνοντας στην ανθρώπινη αδυναμία, επιτρέπει πολλές φορές, όπως βλέπουμε στους βίους των αγίων, τη θέα ή τη νόηση των μελλοντικών και άυλων αγαθών με τη μορφή γήινων και υλικών, όπως κήπων, κοιλάδων, αισθητού φωτός κ.ά. Η παραχώρηση αυτή του Κυρίου γίνεται για την ψυχική μας παρηγοριά και για τη στερέωσή μας στην πίστη και στην ελπίδα της αιώνιας ζωής.
Από τις αγιοπατερικές ανθρωπομορφικές περιγραφές, λοιπόν, μπορούμε να συλλάβουμε κάπως το κάλλος, τη δόξα και την ευφροσύνη του παραδείσου.
Τί είναι ο παράδεισος; Ζωή αιώνια και αθάνατη. Ζωή μακάρια και άλυπη. Ζωή άφθαρτη και αναλλοίωτη.
Εκεί η αγάπη είναι τέλεια. Εκεί ο φόβος είναι ανύπαρκτος. Εκεί η μέρα είναι ατέλειωτη. Εκεί η νύχτα είναι άγνωστη.
Τώρα “η γνώση μας περιορίζεται μονάχα σ΄ένα μέρος της αλήθειας, όταν, όμως, στη μέλλουσα ζωή μας δοθεί η τέλεια γνώση της αλήθειας, τότε θα καταργηθεί το μερικό της αλήθειας, που γνωρίζουμε τώρα... τώρα βλέπουμε τα πράγματα θαμπά, σαν μέσ΄από μεταλλικό καθρέφτη, τότε, όμως, πρόσωπο με πρόσωπο θα δούμε το Θεό” (Α΄Κορ. 13:9,10,12).
Ώ, ζωή παμπόθητη! Ώ, ζωή πανένδοξη! Ώ, ζωή πναευφρόσυνη! Χαίρεται να σε μελετάει ο νούς μου. Αγάλλεται να σε στοχάζεται η ψυχή μου. Σκιρτάει και σε ποθεί η καρδιά μου. Και όσο σε μελετώ και σε στοχάζομαι, τόσο σε ποθώ και πληγώνομαι από τον έρωτά σου.
Ώ, πάγκαλη βασιλεία! Ώ, θεία πολιτεία! Ώ, άνω Ιερουσαλήμ! Εκεί οι καιροί δεν αλλάζουν, οι εποχές δεν διαδέχονται η μία την άλλη, η εορτή δεν λήγει, τα αγαθά δεν τελειώνουν, το φως δεν σβήνει.
Στις επίγειες γιορτές και τα πανηγύρια έχουμε ανάκατο πλήθος ανθρώπων, ωραία ρούχα και στολίδια, αφθονία καρπών, φώτα και λαμπάδες, θόρυβο και οχλοβοή. Στην επουράνια γιορτή, στο ατέλειωτο πανηγύρι της βασιλείας του Θεού, αντί για το ανάκατο πλήθος, θα συμπανηγυρίζουν και θα δοξολογούν παναρμόνια τον Κύριο μυριάδες αγγέλων, χιλιάδες αρχαγγέλων, συστήματα προφητών, χοροί μαρτύρων, τάγματα οσίων, συναθροίσεις αποστόλων, συγκροτήματα δικαίων, αντί για ωραία ρούχα και στολίδια, θα βλέπεις στολές θεοϋφαντες και στεφάνια αμαράντινα και βραβεία άφθαρτα, αντί για υλικούς καρπούς, θα περισσεύει ο καρπός του Πνεύματος, η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η ευφροσύνη, η χρηστότητα, η αγαθοσύνη, αντί για φώτα και λαμπάδες, το ανέσπερο και αιώνιο Φώς, το Φώς το αληθινό, το Φώς του κόσμου, ο Ήλιος της δικαιοσύνης, αντί για θόρυβο και οχλοβοή, ευταξία και ύμνοι και ωδές πνευματικές.
Μακάριοι είναι εκείνοι που θ΄αξιωθούν ν΄ακούσουν τα υπέροχα εκείνα αγγελικά άσματα, την επουράνια μουσική, την ακατάπαυστη μελωδία. Μακάριοι είναι εκείνοι πού θα ψάλλουν μαζί με τις ασώματες Δυνάμεις το “Αλληλούια” στο Βασιλιά και Θεό των όλων. Μακάριοι είναι εκείνοι που θα βλέπουν την άρρητη δόξα του Κυρίου, καθώς το ζήτησε Εκείνος από τον Πατέρα Του:
“Πατέρα, αυτοί που μου έδωσες, θέλω, όπου είμαι εγώ, να είναι κι εκείνοι μαζί μου, για να μπορούν να βλέπουν τη δόξα τη δική μου” (Ιω. 17:24).
“Σκιρτήστε εσείς, οι δίκαιοι, με τη χαρά του Κυρίου” (Ψαλμ. 32:1)! Πάνε πια οι διωγμοί, ήρθε ο δοξασμός. Πάνε οι ατιμώσεις, ήρθε η τιμή. Πάνε οι χλευασμοί, ήρθαν οι έπαινοι. Πάνε τα μαρτύρια, ήρθαν τα στεφάνια. Πάνε οι αγώνες, ήρθαν τα έπαθλα. Πάνε οι θλίψεις, ήρθε η χαρά. Πάνε οι στερήσεις, ήρθε η απόλαυση. Πάνε οι κόποι, ήρθε η ανάπαυση. Πάνε οι πόλεμοι, ήρθε η ειρήνη. Πάνε οι σταυροί, ήρθε η ανάσταση. Πάει ο φευγαλέος χειμώνας της επίγειας ζωής, ήρθε η αιώνια άνοιξη της επουράνιας.
Πόση θα είναι η ευφροσύνη της ψυχής σου, όταν θα τη φέρουν πασίχαροι οι άγιοι άγγελοι στο θρόνο του Θεού, απ΄όπου θα κηρυχθούν ως τα πέρατα της οικουμένης τα θεάρεστα έργα της, τα φιλόθεα λόγια της, οι καλοί λογισμοί της! Πόση ευφροσύνη, όταν θα βλέπεις εκεί το πλήθος των δικαίων και των Αγίων Πάντων!
Εκεί θα είναι όσοι ένιωθαν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στο Θεό, εκεί όσοι πενθούσαν για τις αμαρτίες τους, εκεί όσοι ήταν πράοι, εκεί όσοι πεινούσαν και διψούσαν τη δικαιοσύνη του Θεού, εκεί όσοι έδειχναν έλεος στους συνανθρώπους τους, εκεί όσοι είχαν καθαρή καρδιά, εκεί όσοι εργάζονταν για την ειρήνη, εκεί όσοι διώχθηκαν επειδή αγωνίστηκαν για την επικράτηση του θελήματος του Θεού (Ματθ. 5:3-10). Εκεί όσοι έσπειραν με δάκρυα, και τώρα θερίζουν με αγαλλίαση (Ψαλμ. 125:5). Εκεί όσοι σήκωσαν αγόγγυστα τις πρόσκαιρες θλίψεις, και τώρα απολαμβάνουν ατέλειωτο πλούτο αιώνιας δόξας (Β΄Κορ. 4:17). Εκεί όσοι παραδόθηκαν στις συναγωγές και κλείστηκαν στις φυλακές και οδηγήθηκανν μπροστά σε βασιλείς και ηγεμόνες και πολεμήθηκαν από γονείς κι αδέλφια και συγγενείς και φίλους και μισήθηκαν απ΄όλους για χάρη του Χριστού, όλοι όσοι με την υπομονή τους σώθηκαν (πρβλ. Λουκ. 21:19). Εκεί η Υπεραγία Θεοτόκος, πού έχει τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα μετά την Αγία Τριάδα. Εκεί ο Τίμιος Πρόδρομος και Βαπτιστής του Χριστού Ιωάννης, ο μέγιστος προφήτης (Λουκ. 7:28). Εκεί οι χριστοκήρυκες άγιοι απόστολοι, ο Πέτρος και ο Παύλος, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Βαρθολομαίος, ο Ματθαίος, ο Θωμάς και οι άλλοι σοφοί ψαράδες της οικουμένης. Εκεί οι άγιοι μεγαλομάρτυρες, ο Γεώργιος και ο Δημήτριος, ο Προκόπιος και ο Αρτέμιος, η Βαρβάρα και η Αικατερίνη, η Παρασκευή και η Φωτεινή και οι αναρίθμητοι λοιποί αθλητές, που έδωσαν το αίμα τους και κληρονόμησαν τον ουρανό, που υπέφεραν πρόσκαιρα και αγάλλονται αιώνια. Εκεί οι ένδοξοι προφήτες, τα στόματα του Κυρίου, ο Μωυσής και ο Δαβίδ, ο Ησαϊας και ο Ηλίας, ο Ιερεμίας και ο Δανιήλ, ο Ιεζεκιήλ και ο Ιωνάς, όλοι όσοι προγνώρισαν και προανήγγειλαν τις μεγαλουργίες του Θεού. Εκεί οι μεγάλοι ιεράρχες, ο Χρυσόστομος και ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Νικόλαος, ο Μελέτιος και ο Επιφάνιος, ο Αθανάσιος και ο Κύριλλος, που φώτισαν την οικουμένη μ΄ακτίνες θείων δογμάτων και την κτίση ολόκληρη ποτίσανε με τα νάματα της θεογνωσίας. Εκεί και οι μιμητές των αγγέλων, ο Αντώνιος και ο Αρσένιος, ο Σισώης και ο Ονούφριος, ο Ευθύμιος και ο Παχώμιος, ο Εφραίμ και ο Ισαάκ, ο Σάββας και ο Θεοδόσιος, η Θεοδώρα και η Συγκλητική, η Ισιδώρα και η Πελαγία, όλων των οσίων πατέρων και μητέρων ο χορός, πού με τους καταρράκτες των δακρύων τους πότισαν την άγονη έρημο και με τους στεναγμούς τους εκατονταπλασίασαν τους καρπούς των κόπων τους. Εκεί, λοιπόν, όλοι οι άγιοι, που αναδείχθηκαν τέλειοι κανόνες αρετής, και τώρα βλέπουν τον Τριαδικό Θεό πρόσωπο με πρόσωπο (Α΄Κορ. 13:12).
Ας μιμηθούμε, αδελφέ, κι εμείς αυτούς τους εκλεκτούς του Θεού. Ας σηκωθούμε από τον ύπνο της αμέλειας, ας πολεμήσουμε τα πάθη και την αμαρτία, ας αντισταθούμε στον κόσμο και το διάβολο, ας τηρήσουμε τις σωτήριες εντολές, ας καλλιεργήσουμε τις άγιες αρετές, για να μας βρει έτοιμους η ημέρα του Κυρίου -όταν Εκείνος θα έρθει σαν Κριτής των ανθρώπων και θ΄ανταμείψει τον καθένα ανάλογα με τις πράξεις του-, κι έτσι να κληρονομήσουμε μαζί με τους αγίους την επουράνια βασιλεία.

δ΄. Η κόλαση
Όταν ο πλούσιος της παραβολής (Λουκ. 16:19-31) ήταν πια στον άδη και βασανιζόταν, παρακάλεσε από μακριά τον πατριάρχη Αβραάμ να στείλει το Λάζαρο στα πέντε αδέλφια του, “να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι εκείνοι σ΄αυτόν τον τόπο των βασάνων”. Και ο Αβραάμ του είπε: “Έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών, ας υπακούσουν σ΄αυτά”. “Όχι, πατέρα μου Αβραάμ”, έκραξε ο πλούσιος, “αν όμως κάποιος απ΄τους νεκρούς πάει σ΄αυτούς, θα μετανοήσουν”. Μά ο πατριάρχης τους εξήγησε: “Αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δεν θα πειστούν ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς” (Λουκ. 16:27-31).
Πόση σοφία κλείνουν τα λόγια τούτα, μα και ολόκληρη η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου! Πόση σοφία και πόση αλήθεια! Όποιος δεν πιστεύει στις άγιες Γραφές, όποιος δεν πείθεται από το ανυπέρβλητο θαύμα της πίστεώς μας, δεν θα πιστέψει ούτε κι αν δει νεκρό ν΄ανασταίνεται. Μήπως, άλλωστε, δεν αναστήθηκαν και νεκροί κατά καιρούς από τον Κύριο και τους αποστόλους και τους αγίους; Μήπως δεν γίνονται σημεία και θαύματα μέχρι σήμερα στο όνομα του Χριστού; Πόσοι, λοιπόν, πίστεψαν και πιστεύουν απ΄αυτά; Οι καλοπροαίρετοι εκείνοι, που θα πίστευαν και χωρίς τα θαύματα! Οι άλλοι βρίσκουν χίλιες δυο προφάσεις και ερμηνείες, κλείνοντας τα μάτια τους μπροστά στην αλήθεια.
Οι νεκραναστάσεις και τ΄άλλα θαύματα, βέβαια, δεν γίνονται συχνά, αλλά σπάνια, μόνο όταν εξυπηρετούν κάποιον καλό και ευεργετικό σκοπό της φιλανθρωπίας και της πανσοφίας του Θεού. Γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να τα εκμεταλλευθεί ο πανούργος διάβολος και να πλανήσει όχι μόνο τους απλοϊκούς, μά κι αυτούς τους εκλεκτούς. Ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας μάλιστα λέει, πώς ο πονηρός, βλέποντας τους ανθρώπους να εντυπωσιάζονται από τις νεκραναστάσεις, θα γέμιζε τον κόσμο θαύματα, σπέρνοντας μέσα σ΄αυτά τα δόγματα της κακίας του και τις πλάνες της μοχθηρίας του, και δημιουργώντας έτσι συγχύσεις, αναταραχές και αιρέσεις. Ενώ τώρα δεν μπορεί να πλανήσει εύκολα τους ανθρώπους, επειδή η πίστη μας στον παράδεισο και την κόλαση δεν στηρίζεται στα θαύματα, αλλά στο βίωμά μας, στην εμπειρία μας και στις θείες Γραφές, που τις έχουν εξηγήσει με ακρίβεια οι θεόσοφοι άγιοι Πατέρες.
Υπάρχουν, όμως, εκείνοι που λένε: “Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και δεν θα κολάσει κανέναν. Όσα διαβάζουμε στις Γραφές για την κόλαση και τις τιμωρίες είναι μόνο απειλές, για να φοβηθούμε και να είμαστε φρόνιμοι και καλοί”. Αυτή δεν είναι παρά σκέψη που βάζει στο νου τους ο διάβολος, για να τους οδηγήσει στην αμέλεια και τη ραθυμία, επειδή γνωρίζει ότι ο φόβος της κολάσεω συγκρατεί σαν χαλινάρι την ψυχή και την κρατάει μακριά από το κακό. Πώς είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν οι επαγγελίες του Θεού για την αιώνια ζωή και τον παράδεισο, και να μην επαληθευθούν οι προειδοποιήσεις Του για την αιώνια κόλαση; Ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι παράλογος. Δείχνει όμως και μεγάλη άγνοια, γιατί και στο παρελθόν ο Κύριος δεν ευεργέτησε μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τους απείλησε και τους τιμώρησε, όταν έπεσαν σε βαρειές παραβάσεις και δεν μετανόησαν.
Μήπως δεν εξορίστηκαν από τον παράδεισο της τρυφής ο Αδάμ και η Εύα (Γεν. 3:23-24); Μήπως δεν αφάνισε ο μεγάλος κατακλυσμός όλη την αμαρτωλή ανθρωπότητα (Γεν. 6:1-7:24); Μήπως δεν καταστράφηκαν τα Σόδομα και τα Γόμορα (Γεν. 19:14-24); Μήπως δεν καταποντίστηκε ο Φαραώ μ΄όλα τα άρματα και το ιππικό του στην Ερυθρά Θάλασσα (Έξ. 14:15-31); Μήπως δεν θανατώθηκαν οι Εβραίοι που γόγγυσαν στην έρημο (Αρ. 14:2-37); Μήπως δεν εξολοθρεύτηκαν μέσα σε μια μέρα είκοσι τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι που πόρνευσαν (Αρ. 25:1-9); Μήπως δεν πέθαναν πολλοί απ΄τα δαγκώματα των φιδιών, επειδή λιγοψύχησαν και λιγοπίστησαν (Αρ. 24:4-6); Μήπως, κοντολογίς, όλες οι Γραφές δεν είναι γεμάτες από τις τιμωρίες του Θεού, ακριβώς όπως κι από τις ευεργεσίες Του; Πώς λοιπόν λές, ότι ο Θεός δεν τιμωρεί και δεν κολάζει; Και αν τώρα δεν τιμωρεί άμεσα, όπως τότε, μην ξεθαρρεύεις. Εκείνοι δεν είχαν διδαχθεί για τη μελλοντική κόλαση, γι΄αυτό και τιμωρούνταν την ίδια ώρα. Εμείς όμως που μάθαμε για τα μέλλοντα από το Χριστό και τους αποστόλους Του, θα τιμωρηθούμε αιώνια και αυστηρότερα. Γιατί; Επειδή οι Εβραίοι τότε ήταν σε νηπιακή πνευματική κατάσταση, ενώ εμείς προικισθήκαμε με χάρη και με γνώση.
Πώς θα είναι όμως η κόλαση; Όπως και για τον παράδεισο, οι Γραφές μας μιλούν γι΄αυτήν αλληγορικά, γιατί μήτε ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει μήτε ανθρώπινη γλώσσα να περιγράψει την οδύνη και το ζόφο της.
Εννιά λογιών θα είναι οι τιμωρίες της:
Πρώτη, η αιώνια φωτιά, η φωτιά η άσβεστη.
Δεύτερη, το τρίξιμο των δοντιών (Ματθ. 25:30), που προκαλείται από το αιώνιο και τρομερό ψύχος.
Τρίτη, η αφόρητη και απερίγραπτη δυσωδία από τ΄ακάθαρτα και βρωμερά βδελύγματα.
Τέταρτη, η απέχθεια, η φρίκη και ο εναγώνιος τρόμος που θα προξενεί στις ψυχές η θέα των ζοφερών και παμμίαρων δαιμόνων.
Πέμπτη, η πνευματική και ακατάληπτη πείνα και δίψα, η δίψα που έκανε τον πλούσιο εκείνο να ικετεύει για μια σταγόνα νερό, και να παίρνει την απελπιστική απάντηση: “Υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα” (Λουκ. 16:26).
Έκτη, το ακοίμητο σκουλήκι (πρβλ΄. Μάρκ. 9:48), δηλαδή ο συνεχής και βασανσιτικός έλεγχος της συνειδήσεως για τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν.
Έβδομη, το φοβερό κι απέραντο πνευματικό σκοτάδι.
Όγδοη, η θανάσιμη απόγνωση, πού γεννιέται στους κολασμένους από το γεγονός ότι δεν έχουν καμιά ελπίδα λυτρώσεως ή παρηγοριάς.
Ένατη και βαρύτερη απ΄όλες, η στέρηση του Θεού γιατί, μολονότι θα φανεί οξύμωρο, πρέπει να πούμε ότι θα προτιμούσαν οι αμαρτωλοί να βλέπουν το κάλλος του ποθητού θείου Προσώπου και να υπομένουν όλα τα βάσανα της κολάσεως, παρά να μη βασανίζονται και να στερούνται το Θεό -αυτή είναι η πιο πικρή κόλαση! Μύριες γέεννες δεν μπορούν να εξισωθούν με την έκπτωση από τη δόξα του παραδείσου, με την απώλεια της αιώνιας βασιλείας, με την εγκατάλειψη από το Χριστό, με το άκουσμα της φοβερής φράσης “δεν σας ξέρω” (Λουκ. 13:27).
“Γιατί όμως”, ρωτάνε μερικοί, “να τιμωρεί ο Θεός αιώνια μια πρόσκαιρη αμαρτία;” Επειδή ο Θεός δεν λογαριάζει τόσο τις πράξεις όσο τις προαιρέσεις των ανθρώπων. Όποιος δηλαδή πεθάνει αμετανόητος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σταμάτησε ν΄αμαρτάνει. Αυτός, σύμφωνα με την προαίρεσή του, και αιώνια να ζούσε στη γη, αιώνια θα λέρωνε την ψυχή του με αμαρτίες. Αντίστοιχα, ένας ευλαβής και δίκαιος άνθρωπος, όσο κι αν ζούσε, θα αγωνιζόταν για το αγαθό και θα τηρούσε τις θείες εντολές, σύμφωνα με την καλή του προαίρεση. Έτσι τέλεια κρίνει η τέλεια δικαιοσύνη του Κυρίου.
Άλλοι πάλι λένε: “Γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί κι εδώ τους αμαρτωλούς, αλλά τους αφήνει να κάνουν το κακό και ν΄αδικούν;” Μα για να φανερώσει τη μακροθυμία Του. Για να δώσει χρόνο μετάνοιας. Για να μη στερήσει τη σωτηρία απ΄αυτούς που θα μεταμεληθούν. Αν ύστερ΄από μιαν αμαρτία τιμωρούσε και θανάτωνε, πώς θα σωζόταν ένας Δαβίδ, που αμάρτησε τόσο βαριά, αλλά μετανόησε μετά τόσο βαθιά; Πώς θα σωζόταν ο κορυφαίος απόστολος Πέτρος, που αρνήθηκε τρεις φορές το Χριστό, αλλά έκλαψε μετά με τόση συντριβή; Πώς θα σωζόταν ο μέγας Παύλος, που τόσο αμείλικτα καταδίωκε τους χριστιανούς, αλλά μεταστράφηκε μετά κι έγινε μάλιστα ο φωτιστής των εθνών; Πώς θα σώζονταν αυτοί και τόσοι άλλοι, αν ο Κύριος τους τιμωρούσε αμέσως για την αμαρτία τους και δεν τους έδινε καιρό μετάνοιας; Από το άλλο μέρος, πάλι, υπάρχουν περιπτώσεις που ο Καρδιογνώστης τιμωρεί κι εδώ εκείνους πού δεν πρόκειται να μετανοήσουν, ξυπνώντας μ΄αυτόν τον τρόπο τους άλλους από τον ύπνο της αναισθησίας. Έτσι τιμωρήθηκαν με θανατικό οι αποστάτες Ισραηλίτες (Άρ. 17:6-15), οι ασεβείς γιοί του Ηλί, που φονεύθηκαν από τους Φιλισταίους (Α΄Βας. 2:12-36, 4:11), οι διεφθαρμένοι Βενιαμίτες, που εξοντώθηκαν από τους Ισραηλίτες (Κρ. 19:22-20:49), εκείνοι οι δεκαοχτώ, που πλακώθηκαν από τον πύργο στο Σιλωάμ (Λουκ. 13:4), οι Γαλιλαίοι, που σκοτώθηκαν από τον Πιλάτο καθώς πρόσφεραν θυσία (Λουκ. 13:1), οι Κορίνθιοι, που πέθαναν πρόωρα γιατί κοινωνούσαν ανάξια (Α΄Κορ. 11:30), όπως και τόσοι άλλοι, παλαιότερα και τώρα και πάντα. Περισσότεροι, πάντως, είναι εκείνοι που έφυγαν από τη ζωή αυτή με θάνατο φυσικό, χωρίς να τιμωρηθούν, μολονότι είχαν πολλές αμαρτίες. Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο Θεός ενεργεί πάντα με σοφία, με δικαιοσύνη και με φιλανθρωπία. Γι΄αυτό κανένα ερώτημα δεν είναι τόσο κρίσιμο, όσο τούτο: Τι κάνουμε εμείς τώρα;
Όταν σε καίει η φλόγα της σαρκικής επιθυμίας, ρίξε νοερά τον εαυτό σου μέσα στη φλόγα της κολάσεως, και θα καταλαγιάσεις έτσι εύκολα.
Όταν στην άκρη της γλώσσας σου έχεις κανέναν άπρεπο λόγο, πρίν τον ξεστομίσεις, θυμήσου το τρίξιμο των δοντιών που προκαλείται από το τρομερό ψύχος της κολάσεως, κι αυτό θα σου γίνει χαλινάρι.
Όταν θελήσεις ν΄αρπάξεις ξένο πράγμα, φέρε στο νου σου τα λόγια του Κριτή, “Δέστε του τα πόδια και τα χέρια, πάρτε τον και βγάλτε τον έξω στο σκοτάδι” (Ματθ. 22:13), και θα κάνεις πίσω.
Όταν δείχνεις σκληρότητα και ασπλαχνία, να συλλογίζεσαι τις πέντε παρθένες, που δεν είχαν λάδι για τα λυχνάρια τους, δεν είχαν δηλαδή έργα αγάπης, κι έμειναν έξω από τη γιορτή του γάμου (Ματθ. 25:1-13), και θα γίνεις οπωσδήποτε εύσπλαχνος.
Όταν παρασύρεσαι σε γλέντια και μεθύσια και κραιπάλες, ν΄ακούς τη γοερή ικεσία του πλουσίου, “Πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δαχτύλου του και να μου δροσίσει τη γλώσσα” (Λουκ. 16:24), ικεσία που δεν ικανοποιήθηκε, και θα φύγεις μακριά από τις αμαρτωλές διασκεδάσεις.
Όταν η σάρκα σου, ο κόσμος ή ο διάβολος σε παρακινούν ν΄αμαρτήσεις μ΄οποιονδήποτε τρόπο, ν΄ακούς τη φοβερή φωνή του Κυρίου, πού θα πει σ΄όλους τους αμαρτωλούς: “Φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά” (Ματθ. 25:41).
Ώ, τι θρήνος ανώφελος τότε! Ώ, τι δάκρυα μάταια! Ώ, τι πόνος αγιάτρευτος και πληγή αθεράπευτη!
Καρδιά σκληρή, καρδιά πέτρινη, που τότε θα ραγίζεις από θανάσιμη οδύνη, γιατί δεν πονάς και δεν συντρίβεσαι τώρα από μετάνοια;
Μάτια πονηρά, μάτια αναίσχυντα, που τότε θα κλαίτε από την αφόρητη θλίψη του άδη, γιατί δεν δακρύζετε τώρα από πένθος και κατάνυξη;
Στόμα ρυπαρό, στόμα αισχρό, που τότε θα ζητάς βοήθεια χωρίς ελπίδα, γιατί περιφρονείς τώρα την προσευχή και καταπιάνεσαι με ματαιολογίες;
Ψυχή αναίσθητη, ψυχή αμετανόητη, που τότε θα στερηθείς για πάντα τη δόξα του Θεού και θα συμμεριστείς την καταδίκη του διαβόλου, γιατί υποδουλώνεσαι τώρα τόσο άλογα, εσύ, η θεία και αθάνατη, στο φιλήδονο και χωμάτινο σώμα;
“Ψυχή μου, ψυχή μου! Ανάστα, τι καθεύδεις; Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι”!
Ψυχή μου, “φύγε μακριά απ΄το κακό και κάνε το καλό” (Ψαλμ. 33:15).
“Γιατί, να, έρχεται η ημέρα του Κυρίου με θυμό και οργή που κανείς δεν μπορεί να εξιλεώσει, έρχεται να ερημώσει την οικουμένη και ν΄αφανίσει τους αμαρτωλούς απ΄αυτήν” (Ησ. 13:9).
 από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός)
ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
http://clubs.pathfinder.gr/emmaous/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου