Gold Cross

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: ΤΟΜΟΣ Α' ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' (ἀποσπάσματα)


ΤΟΜΟΣ Α

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ


Γι τν κατάνυξη

1. Επε ββς ντώνιος:
«χοντας τ φόβο το Θεο ζωνταν στ σκέψη μας, ν θυμόμαστε πάντοτε τ θάνατο.
Ν μισήσουμε τν κόσμο κα λα τ το κόσμου, ν μισήσουμε κάθε σαρκικ νάπαυση, ν παρνηθομε στ ζω ατή, γι ν ζήσουμε μ τν Θεό. Ν θυμστε τί ποσχεθήκατε στν Θεό. Γιατ ατ θ μς τ ζητήσει τν μέρα τς κρίσεως.
ς δοκιμασθομε λοιπν μ τν πενα, τ δίψα κα τ γύμνια.
ς γρυπνήσουμε, ς πενθήσουμε, ς στενάξουμε μ τν καρδιά μας.
ς ρευνήσουμε ν γίναμε ξιοι το Θεο. Ν γαπήσουμε τ θλίψη, γι ν βρομε τν Θεό.
Ν καταφρονήσουμε τ σάρκα, γι ν σωθε ψυχή μας».
2. λεγαν γι τν ββ ρσένιο, τι λο τν χρόνο τς ζως του καθισμένος στ ργόχειρό του, εχε στν κόρφο του να μαντήλι γι τ δάκρυα πο πεφταν π τ μάτια του.
3. νας δελφς παρακάλεσε τν ββ μμων:
«Πές μου ναν λόγο».
Κα Γέροντας το λέει:
«Πήγαινε κα ν σκέφτεσαι, πως σκέφτονται ο κακοργοι πο εναι στ φυλακή, κενοι πάντα ρωτον τος νθρώπους πο εναι ρχοντας κα πότε ρχεται, κα κλανε π τν γωνία.
τσι κα μοναχς φείλει πάντα ν προσέχει τν ψυχή του κα ν λέει:
«λίμονό μου, πς θ μπορέσω ν παρουσιασθ στ βμα το Χριστο κα τί θ το πολογηθ
ν σ᾿ ατ χεις διαρκς στραμμένη τν προσοχή σου, μπορες ν σωθες».
6. νας δελφς επε στν ββ Ποιμένα:
«Μ ταράζουν ο λογισμοί μου κα δν μ᾿ φήνουν ν φροντίσω γι τς μαρτίες μου, λλ μ κάνουν ν προσέχω τς λλείψεις το δελφο μου».
Γέροντας το μίλησε τότε γι τν ββ Διόσκορο, τι στ κελί του κλαιγε πάντοτε γι τν αυτό του, ν μαθητής του καθόταν στ λλο κελί.
Πγε λοιπν κάποια φορ μαθητς στ κελ το Γέροντα κα τν βρκε ν κλαίει, πότε το λέει:
«Πάτερ, γιατί κλας;»
Κι Γέροντας το παντ:
«Τς μαρτίες μου, παιδί μου, κλαίω».
Το λέει δελφός:
«Δεν χεις μαρτίες, πάτερ».
Κα Γέροντας το ποκρίνεται:
«λήθεια, ν φεθ ν δ τς μαρτίες μου, δν μο φθάνουν λλοι τρες τέσσερις ν κλανε μαζί μου γι᾿ ατές».
Επε λοιπν ββς Ποιμήν: «τσι εναι νθρωπος πο γνώρισε τν αυτό του».
8. ββς λίας επε:
«γ τρία πράγματα φοβομαι,
  • τν ξοδο τς ψυχς π τ σμα,
  • τ συνάντησή μου μ τν Θε κα
  • τν κδοση τς καταδικαστικς πόφασης γι μένα».
9. ββς σαΐας επε:
«Εναι παραίτητο ατς πο ζε τ ζω τς συχίας ν βάζει τν φόβο τς συνάντησης μ τν Θε μπροστ π τν νάσα του, γιατ νόσω μαρτία πείθει τν καρδιά του ν τν κολουθε, δν ρθε φόβος το Θεο μέσα του κόμα κα βρίσκεται μακρι π τ λεος το Θεο».
14. λεγε ββς σαΐας:
  • «λίμονό μου, λίμονό μου, γιατ δν γωνίσθηκα γι τ σωτηρία μου.
  • λίμονό μου, λίμονό μου, γιατ δν γωνίσθηκα ν καθαρίσω τν αυτό μου, στε ν εμαι ξιος ν γείρει λίγο πρς τ μέρος μου λεήμων Θεός.
  • λίμονό μου, λίμονό μου, γιατ δν γωνίσθηκα ν βγ νικητς στος πολέμους τν χθρν σου, στε σ ν βασιλεύσεις μέσα μου».
15. Επε πάλι:
  • «λίμονό μου, πο λόγυρά μου βρίσκεται τ᾿ νομά Σου, κι μως γ πηρετ τος χθρούς σου.
  • λίμονό μου, λίμονό μου, γιατ κάνω ατ πο ηδιάζει Θεός, γι᾿ ατ κα δν μ θεραπεύει».
16. Επε κόμη:
  • «λίμονό μου, λίμονό μου, γιατ χω πέναντί μου κατηγόρους γι σα γνωρίζω κα γι σα δν γνωρίζω κα δν μπορ ν τ ρνηθ.
  • λίμονό μου, λίμονό μου, πς μπορ ν συναντήσω τν Κύριό μου κα τος γίους του, φο ο χθροί μου δν φησαν οτε να μέλος μου καθαρ νώπιον το Θεο
17. μακάριος Θεόφιλος, ρχιεπίσκοπος, λεγε:
«Πόσο μεγάλο φόβο κα τρόμο κα δυσκολία χουμε ν ντικρίσουμε, τν ρα πο ψυχ χωρίζεται π τ σμα! Τότε μς πλησιάζει στρατι κα δύναμη τν ντίθετων δυνάμεων, ο ρχοντες το σκότους, ο κυρίαρχοι τς πονηρίας κα ρχς κα ξουσίες, τ πονηρ δηλαδ πνεύματα, κα κρατον τν ψυχ σν σ κάποια δίκη, παρουσιάζοντας νώπιόν της λα τ μαρτήματα, πο ετε μ πίγνωση ετε π γνοια κανε, π τ νεαρ λικία μέχρι τν ρα πο στ ξαφνικ τν κατέλαβαν. Στέκονται λοιπν κα τν κατηγορον γι λα, σα κανε. Λοιπόν, ποιν τρόμο νομίζεις τι ασθάνεται κείνη τν ρα, ως του βγε πόφαση κα λευθερωθε π᾿ ατά; Ατ εναι κρίσιμη ρα γι τν ψυχή, μέχρι ν δε ποι θ εναι τ ποτέλεσμα γι᾿ ατήν.
πίσης κα ο θεες δυνάμεις στέκονται κριβς πέναντι στς ντίθετες κα μ τ σειρά τους παρουσιάζουν τ καλά της ργα. Σκέψου λοιπόν, ψυχ μς στ μέση μ τί φόβο κα τρόμο στέκεται, ως του βγε πόφαση τς δίκης της π τν δίκαιο Κριτή, κα ν εναι ξια, ο πρτοι διώχνονται πιτιμητικ κα τν ψυχ τν ρπάζουν ο Θεες δυνάμεις π τ χέρια τν δαιμόνων κα στ ξς κατοικε μέριμνη, σύμφωνα μ᾿ ατ πο χει γραφε: «λοι σοι θ κατοικον σ σένα θ εφραίνονται».
τσι κπληρώνεται κα λλος λόγος τς Γραφς, «φυγε μακριά τους κάθε πόνος, λύπη κα στεναγμός».
Τότε λευθερωμένη πι προχωρε σ᾿ κείνη τν περίγραπτη χαρ κα δόξα, στν ποία κα θ γκατασταθε.
Ἐὰν μως βρεθε ν χει ζήσει μ μέλεια, κούει τ φοβερότατη φωνή:
«Ν πομακρυνθε σεβς, γι ν μ δε τ δόξα το Κυρίου».
Τότε τν ψυχ ατ τν περιμένει μέρα ργς, μέρα θλίψης κα νάγκης, τ σκοτάδι κα μαυρίλα. φο παραδοθε στν κόλαση κα στν αώνια φωτιά, θ εναι καταδικασμένη ν τιμωρεται στος πέραντους αἰῶνες. Τότε πο εναι καύχηση το κόσμου, πο κενοδοξία, πο καλοπέραση κα πόλαυση, πο πίδειξη, πο νάπαυση, πο τ μεγάλα λόγια, πο τ χρήματα κα ψηλ καταγωγή, πο πατέρας, πο μητέρα, πο ο δελφοί; Ποις π ατος θ μπορέσει ν γλιτώσει ατν τν ψυχή, πο θ τν καίει φωτι κα πικρ βάσανα θ τν κατέχουν;
φο ατ τσι χουν, τί λογς πρέπει ν εναι δική μας ζω μ για ναστροφ κα μ κάθε ελάβεια πρς τν Θεό;
Τί γάπη χουμε χρέος ν ποκτήσουμε, τί λογς συμπεριφορά, τί τρόπο ζως, τί λογς πορεία;
Ποι κρίβεια στν κάθε μας νέργεια, τί λογς πρέπει να᾿ ναι προσευχή μας, πόση βεβαιότητα ν χουμε;
Ατ λοιπν φο τ περιμένουμε ν συμβον, ς φροντίσουμε ν μς βρε Κύριος κηλίδωτους κα μεμπτους, μ ερήνη, γι ν ξιωθομε ν τν κούσουμε ν λέει:
«λάτε ο ελογημένοι π τν Πατέρα μου κα κληρονομστε τ βασιλεία, πο χει τοιμασθε γι σς π τότε πο δημιουργήθηκε κόσμος».
21. Επε ββς ακώβ:
«πως κριβς σ᾿ να σκοτειν θάλαμο, ταν μπε να λυχνάρι, τν φωτίζει, τσι κα φόβος το Θεο, ἐὰν λθει στν καρδι το νθρώπου, τ φωτίζει κα τς διδάσκει λες τς ρετς κα τς ντολς το Θεο».
23. Επε ββς Λογγίνος:
  • « νηστεία ταπεινώνει τ σμα,
  • γρυπνία καθαρίζει τν νο,
  • συχία φέρνει τ πένθος,
  • τ πένθος βαπτίζει τν νθρωπο κα τν παλλάσσει π τν μαρτία».
24. ββς Λογγίνος εχε μεγάλη κατάνυξη τν ρα τς προσευχς κα τς ψαλμδίας του, κα μία φορ το λέει νας μαθητής του:
«ββ, ατς εναι πνευματικς κανόνας, ν κλαίει μοναχός, ταν κάνει τν κολουθία του;»
Κα Γέροντας το παντ:
«Ναι, παιδί μου, ατς εναι κανόνας, πο πιζητε Θεός.
Βέβαια Θες δν πλασε τν νθρωπο ν κλαίει, λλ ν χαίρεται κα ν εφραίνεται κα ν τν δοξάζει, πως ο γγελοι, μ τν καθαρ κα ναμάρτητη ζωή του.
μως νθρωπος πεσε στν μαρτία κα γι᾿ ατ εναι νάγκη ν κλαίει, ν που δν πάρχει μαρτία, κε δν χει θέση τ κλάμα».
28. Επε ββς Παφνούτιος, μαθητς το ββ Μακαρίου, τι επε Γέροντας:
«ταν μουν μικρ παιδί, μαζ μ λλα παιδι βοσκα μοσχάρια. Κάποια μέρα πγαν ν κλέψουν σκα, κα καθς τρεχαν, πεσε να π τ σκα κι γ τ πρα κα τ φαγα. π τότε, ποτε τ θυμμαι ατό, κάθομαι κα κλαίω».
29. Διηγήθηκαν γι τν ββ Μακάριο τν μεγάλο τι περπατώντας κάποια φορ στν ρημο, βρκε παραπεταμένο πάνω στ χμα να κρανίο νεκρο.
Τ κούνησε λίγο μ τ φοινικένιο ραβδ το λέγοντάς του: «Σύ, ποις εσαι; ποκρίσου με».
Τ κρανίο το μίλησε κα επε:
«γ μουν ρχιερέας τν εδωλολατρν πο παρέμειναν σ᾿ ατν τν τόπο, κι σ εσαι ββς Μακάριος πο χει μέσα σου τ γιο Πνεμα. ποια ρα λοιπν σπλαχνίζεσαι ατος πο εναι στν κόλαση, παρηγορονται λίγο».
Τν ρωτάει ββς Μακάριος: «Κα τί λογς παρηγορι χουν;»
Κα παντ τ κρανίο: «ση εναι πόσταση μεταξ ορανο κα γς, τόση εναι φωτι κάτω π μς. Καθς λοιπν στεκόμαστε μέσα στ φωτι π τ κεφάλι ς τ πόδια, δν εναι δυνατν νας ν δε τ πρόσωπο το λλου, γιατ ράχη το νς εναι κολλημένη στ ράχη το λλου. ταν μως προσεύχεσαι γι μς, βλέπει ν μέρει νας τ πρόσωπο το λλου».
κλαψε τότε Γέροντας κα επε: «λίμονο στν μέρα πο γεννήθηκε νθρωπος, ἐὰν ατ εναι παρηγορι τς κόλασης».
Τν ξαναρωτάει Γέροντας: «πάρχει λλο χειρότερο βάσανο π᾿ ατό;»
Κα λέει τ κρανίο: «Τ μεγαλύτερο βάσανο εναι κάτω π μς».
«Και ποιο εναι σ᾿ ατό;» ρωτ Γέροντας.
«μες -παντ τ κρανίο-πο δν γνωρίσαμε τν Θεό, βρίσκουμε στω λίγο λεος. κενοι μως πο γνώρισαν τν Θε κα τν ρνήθηκαν κα δν καναν τ θέλημά του, ατο εναι πο βρίσκονται κάτω π μς».
Μετ π᾿ ατ πρε Γέροντας τ κρανίο του, τ θαψε στ γ κα συνέχισε τν δρόμο του.
30. νας δελφς ρώτησε τν ββ Μωυσ:
«Τί ν κάνει νθρωπος σ κάθε πειρασμ πο το ρχεται σ κάθε λογισμ πο το ποβάλλει χθρός;»
Γέροντας παντ:
«φείλει ν κλαίει μπροστ στν γαθότατο Θεό, γι ν τν βοηθήσει κα πολ γρήγορα θ βρε νάπαυση, ν παρακαλε μ πίγνωση, γιατ εναι γραμμένο: Δν θ φοβηθ τί θ μο κάνει νθρωπος».
31. Επε ββς Μωυσς:
«σοι νικηθήκαμε π κάποιο σωματικ πάθος, ς μν μελήσουμε ν μετανοήσουμε κα ν πενθήσουμε τος αυτούς μας, προτο μς βρε τ πένθος τς κρίσεως».
32. Επε πάλι:
«Μ τ δάκρυα ποκτ νθρωπος τς ρετς κα μ τ δάκρυα πίσης συγχωρονται ο μαρτίες.
Τν ρα μως πο κλας, μν ψώσεις τν τόνο το ναστεναγμο σου.
Κα ς μ γνωρίζει τ ριστερό σου χέρι τί κάνει τ δεξί. Τ ριστερ βέβαια εναι κενοδοξία».
39. νας δελφς ρώτησε τν ββ Ποιμένα:
«Τί ν κάνω μ τς μαρτίες μου;»
Κα παντώντας Γέροντας το λέει:
«Ατς πο θέλει ν λυτρωθε π τς μαρτίες του, μ δάκρυα λυτρώνεται π᾿ ατς κα κενος πο θέλει ν ποκτήσει ρετές, μ δάκρυα τς ποκτ.
Γιατ τ ν κλαμε εναι δς πο μς παρέδωσε Γραφή, καθς κα ο πατέρες, πο λεγαν: Κλψτε, λλη δς δν πάρχει παρ μόνον ατή».
40. νας δελφς ρώτησε τν ββ Ποιμένα:
«Τί ν κάνω μ᾿ ατς τς σωτερικς νησυχίες πο μ ταράζουν;»
Το παντ Γέροντας:
«Ν κλάψουμε μπροστ στν γαθότητα το Θεο κούραστα, ως του μς δώσει τ λεός του».
41. ββς ωσφ διηγήθηκε τι ββς σακ επε:
«Κάποτε καθόμουν μαζ μ τν ββ Ποιμένα κα τν εδα ν πέφτει σ κσταση.
πειδ το εχα πολ θάρρος, το βαλα μετάνοια παρακαλώντας τον «πές μου, πο σουν;»
κενος ναγκάσθηκε κα επε:
« λογισμός μου ταν κε στν Σταυρ το Σωτρος, που στεκε γία Μαρία Θεοτόκος κα κλαιγε, κα γ θελα πάντοτε τσι ν κλαίω».
42. νας δερφς ρώτησε τν ββ Ποιμένα:
«Τί ν κάνω;»
Γέροντας το παντ: «Τν ρα πο Θες θ μς πισκεφθε, γι ποι πργμα θ νησυχήσουμε;»
Το λέει δελφός: «Γι τς μαρτίες μας».
Λέει λοιπν Γέροντας:
«ς μπομε πομένως στ κελί μας κα μένοντας κε ς θυμόμαστε τς μαρτίες μας κα τότε Κύριος θ μς βοηθάει σ λα».
43. μακάριος θανάσιος, πίσκοπος τς λεξάνδρειας, παρακάλεσε τν ββ Παμβ ν κατέβει π τν ρημο στν λεξάνδρεια.
Πραγματικά, κατέβηκε κα βλέποντας μία θεατρίνα, γέμισαν δάκρυα τ μάτια του.
ταν τν ρώτησαν σοι ταν κοντά του ν μάθουν γιατί κλαψε, επε:
«Δύο πράγματα μο φεραν τ δάκρυα, τ να πώλεια κείνης, κα τ λλο τ τι γ δν χω τόση φροντίδα ν ρέσω στν Θεό, ση χει ατή, προκειμένου ν ρέσει σ νήθικους νθρώπους».
44. ββς Παλος επε:
«Μέχρι τν λαιμ εμαι βυθισμένος σ βορκο κα κλαίω μπροστ στν Κύριο λέγοντας: λέησέ με».
46. λεγαν γι τν ββ Σεραπίωνα, τι ζωή του ταν σν νς πουλιο.
Δν πόκτησε ποτ κανένα πργμα το κόσμου ατο οτε μεινε σ κελί, λλ τυλιγμένος να σεντόνι κα κρατώντας να μικρ Εαγγέλιο τριγυρνοσε tσι σν ν μν εχε σμα.
Πολλς φορς τν βρισκαν ν κάθεται στν δρόμο ξω π να χωρι κα ν κλαίει γοερ κα τν ρωτοσαν:
«Γέροντα, γιατί κλας τσι;»
Κι κενος τος παντοσε:
« Κύριός μου, μο μπιστεύθηκε τ πλούτη του, λλ γ τ χασα, γι᾿ ατ θέλει ν μ τιμωρήσει».
κενοι, σν τν κουγαν, νόμιζαν τι μιλάει γι χρυσάφι κα πολλς φορς το ριχναν να κομμάτι ψωμ κα το λεγαν:
«δελφέ, δέξου το ατ κα φάε, σο γι τ πλούτη πο χασες, Θες χει τ δύναμη ν σο τ στείλει».
Κα Γέροντας ποκρινόταν: «μήν».
47. Επε μμς Συγκλητική:
«Ατος πο πρωτοέρχονται στν Θε τος περιμένει γνας κα κόπος πολύς, στερα μως κολουθε χαρ νείπωτη. πως κριβς ατο πο θέλουν ν᾿ νάψουν φωτιά, στν ρχ καπνίζονται κα τ μάτια τους δακρύζουν κα κατόπιν πετυχαίνουν ατ πο θέλουν. Κα μάλιστα Γραφ λέει, « Θεός μας εναι φωτι πο κατακαίει».
τσι πρέπει κι μες τ θεϊκ φωτι ν τν νάψουμε μέσα μας μ δάκρυα κα κόπο».
48. Επε ββς περέχιος:
« μοναχός τη νύκτα τν κάνει μέρα γρυπνώντας κα πιμένοντας στν προσευχή. τσι κατανύσσοντας τν καρδιά του χύνει δάκρυα κα πικαλεται π τν οραν λεος».
49. Κάποιοι δελφο πισκέφθηκαν τν ββ Φίλικα, χοντας μαζί τους νθρώπους κοσμικούς, κα τν παρακάλεσαν ν τος πε να λόγο, λλ Γέροντας σιωποσε.
Καθς μως τν παρακαλοσαν πολλ ρα, τος επε: «Θέλετε ν᾿ κούσετε κάποιο λόγο;»
Το λένε: «Ναί, ββ», κα Γέροντας τος επε:
«Τώρα πι δν πάρχει λόγος. λλοτε, ταν ρωτοσαν τος Γέροντες ο δελφο κα καμναν σα τος λεγαν, Θες τος φώτιζε πς ν μιλήσουν. Τώρα μως, πειδ ρωτον βέβαια, λλ δν τηρον ατ πο κον, Θες πρε π τος Γέροντες τ χάρη κι τσι δν βρίσκουν τί ν πον, γιατ κριβς δν πάρχει ατς πο θ τ φαρμόσει».
ταν τ κουσαν ατ ο δελφο στέναξαν κα επαν: «ββ, προσευχήσου γι μς».
55. Διηγήθηκε νας Γέροντας τι κάποιος δελφς θελε ν φύγει γι ν μονάσει, λλ τν μπόδιζε δια μητέρα του.
Ατς μως δν παραιτονταν π τν σκοπό του κα λεγε: «Θέλω ν σώσω τν ψυχή μου».
μητέρα του ν κα προσπάθησε πολ ν τν μποδίσει, δν τ κατάφερε κα τελικ ποχώρησε στν πιθυμία του.
φυγε λοιπόν, γινε κα μοναχός, λλ ξόδεψε τ ζωή του μ μέλεια.
Κάποτε πέθανε μητέρα του κα μετ π να χρονικ διάστημα συνέβη ν ρρωστήσει κι ατς πολ βαρι κα κάποια στιγμ ρθε σ κσταση κα ρπάχθηκε στν κρίση, κε βρκε τ μητέρα του νάμεσα στος κατάδικους.
κείνη λοιπόν, μόλις τν εδε, κπληκτή του λέει: «Τί συμβαίνει, παιδί μου; Κα σ καταδικάσθηκες να᾿ ρθες στν τόπο ατό; Κα πο πγαν τ λόγια πο λεγες; Θέλω ν σώσω τν ψυχή μου;»
Ντροπιάστηκε βέβαια μ᾿ ατ πο κουσε κα στεκόταν καταλυπημένος μ μπορώντας ν τς δώσει καμι πάντηση.
Οκονόμησε μως φιλάνθρωπος Θες κα μετ τ ραμα ατ νέλαβε π τν σθένειά του.
Κα πειδ σκέφθηκε τι π τν Θε το γινε μία τέτοια πίσκεψη, γινε γκλειστος κα φρόντιζε γι τ σωτηρία του, μετανοώντας κα κλαίοντας γι σα μς στν μέλειά του κανε πι μπροστά.
Κα τόσο μεγάλη ταν κατάνυξή του, στε πολλο τν παρακαλοσαν ν ποχωρήσει λίγο, μήπως κα πάθει κάποια ζημι π τ περβολικ κλάμα.
Ατς μως δν παρηγοριόταν μ τίποτε κα λεγε:
«Ἐὰν δν μπόρεσα ν ντέξω τν ξευτελισμ π τ μητέρα μου, πς θ σηκώσω κατ τν μέρα τς κρίσεως τν ασχύνη μπροστ στν Χριστ κα τος γίους γγέλους;»
56. Επε κάποιος Γέροντας:
«Ἐὰν πρχε περίπτωση, κατ τν παρουσία το Θεο μετ τν νάσταση, ν ξεψυχήσουν π φόβο ο νθρωποι, λος κόσμος θ πέθαινε π τρόμο κα κπληξη. Τί θέαμα θ εναι ν βλέπει κανες ν νοίγουν ο ορανο κα τν Θε ν μφανίζεται μ ργ κα γανάκτηση κα ναρίθμητες στρατις γγέλων, κα μαζ λόκληρη τν νθρωπότητα! Γι᾿ ατ φείλουμε ν ζομε τσι, σν κάθε μέρα ν ζητάει Θες ν λογοδοτομε γι τν τρόπο τς ζως μας».
57. νας δελφς ρώτησε κάποιον Γέροντα: «Πς ρχεται φόβος το Θεο στς ψυχές;»
Γέροντας πάντησε:
«ν νθρωπος χει τν ταπείνωση κα τν κτημοσύνη κα τ ν μν κρίνει τος λλους, θα ᾿ρθε φόβος το Θεο σ᾿ ατόν».
58. νας δελφς πισκέφθηκε κάποιον Γέροντα κα τν ρώτησε:
«ββ, γι ποιν λόγο καρδιά μου εναι σκληρ κα δν φοβομαι τν Θεό;»
Κα το επε Γέροντας:
«Νομίζω πς ν νας νθρωπος χει παντοτιν λεγχο μέσα του, ποκτ τν φόβο το Θεο».
Τν ξαναρωτ δελφός: «Κα τί εναι λεγχος;»
Κα παντ Γέροντας:
«Εναι τ ν λέγχει νθρωπος σ κάθε περίπτωση τς κινήσεις τς ψυχς του λέγοντας στν αυτό του:
«Θυμήσου τι κάποια ρα θ συναντήσεις τν Θεό».
Ν προσθέτει κα ατό: «Τί χω γ ν κάνω μ τος νθρώπους;»
Νομίζω πς ν μείνει κανες σταθερ σ᾿ ατά, θα ᾿ρθε φόβος το Θεο μέσα του».
59. Εδε κάποτε νας Γέροντας κάποιον ν γελ κα το λέει:
«Πρόκειται ν πολογηθομε νώπιον ορανο κα γς γι λη μας τ ζω κα σ γελς;»
60. Επε νας Γέροντας:
«πως μς συνοδεύει παντο σκιά μας, κατ τν διο τρόπο πρέπει ν χουμε μέσα μας τ δάκρυα κα τ συντριβή, που κι ν βρισκόμαστε».
61. Κάποιος δελφς ρώτησε ναν Γέροντα: «Τί ν κάνω;»
Κα το επε Γέροντας: «φείλουμε ν χύνουμε δάκρυα πάντοτε. Συνέβη κάποτε κάποιος π τος πατέρες ν πεθάνει κα μετ π πολλ ρα πανλθε στν αυτό του κα τν ρωτήσαμε:
«Τί εδες κε, ββ;» Κα μς επε τότε κλαίοντας:
«Άκουσα κε ναν σταμάτητο θρνο π᾿ ατος πο λεγαν λίμονό μου, λίμονό μου».
Τ διο κα μες φείλουμε ν λέμε πάντοτε».
62. δελφς ζήτησε π κάποιον Γέροντα ν μάθει λέγοντας:
«Πόσο πιθυμε ψυχή μου τ δάκρυα, καθς κούω τος Γέροντες ν μιλον γι᾿ατά, λλ δν ρχονται κα θλίβομαι».
Κα Γέροντας το επε:
«Οι σραηλτες περίμεναν σαράντα χρόνια γι ν μπον στ γ τς παγγελίας. Τ δάκρυα εναι γ τς παγγελίας, στν ποία ἐὰν πιστρέψεις, δν χεις στ ξς ν φοβηθες πόλεμο. τσι Θες θέλει ν θλίβεται ψυχή, γι ν πιθυμε πάντοτε ν μπε στ χώρα κείνη».
64. Δυ σαρκικο δελφο παρνήθηκαν τν κόσμο κα πγαν στ ρος τς Νιτρίας, που κα ποτάχτηκαν σ᾿ ναν πνευματικ πατέρα.
Θες δωσε κα στος δυ τ χάρισμα τν δακρύων κα τς κατανύξεως. Μι φορ λοιπν Γέροντας σ ραμα βλέπει τος δυ δελφος ν στέκονται κα ν προσεύχονται κρατώντας στ χέρια φύλλα χαρτιο γραμμένα κα ν τ βρέχουν μ τ δάκρυά τους.
Το νς τ γράμματα σβήνονταν εκολα, ν το λλου στερα π κόπο, γιατ φαίνονταν σν ν ταν γραμμένα μ γκαυστη μελάνη.
Γέροντας παρακάλεσε τν Θε ν το δοθε ξήγηση γι τ ραμα.
Πραγματικ το παρουσιάστηκε νας γγελος Κυρίου κα το λέει:
«Τα γράμματα στ χαρτι εναι τ μαρτήματά τους. νας με φυσικ τρόπο μάρτησε κα γι᾿ ατ εκολα διαλύονται τ σφάλματά του. λλος μολύνθηκε μ κάθαρτα κα βρωμερ παρ φύσιν μαρτήματα κα γι᾿ ατ χρειάζεται ν καταβάλει περισσότερο κόπο γι μετάνοια κα πολλ ταπείνωση».
π τ ραμα κα στερα λεγε Γέροντας στν δελφό:
«Κόπιασε, δελφέ, γιατ τ γράμματα εναι γκαυστ κα μ κόπο ξαλείφονται», λλ δν το φανέρωσε τ πργμα μέχρι τν θάνατό του, γι ν μν το κόψει τν προθυμία.
στόσο λο κα περισσότερο το λεγε: «Κόπιασε, δελφέ, γιατ μ κόπο σβήνουν».
66. νας δελφς προχωρημένος στν πνευματικ ζωή, τν ρα πο καμνε τν κανόνα του μαζ μ τν δικό του δελφό, το ταν δύνατο ν συγκρατήσει τ δάκρυά του κα σταματοσε ν λέει τν ψαλμό. Μι φορ δελφς τν παρακάλεσε ν το πε τί σκέφτεται τν ρα το κανόνα κα κλαίει τόσο πικρά.
Ατς το επε: «Συγχώρησέ με, δελφέ. γ πάντοτε ταν κάνω τν κανόνα μου, βλέπω τν κριτ κι μένα τν διο ν στέκομαι μπροστά του σν κατάδικος κα ν νακρίνομαι κα ν μο λέει: «Γιατί μάρτησες;» Λοιπόν, πειδ δν χω τί ν πολογηθ, μο κλείνεται τ στόμα κα γι᾿ ατ χάνω τν στίχο το ψαλμο. Συγχώρησέ με μως, πο σ θλίβω. Κι ν σ ναπαύει, ς κάνει καθένας μας χωριστ π τν λλον τν κανόνα του».
Το λέει δελφός: «χι, πάτερ, γιατ κι ν κόμη γ δν χω πένθος, λλ᾿ μως, ταν σ βλέπω, κακίζω τν αυτό μου».
Κι Θες εδε τν ταπείνωσή του κα χάρισε κα σ᾿ ατν τ πένθος το δελφο του.
67. νας π τος δελφος πγε σ κάποιον Γέροντα πο κατοικοσε στ ρος Σιν κα τν παρακάλεσε:
«Πάτερ, πές μου πς πρέπει ν προσεύχομαι, γιατ πολ ξόργισα τν Θεό».
Κι Γέροντας το λέει: «Παιδί μου, γ ταν προσεύχομαι, τσι λέω:
Κύριε, ξίωσέ με ν σ πηρετήσω, πως πηρέτησα τν Σαταν, κι ξίωσέ με ν σ γαπήσω, πως γάπησα τν μαρτία».
68. Επε πάλι: «Καλ εναι νθρωπος ν πλώνει τ χέρια του πρς τν οραν γι προσευχ κα ν παρακαλάει τν Θεό, ν περάσει ρεμα ψυχ κατ τν ξοδό της μέσα π λους ατος πο πιχειρον ν τν μποδίσουν στν έρα».
75. νας Γέροντας επε:
«Σ ᾿κενον πο μετανοε ρμόζει ν κάνει ατά:
  • Ν ζήσει μόνος,
  • ν χει φροντίδα γι τν ψυχή του,
  • ν πενθε γι τς μαρτίες του,
  • ν μν χει μέριμνα γι τ πράγματα ατο το κόσμου,
  • κανένα ν μ στενοχωρήσει, τν αυτό του ν θλίβει,
  • τν αυτό του ν λέγχει,
  • ν ζε στερημένα, ν κρίνει τν αυτό του,
  • πάντοτε ν γρυπνε κα μ πόνο καρδις ν ζητάει π τν Θε τ λεός του».
76. νας Γέροντας επε:
«πως κάθε μαρτία, πο θ κάνει νθρωπος, εναι ξω π τ σμα, ν ατς πο πορνεύει μαρτάνει στ σμα του, γιατ π᾿ ατ ρχεται τ μόλυσμα, τσι κάθε ργασία πο θ κάνει νθρωπος εναι ξω π τ σμα, ν κενος πο χύνει δάκρυα καθαρίζει τν ψυχ κα τ σμα. Γιατ τ δάκρυ καθς κατεβαίνει π πάνω, ξεπλένει κα γιάζει λο τ σμα».
80. Επε πάλι:
«Τ ν μιλάει κανες γι τν πίστη κα ν διαβάζει τ δόγματα εναι πράγματα πο ξηραίνουν τν κατάνυξη το νθρώπου κα τν ξαφανίζουν, ν ο βίοι κα ο λόγοι τν Γερόντων δίνουν φς στν ψυχή».
81. νας δελφς ρώτησε κάποιον Γέροντα:
«Γι ποιν λόγο ψυχή μου γαπ τν καθαρσία;»
Κα Γέροντας το επε: « ψυχ θέλει τ πάθη, λλ τ Πνεμα το Θεο εναι πο τ συγκρατε. Πρέπει ν χύνουμε δάκρυα γι τς μαρτίες μας κα τς κάθαρτες διαθέσεις μας. Εδες τ Μαρία, ταν σκυψε στ μνμα κα κλαιε, πς τς μίλησε Κύριος; Τ διο θ συμβε κα μ τν ψυχή».
82. νας Γέροντας επε:
«νας νθρωπος πο κάθεται στ κελί του κα μελετάει τος ψαλμούς, μοιάζει μ νθρωπο πο ζητάει τν βασιλιά.
ν κενος πο θρηνώντας ζητάει κάτι, κρατάει τ πόδια το βασιλιά, παρακαλώντας ν βρε λεος π μέρους του, πως εχε κάνει πόρνη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου