Gold Cross

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ὁ παπα Τύχων


λεγε παπα-Τύχων:- Γι ν βρες καλ πνευματικ πρέπει ν κάνεις τρες μέρες προσευχ κα κατόπιν τί Θες θ φωτίσει. Κα στ δρόμο πο θ πηγαίνεις ν κάνεις προσευχ ν τν φωτίσει Θες ν σο πε λόγους καλούς. λεγε κόμη:

- Πάντοτε ν
κάνεις εχ πρν ρχίσεις κάθε ργασία. Ν λς «Θεέ μου, δσε μου δύναμη κα φώτιση» κα κατόπιν ν ρχίσεις τν δουλεία σου. Κα στ τέλος «δόξα τν Θεό».

λεγε πάλι:- κόλαση χει γεμίσει π νθρώπους παρθένους – περήφανους. Ταπειν νθρωπο θέλει Θεός.

Κάποτε το
εχε στείλει κάποιος π τν μερικ μι πιταγή. Τν ρα μως πο τν παιρνε Γέροντας π τ Ταχυδρομεο, τν εδε νας κοσμικς κα νικήθηκε π τν πειρασμό τς φιλαργυρίας.

Π
γε λοιπν τν νύχτα στ Κελλί το Γέροντα, γι ν τν ληστέψη, μ τν λογισμ τι θ ερισκε κα λλα χρήματα, χωρς ν ξέρη τι κα κενα πο εχε πάρει Γέροντας τ εχε δώσει τν δια ρα στν κυρ - Θόδωρο, γι ν πάρη ψωμι γι τος φτωχούς. φο τν βασάνισε ρκετ τν Γέροντα - τν σφιγγε μ να σχοιν στν λαιμ του - διεπίστωσε τι πράγματι δν εχε χρήματα κα ξεκίνησε ν φύγη. Ό Πάπα - Τύχων το επε:

- Θε
ς συγχωρέσοι, παιδί μου.

κακοποις ατς νθρωπος πγε κα σ λλον Γέροντα μ τν διο σκοπό, λλ κε τν πιασε στυνομία, κα μολόγησε μόνος του τι εχε πάει κα στν Πάπα - Τύχωνα. στυνόμος στειλε χωροφύλακα κα ζήτησε τν Γέροντα γι νάκριση, πειδ θ γινόταν δίκη το κλέφτη. Γέροντας στενοχωρέθηκε γι' ατ κα λεγε στν χωροφύλακα:

- Παιδί μου,
γ τν συγχώρεσα μ λη τν καρδιά μου τν κλέφτη.

κενος μως δν δινε καθόλου σημασία στ λόγια το Γέροντα, γιατί κτελοσε νώτερη διαταγή, κα τν τραβοσε κα το λεγε:

-
ντε, γρήγορα, Γέροντα! δ δν χει συγχώρεση κα «ελόγησαν».

Τελικ
τν λυπήθηκε Διοικητς κα τν φησε π τν ερισσ ν γυρίση στ Κελλί του, πειδ κλαιγε σν μωρ παιδί, γιατί νόμιζε τι θ γίνη κα ατς ατία ν τιμωρηθ κλέφτης.

ταν τ θυμόταν ατ τ περιστατικό, δν μποροσε ν τ χωρέση στ μυαλό του κα μο λεγε:

- Π
-πά, παιδί μου! ατο ο κοσμικο λλο τυπικ χουν" δν χουν τ «ελόγησον», «Θες συγχωρέσοι».

ν Γέροντας τν λέξη «ελόγησον» τν χρησιμοποιοσε πάντα κα μ τς πολλς καλογερικς ννοιες, πως τ «ελογετε» «ελόγησον», ταν ζητοσε ταπειν τν ελογία το λλου, κα μετ θ δινε κα ατς τν ελογία του μ τν εχ « Κύριος ν σ ελόγηση». Μετ π τν συνηθισμένο χαιρετισμ δηγοσε τος πισκέπτες στ Να κα ψαλλαν μαζ τ Σσον, Κύριε, τν λαόν σου κα τ ξιον στν καί, ἐὰν ταν καλς καιρός, βγαιναν ξω, κάτω π τν λιά, κα καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετ σηκωνόταν μ χαρ κα λεγε:

-
γ τώρα κεράσματα. βγαζε νερ π τν στέρνα κα γέμιζε να κύπελλο γι τν πισκέπτη, βαζε κα στ δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, πο τ χρησιμοποιοσε κα γι μπρίκι) κα ψαχνε μετ ν βρ κανένα λουκούμι, λλοτε κατάξηρο κα λλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, τ ποο, πειδ ταν ελογία το Πάπα Τύχωνα, δν προξενοσε ηδία. φο τ τοίμαζε, κανε τν Σταυρ του Γέροντας, παιρνε τ νερ κα λεγε: «Πρτα γ· ελογετε!» κα περίμενε ν το π πισκέπτης τν εχ « Κύριος ν σ ελόγηση», λλις δν πινε νερό. Μετ θ δινε κα ατς τν εχή του.

Τ
ν εχ π τος λλους τν ασθανόταν ς νάγκη, χι μόνο π τος ερωμένους Μοναχος λλ κόμη κα π τος λαϊκούς, μικρος κα μεγάλους στν λικία. Μετ π τ κέρασμα περίμενε ν δ ἐὰν χουν κανένα θέμα. ταν βλεπε τι εναι ργόσχολος νθρωπος κα ρθε μόνο γι ν πέραση τν ρα του, τότε το λεγε:

- Παιδί μου, στ
ν κόλαση θ πνε κα ο τεμπέληδες, χι μόνο ο μαρτωλοί. Ἐὰν παρέμενε κα δν φευγε, τν φηνε Γέροντας κα μπαινε στ Να κα προσευχόταν, κα τσι πισκέπτης ναγκαζόταν ν φύγη.

ταν πάλι θελε ν κμεταλλευθ κανες τν πλότητα το Γέροντα, γι ν ξυπηρέτηση τν λφα βήτα σκοπό του, τ καταλάβαινε μ τν θεία του φώτιση κα το λεγε:

- Παιδί μου,
γ λληνικ δν ξέρω· πήγαινε σ κανέναν λληνα, γι ν συνεννοηθς καλά.

Φυσικά, δ
ν λυπόταν ποτ τν κόπο οτε τν χρόνο, ταν βλεπε πνευματικ νδιαφέροντα στος νθρώπους. ν μ τ στόμα συμβούλευε, μ τν καρδι κα τν νο προσευχόταν. προσευχ του ταν πι ατοενέργητη, καρδιακή. Ο νθρωποι, πο τν πλησίαζαν, τ ασθάνονταν ατό, γιατί φευγαν πολ δυναμωμένοι. Κα Γέροντας τος ελογοσε μέχρι ν κρυφτον πιά.

Κάποτε τ
ν εχε πισκεφθε Πατρ γαθάγγελος βηρίτης, ς Διάκος. ταν φευγε, ταν σκοτάδι, δν εχε φωτίσει κόμη. Πάπα - Τύχων προεδε τν κίνδυνο, πο θ διέτρεχε Διάκος, κα νέβηκε ατ τν φορ στ τοιχάκι τς μάνδρας κα ελογοσε συνέχεια. ταν φθασε Διάκος στ ράχη κα εδε τν Γέροντα ν ελογ κόμη, τν λυπήθηκε κα το φώναξε ν μ κουράζεται, ν μπ στ κελλί του. Ατς μως τάραχος μ ψωμένα τ χέρια, σν τν Μωυσ, προσευχόταν κα ελογοσε. ν λοιπν βάδιζε ξένοιαστος Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σ καρτέρι κυνηγν, πο περίμεναν γριόχοιρους. νας κυνηγς τράβηξε ν ρίξη, λλ ο εχς το Γέροντα σωσαν τν Διάκο π τν θάνατο κα τν κυνηγ π τν φυλακή. Γι' ατό μο λεγε πάντα Γέροντας:

- Παιδί μου, ν
μν ρχεσαι ποτ τν νύχτα, γιατί τν νύχτα τ θηρία περπατον, κα ο κυνηγο τ περιμένουν κρυμμένοι...

κόμη κα γι τν Θεία Λειτουργία λεγε στν Μοναχό, πο θ τν βοηθοσε κα θ κανε τν ψάλτη, ν ρχεται τ πρωΐ μ τ φώτισμα. Τν ρα δ τς Θείας Λειτουργίας το λεγε ν μένη στν μικρ διάδρομο, ξω π τν Ναό, κα π κε ν λέη τ Κύριε, λέησον, γι ν νιώθη τελείως μόνος του κα ν κινται νετα στν προσευχή του. ταν φθανε στ Χερουβικό, Πάπα -Τύχων ρπάζετο εκοσι ως τριάντα λεπτά, κα ψάλτης θ πρεπε ν παναλάβη πολλς φορς τ Χερουβικό, μέχρι ν κούση τς περπατησιές του στν Μεγάλη Εσοδο. ταν τν ρωτοσα μετ στ τέλος «τί βλέπεις, Γέροντα», κενος μο παντοσε:

Χερουβεμ κα Σεραφεμ δοξολογον τν Θεό.

λεγε πίσης στν συνέχεια:

-
μενα μετ π μισ ρα μ κατεβάζει φύλακάς μου γγελος κα τότε συνεχίζω τν Θεία Λειτουργία.

Κάποτε, τ
ν εχε πισκεφθ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. πειδ πόρτα το Πάπα - Τύχωνα ταν κλειστή, κα π τν Να κούγονταν γλυκις ψαλμωδίες, δν θέλησε ν νόχληση μ τ χτύπημα τς πόρτας, λλ περίμενε ν τελειώσουν, γιατί νόμιζε τι βρίσκονται στ «Κοινωνικό». Σ λίγο βγαίνει Πάπα - Τύχων κα νοίγει τν πόρτα. ταν μπκε π. Θεόκλητος, δν βρκε κανέναν λλον κτς π τν Πάπα - Τύχωνα. Τότε κατάλαβε τι ο ψαλμωδίες κενες ταν γγελικές.

Στ
γεράματά του πιά, πειδ τρεμαν τ πόδια του, ρχονταν συνήθως κα λειτουργοσαν Πάπα Μάξιμος κα Πάπα - γαθάγγελος, ο βηρίτες, πο ταν πι κοντά, κα το φηναν κα γιον ρτο, γιατί κοινωνοσε κάθε μέρα. Φυσικά, ταν προετοιμασμένος κάθε μέρα μ τν γία του ζωή. Γι τν Πάπα - Τύχωνα λες σχεδν ο μέρες το χρόνου ταν Διακαινήσιμες, κα ζοσε πάντα τν Πασχαλιν χαρά. Συνέχεια κουγε κανες π τ στόμα του τ Δόξα σοι Θεός, Δόξα σοι Θεός. Ατ συνιστοσε κα σ λους: ν λέμε τ Δόξα σοι Θεός, χι μόνο ταν περνμε καλά, λλ κα ταν περνμε δοκιμασίες, γιατί κα τς δοκιμασίες τς πιτρέπει Θες γι φάρμακα τς ψυχς.

Πολ
πονοσε γι τς ψυχς πο πέφεραν στ θεο καθεστς τς Ρωσίας. Μο λεγε μ δακρυσμένα μάτια:

-Παιδί μου,
Ρωσία χει κόμη κανόνα π τν Θε· θ περάση μως.

Γι
τν αυτ του Γέροντας δν νοιαζόταν καθόλου οτε κα φοβόταν, γιατί εχε πολ φόβο Θεο (θεία συστολ) κα ελάβεια. πειδ γωνιζόταν κα μ πολλ ταπείνωση, δν διέτρεχε οτε τν πνευματικ κίνδυνο τς πτώσεως. πομένως, πς ν φοβηθ κα τί ν φοβηθ; Τος δαίμονες, πο τρέμουν π τν ταπειν νθρωπο, τν θάνατο, πο συνέχεια τν μελετοσε κα τοιμαζόταν χαρούμενος γι' ατόν; Μάλιστα, εχε νοίξει κα τν τάφο του μόνος του, γι ν εναι τοιμος, κα μπηξε κα τν Σταυρό, πο κα ατν τν εχε κάνει διος, κα γραψε τ ξς, φο εχε προαισθανθ τν θάνατό του:

«
μαρτωλς Τύχων, ερομόναχος, 60 χρόνια στ γιον ρος. Δόξα σοι Θεός».

Πάντα μ
τ Δόξα σοι Θες θ ρχιζε κα μ τ Δόξα σοι Θες θ τελείωνε Γέροντας. Εχε συμφιλιωθ πι μ τν Θεό, γι' ατ χρησιμοποιοσε περισσότερο τ Δόξα σοι Θες παρ τ Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με.

Κινε
το, πως εδαμε, στν θεο χρο, φο λάμβανε μέρος κα στν οράνια δοξολογία μ τος γίους γγέλους τν ρα τς Θείας Λειτουργίας. πειδ εχε νάψει πι φλόγα το θείου ρωτος μέσα στν καρδιά του, γι'ατ κα δν τν συγκινοσαν τ μάταια πράγματα, πως νέφερα. Τ κελλ του ταν κα ατ μικρό. Εχε να τραπεζάκι πο κουμποσε εκόνες, καθς κα τ κοίμητο κανδήλι κα τ θυμιατήρι. Δίπλα εχε τ γγελικό του Σχμα κα τ τριμμένο του ράσο. π τν λλη πλευρ το τοίχου εχε τν σταυρωμένο κα σ μία κρη εχε τρες σανίδες γι κρεβάτι μ μι κουρελιασμένη κουβέρτα πλωμένη γι στρμα. Γι σκέπασμα εχε να παλι πάπλωμα μ τ βαμβάκια π' ξω, π τ ποο παιρναν κα τ ποντίκια βαμβάκι, γι ν κάνουν τς φωλιές τους. πάνω στ δθεν μαξιλάρι του εχε τ Εαγγέλιο κα να βιβλίο μ μιλίες το γίου Χρυσοστόμου. Τ δ πάτωμα το κελλιο του ταν μν π σανίδες, λλ φαινόταν σν σουβαντισμένο,πειδ δν σκούπιζε ποτέ, κα ο λάσπες, πο μπαιναν π ξω, μ τ γένια κα τ μαλλιά, πο πεφταν κάτω χρόνια λόκληρα, εχαν σχηματίσει κανονικ σουβά. Πάπα - Τύχων δν δινε καμι σημασία στ καθάρισμα το κελλιο του λλ στ καθάρισμα τς ψυχς του, γι' ατ κα κατόρθωσε ν γίνη δοχεο τς Χάριτος το Θεο. Συνέχεια πλενε τν ψυχή του μ τ πολλά του δάκρυα κα χρησιμοποιοσε χονδρ προσόψια, πειδ τ συνηθισμένα μανδήλια δν τν ξυπηρετοσαν.

Ε
χε φθάσει σ μεγάλη κατάσταση πνευματικ Γέροντας! ψυχ του εχε γίνει πολ εαίσθητη, λλ γι ν βρίσκεται νος του συνέχεια στν Θεό, εχε φθάσει κα σ ναισθησία σωματική. φο δν ασθανόταν πι καμι νόχληση π τς μύγες, τ κουνούπια κα τος ψύλλους, πο εχε χιλιάδες. Τ κορμ του ταν κατατρυπημένο κα τ ροχα του γεμάτα π κόκκινα στίγματα. Μο λέει λογισμός μου τι κα μ τς σύριγγες ν το τραβοσαν τ αμα του τ ζουζούνια, πάλι δν θ τ ασθανόταν. Μέσα στ κελλ του κυκλοφοροσαν λα λεύθερα, π ζουζούνια μέχρι ποντίκια. Κάποτε το επε νας Μοναχός, πειδ βλεπε τ ποντίκια ν χοροπηδον:

- Γέροντα, θέλεις ν
σο φέρω μία γάτα;

κενος πάντησε:

-
χι, παιδί μου. γ χω μία γάτα, μιάμιση φορ μεγαλύτερη π τν γάτα. ρχεται δ, τν ταΐζω, τν χαϊδεύω, κα μετ πηγαίνει στν καλύβα της κάτω στ λάκκο κα συχάζει. ταν μία λεπο, ποία πισκεπτόταν τν Γέροντα τακτικά, σν καλς γείτονας.

Ε
χε πίσης κα να θηλυκ γριόχοιρο, πο γεννοσε κάθε χρόνο κοντ στ φράχτη το κήπου του, γι ν τν προστατεύει Γέροντας.

ταν βλεπε κυνηγος ν περνον π τν περιοχή του, τος λεγε Πάπα - Τύχων:

- Παιδιά μου,
δ δν πάρχουν μεγάλα γουρούνια. Φύγετε.

Ο
κυνηγο νόμιζαν τι δν πάρχουν γριόχοιροι στν περιοχή του κα φευγαν.

γιος Γέροντας σν καλς πατέρας τος μν νθρώπους τρεφε πνευματικά, τ δ μεγάλα γρια ζα τ τάϊζε π τν λίγη τροφ πο εχε κα τ χόρταινε περισσότερο π τν πολλή του γάπη, κα τ μικρ ζουζούνια τ' φηνε ν θηλάζουν π τ λίγο του αμα.

Ε
χε γερ κράση Γέροντας, λλ π τν πολλ σκηση εχε ξαντληθ. ταν τν ρωτοσε κανες «τί κάνεις, Γέροντα, εσαι καλά», παντοσε:

- Δόξα σοι
Θεός, καλ εμαι, παιδί μου. γ δν εμαι ρρωστος, λλ δυναμία χω.

Πολ
στενοχωριόταν, ταν βλεπε καλοθρεμμένο νέο, κα περισσότερο, ταν βλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, πειδ δν ταιριάζουν τ πάχια μ τ γγελικ Σχμα.

Μι
μέρα τν πισκέφτηκε νας λαϊκς πολ χονδρς κα το λέει:

- Γέροντα,
χω πόλεμο σαρκικ μ βρώμικους λογισμούς, πο δν μ' φήνουν καθόλου ν συχάσω.

Πάπα - Τύχων το επε:

-
άν, παιδί μου, σ θ κάνης πακοή, μ τν Χάρη το Χριστο γ θ σ κάνω γγελο. Ν λές, παιδί μου, συνέχεια τν εχή, τ Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με, κα ν περνς λες τς μέρες μ ψωμ κα νερό, κα τ Σάββατο κα τν Κυριακ ν τρς φαγητ μ λίγο λάδι. Ν κάνης κα π κατν πενήντα μετάνοιες τν νύκτα κα ν διαβάζης μετ τν Παράκληση τς Παναγίας κα να κεφάλαιο π τ Εαγγέλιο κα τ Συναξάρι το γίου τς μέρας. Μετ π ξι μνες, πο τν ξαναεπισκέφτηκε, Γέροντας δν μπόρεσε ν τν γνωρίση, γιατί εχαν φύγει λα τ περίσσια πάχια, κα μ εκολία πι χωροσε π τν στεν πόρτα το Ναο του. Γέροντας τν ρώτησε:

- Π
ς περνς τώρα, παιδί μου;

Κι
κενος πήντησε:

- Τώρα νιώθω πραγματικ
σν γγελος, γιατί δν χω οτε σαρκικς νοχλήσεις οτε κα βρώμικους λογισμος κα ασθάνομαι πολ λαφρός, πο φυγαν τ πάχη.

Μ
τέτοιες πρακτικς συμβουλς νουθετοσε τος νθρώπους πο το ζητοσαν βοήθεια.

κτός, φυσικά, π τν μεγάλη περα πο εχε ποκτήσει, εχε λάβει κα θεο φωτισμ π τος μεγάλους σκητικούς του γνες. Μετ π τς νουθεσίες του πακολουθοσαν ο προσευχές του, πο τς ασθάνονταν ο πισκέπτες ντονα, ταν φευγαν. Τ πετραχλι σχεδν ποτ δν τ βγαζε, γιατί πολλς φορς τ σήκωνε π τν ναν νθρωπο κα τ πλωνε στν λλον κα παιρνε τς μαρτίες π τος συνανθρώπους του κα τος ξαλάφρωνε μ τ Μυστήριο τς θείας ξομολογήσεως. Τς ξομολογήσεις, πο το καναν ο νθρωποι, τς ξεχνοσε μέσως κα τσι βλεπε λους τος νθρώπους πάντοτε καλος κα λο καλος λογισμος εχε γι λους, γιατί εχε ξαγνισθ πι καρδιά του κα νος του.

Κάποτε τ
ν εχε ρωτήσει νας γούμενος:

-Γέροντα, ποι
ς δελφς εναι πι καθαρς μέσα στ Κοινόβιο;

Πάπα - Τύχων πήντησε:

-
γιε Καθηγούμενε, λοι ο δελφο εναι καθαροί.

Ποτ
δν πλήγωνε νθρωπο, λλ το θεράπευε τ τραύματα μ τ βάλσαμο τς γάπης το Χριστο. λεγε στν πονεμένη ψυχή:

- Παιδί μου,
σένα Χριστς σ γαπάει, σ συγχώρεσε. Χριστς γαπάει περισσότερό τος μαρτωλος πο μετανοον κα ζον μ ταπείνωση.

Πάντα τόνιζε τ
ν ταπείνωση κα λεγε χαρακτηριστικά:

-
νας ταπεινς νθρωπος χει περισσότερη Χάρη π πολλος νθρώπους. Κάθε πρωΐ Θες ελογε τν κόσμο μ τ να χέρι, λλ' ταν δ κανέναν ταπειν νθρωπο, τν ελογε μ τ δύο Του χέρια. Π-πά, παιδί μου! κενος πο χει μεγαλύτερη ταπείνωση, εναι μεγαλύτερος π λους.

πίσης, λεγε γι' ατος πο παρθενεύουν πς πρέπει ν χουν κα ταπείνωση, γιατί λλις δν σώζονται μόνο μ τν παρθενία, διότι κόλαση εναι γεμάτη κα π περήφανους παρθένους.

-
ταν καυχται κανες τι εναι παρθένος - λεγε -θ το π Χριστός: «πειδ δν χεις κα ταπείνωση, πήγαινε στν κόλαση». ν σ' κενον πο ταν μαρτωλς κα μετανόησε κα ζ ταπειν μ συντριβ καρδίας κα μολογε τι εναι μαρτωλός, θ το π Χριστός: «λα, παιδί μου, δ στν γλυκ Παράδεισο».

κτς π τν ταπείνωση κα τν μετάνοια τόνιζε πολ τν μελέτη το Θεο, δηλαδ νος το νθρώπου ν γυρίζη συνέχεια γύρω π τν Θεό. πίσης,τόνιζε τν μελέτη τς γίας Γραφς κα τν γίων Πατέρων: Εεργετινό,Φιλοκαλία, γιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, γιο Μάξιμο, Συμεν Νέο Θεολόγο, ββ Μακάριο κα ββ σαάκ. « μελέτη, λεγε Γέροντας, θερμαίνει κα τν ψυχή, καθαρίζει κα τν νο κα τσι σκεται μ προθυμία νθρωπος κα ποκτάει ρετές, ν, ταν δν σκται,ποκτάει πάθη».

Μι
μέρα ρώτησε τ Γέροντα Παΐσιο:

-
σύ, παιδί μου, τί βιβλία διαβάζεις;

Το
πάντησε:

-
ββ σαάκ.

- Π
-πά, παιδί μου! ατς γιος εναι μεγάλος! Οτε ναν ψύλλο δν σκότωνε ββς σαάκ.

θελε μ ατ πο επε ν τονίση τν μεγάλη πνευματικ εαισθησία το γίου.

Πάπα - Τύχων προσπαθοσε ν μιμηθ τν γιο σαάκ, χι μόνο στ συχαστικό του πνεμα λλ κα στν εαισθησία τς πνευματικς του ρχοντις, κα δν πιβάρυνε κανέναν νθρωπο.

λεγε στος Μοναχος τι πρέπει ν ζον σκητικά, γι ν λευθερωθον π τς μέριμνες, κα χι ν δουλεύουν σν ργάτες κα ν τρνε σν κοσμικοί. Γιατί τ ργο το Μονάχου εναι ο μετάνοιες, ο νηστεες, ο προσευχές, χι μόνο γι τν αυτ του λλ κα γι λο τν κόσμο, ζωντανος κα πεθαμένους, κα λίγη δουλει γι τ παραίτητα, γι ν μν πιβαρύνη τος λλους, διότι μ τν πολλ δουλει κα μέριμνα ξεχνάει κανες τν Θεό. λεγε χαρακτηριστικά:

-
Φαρα δινε πολλ δουλει κα πολ φαγητ στν λα το σραήλ, γι ν ξεχάσουν τν Θεό.

Πρ
ν ρχίση τς συμβουλς το Γέροντας, εχε τυπικ ν κάνη πρτα προσευχή, ν πικαλεσθ τ γιο Πνεμα, γι ν τν φώτιση, κα ατ συνιστοσε κα στος λλους. λεγε: « Θες φησε τ γιο Πνεμα, γι ν μς φωτίζη. Ατ εναι νοικοκύρης. Γι' ατ κα κκλησία μας ρχίζει μ τ Βασιλε Οράνιε, Παράκλητε, τ Πνεμα τς ληθείας». ν λεγε ατ γι τ γιο Πνεμα, λλοιωνόταν τ πρόσωπό του, κα πολλο ελαβες νθρωποι τν βλεπαν ατ τν λλοίωση. Επε γέρων:

- Κάποτε π
γε νας μοναχς σ` να κελ πο ταν καθαρό, περιποιημένο, ρχοντικ πίσημο. Επε: «πως εναι καρδι το Γέροντα τσι εναι κα τ κελί του». Πγε σ` να λλο πο ταν κατάστατο, ραχνιασμένο κι νω – κάτω. Επε: « Γέροντας εναι καλός, σχολεται συνέχεια μ τ πνευματικά, κα δν χει καθόλου καιρ γι τ λικά».ταν γαθς μοναχς ατς κα τ βλεπε λα μορφα. ,τι εσαι ατ βλέπεις, ,τι ζητς ατ βρίσκεις.

ερομόναχος Τύχων - γιον ρος
www.agiazoni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου