Gold Cross

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: ΤΟΜΟΣ Α' ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' (ἀποσπάσματα)


ΤΟΜΟΣ Α

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

Γι τ τι πρέπει ν πιδιώκουμε τν «συχία» μ κάθε δυνατ τρόπο

1. ταν ββς ντώνιος σκήτευε στν ρημο, πεσε κάποτε σ κηδία κα σ μεγάλη σύγχυση τν λογισμν του κα λεγε στν Θεό:
«Κύριε, θέλω ν σωθ λλ δν μ᾿ φήνουν ο λογισμοί μου. Τί ν κάνω μ τ θλίψη μου ατή; Πς ν σωθ
Κάποια φορ λοιπν βγκε λίγο πρς τ ξω κα βλέπει κάποιον σν τν αυτό του ν κάθεται κα ν κάνει ργόχειρο.
Μετ π λίγο φηνε τ ργόχειρο, σηκωνόταν κα προσευχόταν, κα ξαν καθόταν κα συνέχιζε ν πλέκει τ σχοινί του.
στερα πάλι σηκωνόταν γι προσευχή.
ταν γγελος Κυρίου πο εχε σταλε γι ν διορθώσει τν ντώνιο κα ν το δώσει σιγουρι κα κουσε τν γγελο ν το λέει:
«Κάνε κι σ τ διο κα θ σωθες».
Κα ντώνιος ταν τ᾿ κουσε, πρε μεγάλη χαρ κα κουράγιο. Κα τσι κάνοντας προχωροσε στ ργο τς σωτηρίας του.
16. Κάποτε κάποιοι Γέροντες πγαν στν ββ ρσένιο κα τν παρακάλεσαν θερμ ν τος μιλήσει γι τος ρημτες μοναχούς, κα μάλιστα γι᾿ ατος πο δν χουν συναπαντήματα μ λλους νθρώπους.
Τότε Γέροντας επε:
«ταν παρθένος μένει στ σπίτι το πατέρα της, πολλο ζητον ν τ μνηστευθον, ταν μως παντρευθε, δν ρέσει σ λους, λλοι τ βρίσκουν ψεγάδια κα λλοι τν παινον, κα δν τιμται, πως πρτα, ταν ταν κρυμμένη. Τ διο κα μ τ θέματα τς ψυχς, π τ στιγμ πο κοινοποιονται, δν μπορον ν κανοποιήσουν λους».
17. ββς Βιτίμης διηγήθηκε τ ξς:
«Κάποτε καθς κατέβαινα στ Σκήτη, κάποιοι μο δωσαν λίγα μλα, γι ν τ μεταφέρω στος Γέροντες. Κα γ κτύπησα τν πόρτα το κελιο το ββ χιλλ, γι ν το τ δώσω.
Μο επε τότε κενος:
«λήθεια, δελφέ μου, δν θ θελα τούτη τν ρα ν μο κτυπήσεις τν πόρτα, κι ν κόμη μου μετέφερες τ μάννα. Μν πς κα σ κανένα λλο κελί».
γ τότε νεχώρησα γι τ κελί μου κα πρόσφερα τ μλα στν κκλησία».
11. Κάποιος δελφς ρώτησε τν ββ σαΐα:
«Πς πρέπει ν συχάζει κανες μέσα στ κελί;»
Κα ποκρίθηκε Γέροντας:
«Τ ν συχάζει κανες στ κελ σημαίνει ν κθέτει συνεχς τν αυτό του νώπιον το Θεο κα ν πιστρατεύει λη του τ δύναμη γι ν ντιστέκεται σ κάθε λογισμ πο σπέρνει χθρός, γιατ ατ σημαίνει ναχώρηση π τν κόσμο».
Κα επε δελφός:
«Τί σημαίνει κόσμος;»
  • «Κόσμος εναι -πάντησε Γέροντας-τ ν διασπται κανες σ πολλς κα διάφορες ποθέσεις.
  • Κόσμος εναι τ ν νεργον ο νθρωποι τ ντίθετα πρς τν νθρώπινη φύση κα ν κανοποιον τ σαρκικά τους θελήματα.
  • Κόσμος εναι τ ν νομίσει κανες τι μένει παντοτιν στ ζω ατή.
  • Κόσμος εναι ν φροντίζει γι τ σμα πρς βλάβην τς ψυχς κα ν καυχιέται γι᾿ ατ πο φήνει πίσω του.
Κι ατ δν τ επα π μόνος μου, λλ ωάννης πόστολος εναι πο τ λέει:
Μν γαπτε τν κόσμο μήτε σα εναι το κόσμου».
23.νας δελφς τν ρώτησε: «Τί χρειάζεται ν κάνει συχαστής;»
Κι ατς επε:
« συχαστς εναι νάγκη ν κάνει τς τρες ατς ργασίες:
  • ν χει φόβο Θεο συνεχς,
  • ν ζητάει πομονετικ
  • κα ν μ χαλαρώσει στν καρδιά του μνήμη το Θεο».
28.Επε μμς Θεοδώρα:
«Καλό πργμα εναι ζω τς συχίας, συνετς νθρωπος συχάζει, ληθινά, εναι σπουδαο ν ζε τν σύχιο βίο μοναχ μοναχς κα προπάντων ο νέοι. Ν ξέρεις μως τι, ν κάποιος χει τν πρόθεση ν ζήσει τ ζω τς συχίας, ρχεται μέσως πονηρς κα βαρύνει τν ψυχ μ κηδία, μ διαφορία, μ λογισμούς, βαρύνει κα τ σμα μ ρρώστιες, μ τονία, μ λύσιμο τν γονάτων κα λων τν μελν, γενικ παραλύει τ δύναμη τς ψυχς κα το σώματος, πότε λέει κανες «εμαι ρρωστος κα δν μπορ ν κάνω τν κολουθία μου». μως ν εμαστε νηφάλιοι, λα ατ διαλύονται.
ταν νας μοναχς πο μόλις ρχιζε ν κάνει τν κολουθία του, τν πιανε ργος κα πυρετός, πονοσε τ κεφάλι του κα τότε λεγε στν αυτό του: «Νά, εμαι ρρωστος κα κάποια ρα μπορε ν πεθάνω, λοιπν ς σηκωθ πρν πεθάνω κα ς κάνω τν κολουθία μού». Μ ατν τν λογισμ πίεζε τν αυτό του κα καμνε τν κολουθία του κα μόλις σταματοσε προσευχή, σταματοσε κα πυρετός, κα πάλι τν ρα τς κολουθίας ρχόταν πυρετός, κα πάλι τν ρα τς κολουθίας ρχόταν πυρετός, κα ξαν μ᾿ ατν τν λογισμ ντιστεκόταν δελφς κα καμνε τν κολουθία του κα τελικ νίκησε τν ρνητικ λογισμό».
30. νας δελφς ζοσε σ κοινόβιο, κρατώντας αστηρ σκηση.
ταν μερικο δελφο τς Σκήτης κουσαν γι᾿ ατόν, ρθαν ν τν δον κα μπκαν στν τόπο, που διος ργαζόταν.
κενος φο τος σπάστηκε, στράφηκε πίσω κα ρχισε ν ργάζεται.
Ο δελφο βλέποντας ατ πο κανε το λένε: «ωάννη, ποις σο δωσε τ σχμα ποις σ κανε μοναχ κα δν σο δίδαξε ν παίρνεις π᾿ τος δελφος τ πανωφόρι κα ν τος λές: εχηθετε καθστε;»
Τος παντ:
« ωάννης μαρτωλς δν εκαιρε γι᾿ ατά».
32. Ζοσε κάποτε στν λεξάνδρεια νας μορφωμένος νθρωπος πο τν λεγαν Κοσμ. ταν ξιοθαύμαστος κα πολ νάρετος, μ ταπειν φρόνημα, σπλαχνικός, γκρατής, παρθένος, νθρωπος τς συχίας, φιλόξενος, φίλος τν φτωχν.
πειδ γ το εχα μεγάλη οκειότητα, μι φορ το λέω:
«Κάνε γάπη, πόσο χρόνο ζες τ ζω τς συχίας;»
πειδ σώπαινε κα δν μο δινε κν μι πάντηση, πάλι το λέω:
«Γι χάρη το Κυρίου πές μου».
Κι κενος, φο γι λίγο κρατήθηκε, μο λέει:
«χω τριάντα τρία χρόνια».
Πάλι το λέω:
«Κάνε τέλεια τν γάπη, γιατ ξέρεις πολ καλ τι γι φέλεια τς ψυχς σ ρωτ, πές μου, τόσο μεγάλο χρονικ διάστημα τς συχαστικς σου ζως τί κατόρθωσες;»
κενος, φο ναστέναξε π τ βάθη τς καρδις, μο λέει: «νας νθρωπος κοσμικς τί μπορε ν κατορθώσει κα μάλιστα τ στιγμ πο κάθεται στ σπίτι του;»
μως γ τν παρακαλοσα:
«Για χάρη το Κυρίου πές μου κα φέλησέ με».
Κα πειδ τν πίεσα πολύ, επε:
«Συγχώρεσέ με, ατ τ τρία ξέρω τι κατόρθωσα: ν μ γελ, ν μν ρκίζομαι κα ν μ λέω ψέματα».
γ ταν τ᾿ κουσα, δόξασα τν Θεό».
36. Επε ββς σαΐας στν ββ Μακάριο:
«Πές μου ναν λόγο».
Κα Γέροντας το λέει:
«Ν ποφεύγεις τος νθρώπους».
Τν ρωτάει ββς σαΐας:
«Τί σημαίνει ν ποφεύγει κανες τος νθρώπους;»
Κα Γέροντας το παντ:
«Σημαίνει ν καθίσεις στ κελί σου κα ν κλάψεις τς μαρτίες σου».
38. νας δελφς πισκέφτηκε στ Σκήτη τν ββ Μωυσ κα το ζήτησε ν το πε κάποιον λόγο.
Κα Γέροντας το λέει:
«Πήγαινε, κάθισε στ κελί σου, κα τ κελί σου θ σο τ διδάξει λα».
45. ββς ωσφ λέει στν ββ Νισθερο:
«Τί ν κάνω μ τ γλσσα μου, πο δν μπορ ν τ συγκρατήσω;»
Το λέει Γέροντας:
«Βρίσκεις νάπαυση, ν μιλήσεις;»
«χι», το παντ.
Τότε λέει Γέροντας: «φο δν χεις νάπαυση, γιατί μιλς; Καλύτερα ν σιωπς καί, ν γίνεται συζήτηση, προτιμότερο πολλ ν κος παρ ν λές».
60. Διηγήθηκε κάποιος τι τρες φιλόπονοι νθρωποι, φίλοι μεταξύ τους, γιναν μοναχοί.
πρτος διάλεξε σν ργο του ν ερηνεύει τος νθρώπους, πο εχαν χθρικς σχέσεις μεταξύ τους, σύμφωνα μ τν Εαγγελικ λόγο:
«Μακάριοι ο ερηνοποιοί».
δεύτερος ν πισκέπτεται τος ρρώστους κα τρίτος φυγε γι ν συχάσει στν ρημο.
πρτος λοιπόν, ν κα κόπιασε γι ν σταματήσει τς διαμάχες τν νθρώπων, δν μπόρεσε ν τος θεραπεύσει λους καί, πειδ πεσε σ κηδία, πγε σ᾿ ατν πο πηρετοσε τος ρρώστους κα τν βρκε κι ατν ν παραμελε τ ργο του, καθς δν παρκοσε ν φαρμόσει πλήρως τν ντολή.
Συμφώνησαν λοιπν κα ο δυ κα πγαν ν δον τν ρημίτη. Το ξέθεσαν τ θλίψη τους κα τν παρακάλεσαν ν τος πε τί κατόρθωσε ατός.
κενος, φο μεινε μίλητος γι λίγο, ριξε κατόπιν νερ στ λεκάνη κα τος λέει:
«Προσέξτε τ νερό».
ταν βέβαια ταραγμένο.
Μετ π λίγο τος λέει πάλι:
«Προσέξτε κα τώρα πς γινε τ νερό».
Κα μόλις πρόσεξαν τ νερό, βλέπουν σν σ καθρέπτη τ πρόσωπά τους.
Τος λέει λοιπν τότε:
«Έτσι εναι κι ατς πο ζε νάμεσα σ νθρώπους. ξαιτίας τς ταραχς δν βλέπει τ σφάλματά του. ταν μως συχάσει κα προπαντς στν ρημο, τότε βλέπει τ λαττώματα το αυτο του».
62. Επε νας Γέροντας:
«πως κριβς σ᾿ ναν δρόμο, που πηγαινοέρχονται πολλο πεζοί, ποτ δν φυτρώνει χορτάρι οτε κι ν τ σπείρεις, γιατ πατιέται τ χμα, τσι συμβαίνει κα μ μς.
Παραιτήσου π κάθε φροντίδα κα θ δες ν φυτρώνουν ατά, πο δν γνώριζες, τι βρίσκονταν μέσα σου, πειδ πάνω σ᾿ ατ περπατοσες».
65. νας Γέροντας επε:
«κενος πο μάρτησε στν Θεό, φείλει ν ξεκόψει τν αυτό του π κάθε νθρώπινη γάπη, ως του πληροφορηθε τι Θες γινε φίλος του.
Γιατ γάπη τν νθρώπων μς μποδίζει π τν γάπη το Θεο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου