Gold Cross

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ἀληθῶς Ἀνέστη (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)



        ΠΛΑΝΗ πάντα αὐτοκαταστρέφεται καί, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, στηρίζει σὲ ὅλα τὴν ἀλήθεια. Πρόσεξε: Ἔπρεπε ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε καὶ τάφηκε καὶ ἀναστήθηκε. Ἕ, λοιπόν, ὅλα αὐτὰ τὰ κατοχυρώνουν οἱ ἴδιοι οἱ ἐχθροί! Ἐφόσον ἔφραξαν μὲ τὸ βράχο καὶ σφράγισαν καὶ φρούρησαν τὸν τάφο, δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει καμιὰ κλοπή. Ἀφοῦ ὅμως, μολονότι δὲν ἔγινε κλοπή, ὁ τάφος βρέθηκε ἄδειος, εἶναι ὁλοφάνερο καὶ ἀναντίρρητο πὼς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε. Εἶδες πῶς, καὶ μὴ θέλοντας, στηρίζουν τὴν ἀλήθεια;
        Ἀλλὰ καὶ πότε θὰ Τὸν ἔκλεβαν οἱ μαθητές; Τὸ Σάββατο; Μὰ ἀφοῦ δὲν ἐπιτρεπόταν ἀπὸ τὸ νόμο οὔτε νὰ κυκλοφορήσουν. Κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι θὰ παραβίαζαν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, πῶς θὰ τολμοῦσαν αὐτοί, οἱ τόσο δειλοί, νὰ βγοῦν ἔξω ἀπ’ τὸ σπίτι; Καὶ μὲ ποιό θάρρος θὰ ριψοκινδύνευαν γιὰ ἕνα νεκρό; Προσμένοντας ποιὰν ἀνταπόδοση; Ποιὰν ἀμοιβή;
        Καὶ στ’ ἀλήθεια, ποῦ στηρίζονταν; Στὴ δεινότητα τοῦ λόγου τους; Ἀλλὰ ἦταν ἀπ’ ὅλους ἀμαθέστεροι. Στὰ πολλὰ τοὺς πλούτη; Ἀλλὰ δὲν εἶχαν οὔτε ραβδὶ οὔτε ὑποδήματα. Μήπως στὴν ἔνδοξη καταγωγή τους; Ἀλλὰ ἦταν οἱ ἀσημότεροι τοῦ κόσμου. Μήπως στὸ πλῆθος τους; Ἀλλὰ δὲν ξεπερνοῦσαν τοὺς ἔντεκα, ποὺ κι αὐτοὶ σκόρπισαν.
        Ἂν ὁ κορυφαῖος τους φοβήθηκε τὸ λόγο μιᾶς ὑπηρετριούλας, κι ἂν ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὅταν εἶδαν τὸ Διδάσκαλό τους δεμένο, σκόρπισαν καὶ διαλύθηκαν, πῶς θὰ τοὺς περνοῦσε κάν ἀπ’ τὸ νοῦ νὰ τρέξουν στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ νὰ φυτέψουν πλαστὸ κήρυγμα ἀναστάσεως; Ἀφοῦ φοβήθηκαν τὴ γυναικεία ἀπειλὴ καὶ τὴ θέα μόνο τῶν δεσμῶν, πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ τὰ βάλουν μὲ βασιλιάδες καὶ ἄρχοντες καὶ λαούς, ὅπου ξίφη καὶ τηγάνια καὶ καμίνια καὶ μύριοι θανάτοι κάθε μέρα, ἂν δὲν εἶχαν ἀπολαύσει καὶ οἰκειωθεῖ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἔλξη τοῦ Ἀναστημένου;
        Ἀλλὰ σ’ αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθουμε. Ἂς ξαναρωτήσουμε τώρα τοὺς Ἑβραίους: Πῶς ἔκλεψαν, ἀνόητοι, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ οἱ μαθητές; Ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι λαμπρὴ καὶ ὁλοφάνερη, τὸ ἑβραϊκὸ ψέμα δὲν μπορεῖ οὔτε σὰν σκιὰ νὰ σταθεῖ. Πῶς θὰ τὸ ἔκλεβαν; Πέστε μου! Μήπως δὲν ἦταν σφραγισμένος ὁ τάφος; Δὲν τὸν ἔζωναν τόσοι φρουροὶ καὶ στρατιῶτες καὶ Ἰουδαῖοι, ποὺ εἶχαν τὴν ὑποψία καὶ ἀγρυπνοῦσαν καὶ πρόσεχαν;
        Μὰ καὶ γιὰ ποιό λόγο θὰ τὸ ἔκλεβαν; Γιὰ νὰ πλάσουν τὸ δόγμα τῆς Ἀναστάσεως; Καὶ πῶς τοὺς ἦρθε νὰ πλάσουν κάτι τέτοιο αὐτοί, οἱ δειλοί; Καὶ πῶς κύλησαν τὸν ἀσφαλισμένο βράχο; Πῶς ξέφυγαν ἀπὸ τόσους ἄγρυπνους καὶ ἄγριους φρουρούς;
        Πρόσεξε ὅμως, πῶς, μὲ ὅσα κάνουν οἱ Ἑβραῖοι, πιάνονται πάντα στὰ ἴδια τους τὰ δίχτυα. Νά, ἂν δὲν πήγαιναν στὸν Πιλάτο κι ἂν δὲν ζητοῦσαν τὴν κουστωδία, πιὸ εὔκολα θὰ μποροῦσαν νὰ λένε τέτοια ψέματα, οἱ ἀδιάντροποι. Μὰ τώρα ὄχι. (Ὑπῆρχε ἡ κουστωδία. Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ γλυτώσει ἀπ’ τὴν ἄγρυπνη προσοχὴ της κι ἀπ’ τὰ ξίφη της). Κι ἔπειτα, γιατί νὰ μὴν κλέψουν τὸ σῶμα νωρίτερα; Ἀσφαλῶς, ἂν εἶχαν σκοπὸ νὰ κάνουν κάτι τέτοιο, θὰ τὸ ἔκαναν ὅταν δὲν ὑπῆρχε ἀκόμα φρουρὰ στὸν τάφο, τότε ποὺ ἦταν καὶ ἀκίνδυνο καὶ σίγουρο, δηλαδὴ τὴν πρώτη νύχτα – γιατί τὸ Σάββατο πῆγαν οἱ Ἑβραίοι στόν Πιλάτο καὶ ζήτησαν τὴν κουστωδία καὶ φρούρησαν τὸν τάφο, ἐνῶ τὴν πρώτη νύχτα δὲν ἦταν κανένας ἐκεῖ. Καὶ, βέβαια, δὲν τοὺς ἔμελε ποὺ τὰ ἔκαναν αὐτὰ σὲ μέρα Σαββάτου, παρὰ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Βλέπετε, μόνο ἕνα πράγμα εἶχαν στὸ νοῦ τους, τὸ πῶς μὲ κάθε πανουργία θὰ πετύχουν τὸ σκοπό τους. Αὐτὸ ὅμως ἦταν δεῖγμα τόσο ἔσχατης μωρίας ὅσο καὶ συνταρακτικοῦ φόβου. Γιατί, ἄραγε, τὸν φοβοῦνταν νεκρὸ ἐκεῖνοι, πού Τὸν ἔπιασαν ζωντανό; Ἀλλὰ ἡ πέτρα καὶ ἡ σφραγίδα καὶ ἡ φρουρά, ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ Τὸν κρατήσουν, τοποθετήθηκαν, γιὰ νὰ μάθουν οἱ Ἑβραῖοι ὅτι μὲ τὴ θέλησή Του ἔπαθε ὅσα ἔπαθε. Μὲ ὅλα αὐτὰ ἕνα μόνο ἐπιτυγχάνεται, νὰ γίνει δημόσια γνωστὴ ἡ ταφή, κι ἔτσι νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στὴν Ἀνάσταση.
        Καὶ τί γύρευαν στὸ ἔδαφος τὰ σουδάρια, τὰ ποτισμένα μὲ τὴ σμύρνα, ποὺ βρῆκαν, τυλιγμένα μάλιστα, ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι; Εἶχε πάει πρώτη ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία. Κι ὅταν γύρισε καὶ διηγήθηκε τὰ θαυμαστὰ γεγονότα στοὺς ἀποστόλους, ἐκεῖνοι, χωρὶς καθυστέρηση, τρέχουν ἀμέσως στὸ μνημεῖο καὶ βλέπουν κάτω τὰ ὀθόνια. Αὐτὸ ἦταν σημεῖο Ἀναστάσεως. Γιατί ἂν ἤθελαν κάποιοι νὰ Τὸν κλέψουν, δὲν θὰ Τὸν ἔκλεβαν βέβαια γυμνό. Αὐτὸ θὰ ἦταν ὄχι μόνο ἀτιμωτικό, ἀλλὰ καὶ ἀνόητο. Δὲν θὰ κοίταζαν νὰ ξεκολλήσουν τὰ σουδάρια, νὰ τὰ τυλίξουν μὲ ἐπιμέλεια καὶ νὰ τὰ βάλουν τακτοποιημένα σ’ ἕνα μέρος. Ἀλλὰ τί θὰ ἔκαναν; Θ’ ἅρπαζαν ὅπως-ὅπως τὸ σῶμα καὶ θὰ ‘φεύγαν γρήγορα.
        Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, πρωτύτερα ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶπε, ὅτι τὸν ἔθαψαν μὲ πολλὴ σμύρνα, ποὺ κολλάει τὰ ὀθόνια πάνω στὸ σῶμα, ὅπως τὸ μολύβι στὰ μέταλλα, καὶ δὲν ἦταν καθόλου εὔκολο νὰ ξεκολλήσουν· ὥστε, ὅταν ἀκούσεις ὅτι τὰ σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, νὰ μὴν πιστέψεις ἐκείνους ποὺ λένε ὅτι Τὸν ἔκλεψαν. Θὰ πρέπει νὰ ἦταν βέβαια πολὺ ἠλίθιος ὁ κλέφτης, γιὰ νὰ σπαταλήσει σ’ ἕνα περιττὸ πράγμα τόση προσπάθεια. Γιὰ ποιό σκοπὸ θ’ ἄφηνε τὰ σουδάρια; Καὶ πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ ξεφύγει τὴν ὥρα πού θὰ ἔκανε αὐτὴ τὴ δουλειά; Γιατί ἀσφαλῶς θὰ ξόδευε πολὺ χρόνο, καὶ ἦταν φυσικό, καθυστερώντας, νὰ συλληφθεῖ ἐπ’ αὐτοφώρω.
        Ἀλλὰ καὶ τὰ ὀθόνια γιατί κοίτονται χωριστὰ ἀπὸ τὸ σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα; Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖς, ὅτι δὲν ἦταν ἔργο βιαστικῶν οὔτε ἀνήσυχων κλεφτῶν τό νὰ τοποθετήσουν χωριστὰ ἐκεῖνα καὶ χωριστὰ τοῦτο τυλιγμένο. Κι ἀπὸ δῶ λοιπὸν ἀποδεικνύεται ἀπίθανη ἡ κλοπή. Ἄλλωστε, καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Ἑβραῖοι τὰ σκέφτηκαν ὅλα τοῦτα, καὶ γι’ αὐτὸ ἔδωσαν χρήματα στοὺς φρουροὺς λέγοντας: «Πεῖτε ἐσεῖς πὼς Τὸν ἔκλεψαν, κι ἐμεῖς θὰ τὰ κανονίσουμε μὲ τὸν ἡγεμόνα».
        Ὑποστηρίζοντας πὼς οἱ μαθητὲς Τὸν ἔκλεψαν, ἐπικυρώνουν καὶ μ’ αὐτὸ πάλι τὴν Ἀνάσταση, γιατί ἔτσι ὁμολογοῦν, πάντως, ὅτι τὸ σῶμα δὲν ἦταν ἐκεῖ. Ὅταν ὅμως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι βεβαιώνουν ὅτι τὸ σῶμα δὲν ἦταν ἐκεῖ, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ κλοπὴ ἀποδεικνύεται ἀναλήθευτη καὶ ἀπίθανη ἀπὸ τὴ σχολαστικὴ φρούρηση καὶ τὶς σφραγίδες τοῦ τάφου καὶ τὰ ὀθόνια καὶ τὸ σουδάριο καὶ τὴ δειλία τῶν μαθητῶν, ἀναμφισβήτητα προβάλλει κι ἀπὸ τὰ δικά τους τὰ λόγια ἡ ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως.
        Ρωτᾶνε ὅμως πολλοί: Γιατί, μόλις ἀναστήθηκε, νὰ μὴ φανερωθεῖ ἀμέσως στοὺς Ἰουδαίους; Αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι περιττός. Ἄν ὑπῆρχε ἐλπίδα νὰ τοὺς ἑλκύσει στὴν πίστη , δὲν θ’ ἀμελοῦσε νὰ φανερωθεῖ σὲ ὅλους. Τὸ ὅτι δὲν ὑπῆρχε ὅμως τέτοια ἐλπίδα, τὸ ἀπέδειξε ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου: Ἄν καὶ ἦταν ἤδη τέσσερις μέρες νεκρὸς καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ μυρίζει καὶ νὰ σαπίζει, τὸν ἀνέστησε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων. Ὡστόσο, ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ κι ἐξαγριώθηκαν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ τόσο, ποὺ ἤθελαν νὰ σκοτώσουν καὶ Αὐτὸν καὶ τὸ Λάζαρο.
        Ἀφοῦ λοιπόν, ὅταν ἀνέστησε ἄλλον, ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ κι ἐξαγριώθηκαν ἐναντίον Του, ἂν τοὺς φανερωνόταν ὅταν ἀναστήθηκε ὁ ἴδιος, δὲν θὰ ἐξαγριώνονταν πολὺ περισσότερο, τυφλωμένοι ἀπὸ τὸ μίσος καὶ τὴν ἀπιστία τους;
        Ἀλλὰ γιὰ ν’ ἀφοπλίσει τὸν ἄπιστο ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία, ὄχι μόνο σαράντα ὁλόκληρες μέρες ἐμφανιζόταν στοὺς μαθητές Του, κι ἔτρωγε μάλιστα μαζί τους, ἀλλὰ παρουσιάστηκε καὶ σὲ πάνω ἀπὸ πεντακόσιους ἀδελφούς, δηλαδὴ σὲ πλῆθος ὁλόκληρο. Στὸ Θωμᾶ μάλιστα, ποὺ δυσπιστοῦσε, ἔδειξε τὰ σημάδια ἀπ’ τὰ καρφιὰ καὶ τὸ τραῦμα ἀπ’ τὴ λόγχη.
        Καὶ γιατί, λένε, νὰ μὴν κάνει μετὰ τὴν Ἀνάσταση Του μεγάλα κι ἐντυπωσιακά θαύματα, ἀλλὰ μόνο ἔφαγε καὶ ἤπιε; Γιατί ἡ ἴδια ἡ Ἀνάσταση ἦταν τὸ μέγιστο θαῦμα, καὶ ἡ πιὸ ἰσχυρὴ ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως ἦταν ὅτι ἔφαγε καὶ ἤπιε.
        Μά, γιὰ σκέψου, ἂν οἱ ἀπόστολοι δὲν ἔβλεπαν τὸ Χριστὸ ἀναστημένο, πῶς τοὺς ἦρθε νὰ φανταστοῦν ὅτι θὰ κυριέψουν τὴν οἰκουμένη; Μήπως τρελάθηκαν, ὥστε νὰ νομίζουν ὅτι θὰ κατόρθωναν κάτι τέτοιο;
        Ἂν ὅμως ἦταν στὰ λογικά τους, ὅπως ἔδειξαν καὶ τὰ πράγματα, πῶς, χωρὶς ἀξιόπιστα τεκμήρια ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ χωρὶς θεία δύναμη, πῶς, πές μου, θ’ ἀποφάσιζαν νὰ βγοῦν σὲ τόσους πολέμους, νὰ τὰ βάλουν μὲ στεριὲς καὶ θάλασσες καί, δώδεκα ὅλοι κι ὅλοι, ν’ ἀγωνιστοῦν μὲ τόση γενναιότητα, γιὰ νὰ μεταβάλουν ὅλης τῆς οἰκουμένης τὰ ἔθνη, πού ἦταν τόσα χρόνια νεκρωμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία;
        Κι ἂν ἀκόμα ἦταν ἔνδοξοι καὶ πλούσιοι καὶ δυνατοὶ καὶ μορφωμένοι, οὔτε τότε θὰ ἦταν λογικὸ νὰ ξεσηκωθοῦν γιὰ τόσο μεγαλεπήβολα σχέδια, ἀλλὰ θὰ εἶχε ἐπιτέλους κάποιο λόγο ἡ προσδοκία τους. Αὐτοὶ ὅμως εἶχαν περάσει τὴ ζωὴ τους ἄλλοι στὶς λίμνες, ἄλλοι κατασκευάζοντας σκηνὲς καὶ ἄλλοι στὰ τελωνεῖα. Ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἐπαγγέλματα δὲν ὑπάρχει σχεδὸν τίποτα πιὸ ἄσχετο καὶ μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ μὲ τὸ νὰ πείσεις κάποιον νὰ σκέφτεται ἀνώτερα, ὅταν μάλιστα δὲν ἔχεις νὰ τοῦ ἐπιδείξεις ἀνάλογο προηγούμενο. Πολὺ περισσότερο ποὺ οἱ ἀπόστολοι ὄχι μόνο δὲν εἶχαν ἀνάλογα παραδείγματα ἀπὸ τὸ παρελθὸν ὅτι θὰ ἐπικρατήσουν, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἶχαν παραδείγματα, καὶ μάλιστα πρόσφατα, ὅτι δὲν θὰ ἐπικρατήσουν.
        Πολλοὶ εἶχαν ἐπιχειρήσει τὸν καιρὸ ἐκεῖνο νὰ ἐπιβάλλουν καινούριες διδασκαλίες, ἀλλ’ ἀπέτυχαν. Καὶ ὄχι μὲ δώδεκα ἀνθρώπους, μὰ μὲ πολλούς. Ὁ Θευδᾶς κι ὁ Ἰούδας, π.χ. ἔχοντας πλήθη ἀνθρώπων, χάθηκαν μαζὶ μὲ τοὺς ὀπαδοὺς τους*.
        Ὁ φόβος ἐκεῖνος θὰ ἦταν ἀρκετὸς γιὰ νὰ τοὺς διδάξει. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσουμε ὅτι περίμεναν νὰ κυριαρχήσουν. Μὲ ποιὲς ἐλπίδες θὰ ἔμπαιναν σὲ τέτοιους κινδύνους, ἂν δὲν ἀτένιζαν τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά; Τί κέρδος προσδοκοῦσαν, μὲ τὸ νὰ ὁδηγήσουν ὅλους σ’ ἕναν ποὺ πέθανε καὶ δὲν ἀναστήθηκε, καθὼς ἰσχυρίζονται οἱ ἐχθροί; Ἂν τώρα ἄνθρωποι, ποὺ πίστεψαν στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ στ’ ἀμέτρητα ἀγαθά, δύσκολα δέχονται νὰ κινδυνέψουν, πῶς ἐκεῖνοι θὰ ὑπέμεναν τὰ πάνδεινα μάταια, ἢ μᾶλλον γιὰ κακό τους; Γιατί ἂν δὲν ἔγινε ἡ Ἀνάσταση κι ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, τότε, προσπαθώντας νὰ τὰ πλάσουν ὅλ’ αὐτὰ καὶ νὰ πείσουν τοὺς ἄλλους, ἔμελλαν ὁπωσδήποτε νὰ προκαλέσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ περιμένουν μύριους κεραυνοὺς ἀπ’ τὸν οὐρανό.
        Ἄλλωστε, κι ἂν ἀκόμα εἶχαν μεγάλη προθυμία ὅσο ζοῦσε ὁ Χριστός, αὐτὴ θὰ ἔσβηνε μόλις Ἐκεῖνος πέθανε. Ἂν δὲν Τὸν ἔβλεπαν ἀναστημένο, τί θὰ ἦταν ἱκανὸ νὰ τοὺς βγάλει σ’ ἐκεῖνο τὸν πόλεμο; Ἂν δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ, ὄχι μόνο δὲν θὰ ριψοκινδύνευαν γι’ Αὐτόν, μὰ θὰ Τὸν θεωροῦσαν ἀπατεώνα. Γιατί τοὺς εἶχε βεβαιώσει ὅτι θ’ ἀναστηθεῖ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες καὶ τοὺς εἶχε ὑποσχεθεῖ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
        Τοὺς εἶχε πεῖ ἀκόμα ὅτι θὰ λάβουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ κυριαρχήσουν στὴν οἰκουμένη καὶ τόσα ἄλλα ὑπερφυσικὰ καὶ οὐράνια. Ὅσο κι ἂν Τὸν πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο δὲν θὰ Τὸν ὑπάκουαν φυσικά, ἂν δὲν Τὸν ἔβλεπαν ἀναστημένο.
        Καὶ μὲ τὸ δίκιο τους, γιατί θὰ ἔλεγαν: «Βεβαίωσε ὅτι σὲ τρεῖς ἡμέρες θ’ ἀναστηθεῖ, καὶ δὲν ἀναστήθηκε. Ὑποσχέθηκε νὰ μᾶς στείλει Πνεῦμα Ἅγιο, καὶ δὲν Τὸ ἔστειλε. Πῶς λοιπὸν νὰ Τὸν πιστέψουμε γιὰ τὰ μελλοντικά, ἀφοῦ διαψεύδονται τὰ τωρινά;»
        Ἀλλὰ γιὰ πές μου, σὲ παρακαλῶ, γιὰ ποιό λόγο, χωρὶς ν’ ἀναστηθεῖ, διαλαλοῦσαν πώς ἀναστήθηκε; Γιατί, λέει, τὸν ἀγαποῦσαν. Μὰ τὸ λογικὸ θὰ ἦταν νὰ τὸν μισοῦν τώρα, ἐπειδὴ τοὺς ἐξαπάτησε καὶ τοὺς πρόδωσε. Ἐνῶ τοὺς ξεμυάλισε μὲ χίλιες δυὸ ἐλπίδες καὶ τοὺς χώρισε ἀπ’ τὰ σπίτια τους κι ἀπ’ τοὺς γονεῖς τους κι ἀπ’ ὅλα, ἐνῶ ἐπιπλέον ξεσήκωσε καὶ ὁλόκληρο τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος ἐναντίον τους, ὕστερα τοὺς πρόδωσε. Κι ἂν μὲν ἦταν ἀπὸ ἀδυναμία, θὰ Τὸν συγχωροῦσαν. Τώρα ὅμως ἦταν σωστὸ κακούργημα: Ἔπρεπε νὰ τοὺς εἶχε πεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ ὄχι νὰ τοὺς ὑποσχεθεῖ τὸν οὐρανό, ἀφοῦ ἦταν θνητός.
        Ὥστε λοιπὸν ἦταν φυσικὸ νὰ κάνουν το ἐντελῶς ἀντίθετο: Νὰ κηρύσσουν τὴν ἀπάτη καὶ νὰ Τὸν λένε ἀπατεώνα καὶ μάγο! Ἔτσι θὰ γλύτωναν κι ἀπὸ τοὺς κινδύνους κι ἀπὸ τοὺς πολέμους τῶν ἀντιπάλων. Ὅλοι ξέρουν, ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἀναγκάστηκαν νὰ δωροδοκήσουν τοὺς στρατιῶτες, γιὰ νὰ ποῦν ὅτι ἔκλεψαν τὸ σῶμα. Ἂν λοιπὸν πήγαιναν οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς κι ἔλεγαν, «Ἐμεῖς τὸ κλέψαμε, δὲν ἀναστήθηκε», πόσες τιμὲς δὲν θ’ ἀπολάμβαναν; Ὥστε ἦταν στὸ χέρι τους καὶ νὰ τιμηθοῦν καὶ νὰ στεφανωθοῦν! Ἕ, λοιπόν, δὲν ἀναρωτιέσαι, γιατί ν’ ἀνταλλάξουν ὄλ’ αὐτὰ μὲ τὶς ἀτιμίες καὶ τοὺς κινδύνους, ἂν δὲν ἦταν μιὰ θεία δύναμη πού τοὺς βεβαίωνε, δυνατότερη ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ τὰ γήινα ἀγαθά;
        Κι ἄν, μὲ ὅσα εἴπαμε ὥς τώρα, δὲν σὲ πείσαμε, σκέψου καὶ τοῦτο: Ἔστω ὅτι δὲν εἶχε γίνει ἡ Ἀνάσταση. Κι ἂν ἀκόμα οἱ ἀπόστολοι ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ διδάξουν τὸν κόσμο, γιὰ κανένα λόγο δὲν θὰ κήρυσσαν στ’ ὄνομά Του. Γιατί εἶναι γνωστό, πὼς ὅλοι μας δὲν θέλουμε οὔτε τὰ ὀνόματα ν’ ἀκούσουμε ὅσων μᾶς ἐξαπάτησαν. Ἄλλωστε, γιατί θὰ χρησιμοποιοῦσαν τ’ ὄνομά Του; Ἐλπίζοντας νὰ ἐπικρατήσουν μ’ αὐτό; Μὰ θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένουν τὸ ἀντίθετο, γιατί, κι ἂν ἔμελλαν νὰ κυριαρχήσουν, θὰ χάνονταν, φέρνοντας στὴ μέση τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀπατεώνα.
        Ἂς θυμηθοῦμε πὼς ἡ ἀγάπη τῶν μαθητῶν στὸ Διδάσκαλο, ἐνῶ ζοῦσε ἀκόμα, μαραινόταν σιγά-σιγὰ ἀπ’ τὸ φόβο τοῦ ἐπικείμενου μαρτυρίου. Ὅταν τοὺς μίλησε γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸ σταυρό, πάγωσαν ἀπ’ τὸ φόβο τους κι ἔσβησαν τελείως. Ἕνας μάλιστα δὲν ἤθελε οὔτε κάν νὰ Τὸν ἀκολουθήσει στὴν Ἰουδαία, ἐπειδὴ ἄκουσε γιὰ κινδύνους καὶ γιὰ θανάτους. Ἂν μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ φοβόταν τὸ θάνατο, χωρὶς Αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους μαθητές, δηλαδὴ μόνος του, πῶς θ’ ἀποτολμοῦσε;
       Ὕστερα, πίστευαν πὼς θὰ πεθάνει μέν, ἀλλὰ καὶ πὼς θ’ ἀναστηθεῖ. Κι ὅμως, ὑπέφεραν τόσο. Ἂν δὲν Τὸν ἔβλεπαν ἀναστημένο, πῶς δὲν θὰ ἐξαφανίζονταν καὶ δὲν θὰ ζητοῦσαν ν’ ἀνοίξει ἡ γῆ νὰ τοὺς καταπιεῖ, ἀπ’ τὴν ἀπελπισία τους γιὰ τὴν ἀπάτη κι ἀπ’ τὴ φρίκη γιὰ ὅσα τοὺς περίμεναν; Θ’ ἀντιμετώπιζαν τώρα τὴν κατακραυγὴ γιὰ τὴν ἀδιαντροπιά τους. Τί θὰ εἶχαν νὰ ποῦν; Τὸ πάθος τὸ ἤξερε ὅλο ὁ κόσμος: Τὸν κρέμασαν σὲ ψηλὸ ἰκρίωμα, μέρα μεσημέρι, μέσα στὴν πρωτεύουσα καὶ στὴν πιὸ μεγάλη γιορτή, τότε ποὺ κανένας δὲν ἦταν δυνατὸ ν’ ἀπουσιάζει.
        Τὴν Ἀνάσταση ὅμως δὲν τὴν εἶδε κανεὶς ἀπ’ τοὺς ἄλλους. Κι αὐτό δὲν ἦταν μικρό εμπόδιο γιὰ νὰ τοὺς πείσουν. Πῶς λοιπὸν θὰ μποροῦσαν νὰ βεβαιώσουν στεριὰ καὶ θάλασσα γιὰ τὴν Ἀνάσταση; Καὶ γιατί, πές μου, ἀφοῦ σώνει καὶ καλὰ ἤθελαν νὰ τὸ κάνουν αὐτό, δὲν ἐγκατέλειπαν τὴν Ἰουδαία ἀμέσως, νὰ πᾶνε στὶς ξένες χῶρες; Ἀλλὰ δὲν θαυμάζεις ποὺ ἔπεισαν πολλοὺς καὶ μέσα στὴν Ἰουδαία;
        Εἶχαν τὴν τόλμη νὰ παρουσιάσουν τὰ τεκμήρια τῆς Ἀναστάσεως στοὺς ἴδιους τοὺς φονιάδες, σ’ ἐκείνους ποὺ Τὸν σταύρωσαν καὶ Τὸν ἔθαψαν, στὴν ἴδια τὴν πόλη ὅπου ἀποτολμήθηκε τὸ φοβερὸ κακούργημα. Ὥστε καὶ ὅλοι οἱ ἔξω ν’ ἀποστομωθοῦν. Γιατί ὅταν οἱ σταυρωτὲς γίνονται πιστοί, τότε καὶ ἡ παρανομία τῆς σταυρώσεως βεβαιώνεται καὶ ἡ ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως λάμπει.
        Γιὰ νὰ πιστεύουν τὰ πλήθη, σημαίνει πὼς οἱ μαθητές ἔκαναν θαύματα. Ἂν ὅμως δὲν ἀναστήθηκε καὶ ἔμεινε νεκρός, πῶς οἱ ἀπόστολοι θαυματουργοῦσαν στ’ ὄνομά Του; Πῶς πάλι, ἂν δὲν ἔκαναν θαύματα, ἔπειθαν; Καὶ ἂν μὲν ἔκαναν – καὶ βέβαια ἔκαναν- εἶχαν Θεοῦ δύναμη. Ἂν ὅμως δὲν ἔκαναν, καὶ μολαταῦτα κυριαρχοῦσαν παντοῦ, αὐτὸ θὰ ἦταν θαῦμα ἀκόμα πιὸ ἀξιοθαύμαστο. Θὰ ἦταν τὸ μέγιστο θαῦμα, ἂν χωρὶς θαύματα διέσχιζαν καὶ κυρίευαν τὴν οἰκουμένη δώδεκα φτωχοὶ κι ἀγράμματοι ἄνθρωποι.
        Ἀσφαλῶς, οὔτε μὲ τὰ πλούτη οὔτε μὲ τὴ σοφία τους ἐπικράτησαν οἱ ψαράδες. Ὥστε, καὶ χωρὶς νὰ θέλουν, κηρύσσουν, ὅτι μέσα τους ἐνεργοῦσε ἡ θεία δύναμη τῆς Ἀναστάσεως. Γιατί εἶναι τελείως ἀδύνατο, ἀνθρώπινη δύναμη να κατορθώσει ποτὲ τέτοια ἐκπληκτικὰ πράγματα.
        Προσέξτε με πολὺ ἐδῶ, γιατί αὐτὰ εἶναι ἀναμφισβήτητες ἀποδείξεις τῆς Ἀναστάσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ ἐπαναλάβω πάλι: Ἂν δὲν ἀναστήθηκε, πῶς ἔγιναν ἀργότερα στ’ ὄνομά Του μεγαλύτερα θαύματα; Κανείς, βέβαια, δὲν κάνει μετὰ τὸ θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα ἀπ’ ὅσα ὅταν ζοῦσε. Ἐνῶ ἐδῶ, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ, γίνονται θαύματα μεγαλύτερα καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπο καὶ ὡς πρὸς τὴ φύση: Ὡς πρὸς τὴ φύση ἦταν μεγαλύτερα, γιατί ποτὲ ἡ σκιὰ τοῦ Χριστοῦ δὲν θαυματούργησε. Ἐνῶ οἱ σκιὲς τῶν ἀποστόλων ἔκαναν πολλὰ θαύματα. Ὡς πρὸς τὸν τρόπο πάλι ἦταν μεγαλύτερα, ἐπειδὴ τότε μὲν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πρόσταζε καὶ θαυματουργοῦσε, μετὰ τὴ Σταύρωση ὅμως καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, οἱ δοῦλοι Του, ἐπικαλούμενοι ἁπλὰ τὸ σεβάσμιο καὶ ἅγιο ὄνομά Του, μεγαλύτερα καὶ ἐκπληκτικότερα ἐπιτελοῦσαν. Ἔτσι δοξαζόταν κι ἀκτινοβολοῦσε πιὸ πολὺ ἡ δύναμή Του.
        Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅρισαν, νὰ διαβάζονται, ἀμέσως μετὰ τὸ Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, οἱ «Πράξεις», ποὺ περιγράφουν τὰ θαύματα τῶν ἀποστόλων καὶ κατεξοχὴν ἐπικυρώνουν τὴν Ἀνάσταση, γιὰ νὰ ἔχουμε σαφή καὶ ἀναμφισβήτητη τῆς Ἀναστάσεως τὴν ἀπόδειξη: Δὲν Τὸν εἶδες ἀναστημένο μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος; Ἀλλὰ Τὸν βλέπεις μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Δὲν Τὸν εἶδες οὔτε μὲ τὰ μάτια τοῦτα; Θὰ Τὸν δεῖς μὲ τὰ θαύματα ἐκεῖνα. Τῶν θαυμάτων ἡ ἐπίδειξη σὲ χειραγωγεῖ στῆς Ἀναστάσεως τὴν ἀπόδειξη.
        Θέλεις ὅμως νὰ δεῖς καὶ τώρα θαύματα; Θά σοῦ δείξω. Καὶ μάλιστα πιὸ μεγάλα ἀπ’ τὰ προηγούμενα: Ὄχι ἕνα νεκρὸ ν’ ἀνασταίνεται, ὄχι ἕνα τυφλὸ νὰ ξαναβλέπει, ἀλλὰ τὴ γῆ ὁλόκληρη νὰ ἐγκαταλείπει τὸ σκοτάδι τῆς πλάνης.
        Μέγιστη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως εἶναι, ὅτι ὁ σφαγμένος Χριστὸς ἔδειξε μετὰ τὸ θάνατο τόση δύναμη, ὥστε ἔπεισε τοὺς ζωντανοὺς νὰ περιφρονήσουν καὶ πατρίδα καὶ σπίτι καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους γιὰ χάρη Του, καὶ νὰ προτιμήσουν μαστιγώσεις καὶ κινδύνους καὶ θάνατο. Αὐτὰ δὲν εἶναι κατορθώματα νεκροῦ κλεισμένου στὸν τάφο, ἀλλ’ ἀναστημένου καὶ ζωντανοῦ.
        Πρόσεξε, παρακαλῶ: Οἱ ἀπόστολοι, ὅταν μὲν ζοῦσε ὁ Διδάσκαλος, ἀπὸ τὸ φόβο τους Τὸν πρόδωσαν κι ἐξαφανίστηκαν ὅλοι. Ὁ Πέτρος μάλιστα Τὸν ἀρνήθηκε μὲ ὅρκο τρεῖς φορές. Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ Τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς καὶ πανικοβλήθηκε μπροστὰ σὲ μιὰν ὑπηρετριούλα, τόσο ἀπότομα ἄλλαξε, ὥστε ν’ ἀψηφήσει ὁλόκληρο λαό, καὶ μὲς στὴ μέση τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ὄχλου νὰ διακηρύξει πὼς ὁ σταυρωμένος καὶ θαμμένος Ἰησοῦς ἀναστήθηκε τὴν τρίτη μέρα καὶ πὼς ἀνέβηκε στὰ οὐράνια. Καὶ τὰ κήρυξε ὄλ’ αὐτὰ χωρὶς νὰ ὑπολογίσει τὴ φοβερὴ μανία τῶν ἐχθρῶν καὶ τὶς συνέπειες.
        Ποῦ βρῆκε αὐτὸ τὸ θάρρος; Ποῦ ἀλλοῦ; Στὴν Ἀνάσταση! Τὸν εἶδε καὶ συνομίλησε μαζί Του καὶ ἄκουσε γιὰ τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, κι ἔτσι πῆρε δύναμη νὰ πεθάνει γι’ Αὐτὸν καὶ νὰ σταυρωθεῖ μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω.
        Μὰ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι, πὼς ὄχι μόνο ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰγνάτιος, ποὺ οὔτε Τὸν εἶδε ποτὲ οὔτε ἀπόλαυσε τὴ συντροφιά Του, ἔδειξε τόσο ζῆλο γιὰ χάρη Του, ὥστε Τοῦ πρόσφερε θυσία τὴν ἴδια τὴ ζωή του.
        Καὶ μόνο ὁ Ἰγνάτιος καὶ οἱ ἀπόστολοι; Καὶ γυναῖκες καταφρονοῦν τὸ θάνατο, πού, πρὶν ἀναστηθεῖ ὁ Χριστός, ἦταν φοβερὸς κι ἀποτρόπαιος ἀκόμα καὶ σὲ ἄνδρες, καὶ μάλιστα ἁγίους.
        Ποιὸς τοὺς ἔπεισε ὅλους αὐτοὺς νὰ περιφρονήσουν τὴν παροῦσα ζωή; Φυσικά, δὲν εἶναι κατόρθωμα ἀνθρώπινης δυνάμεως το νὰ πεισθοῦν τόσες μυριάδες, ὄχι μόνο ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ γυναικῶν καὶ παρθένων καὶ μικρῶν παιδιῶν, νὰ πεισθοῦν, λέω, νὰ θυσιάσουν τὴν παρούσα ζωή, νὰ τὰ βάλουν μὲ θηρία, νὰ περιγελάσουν τὴ φωτιά, νὰ καταπατήσουν κάθε εἶδος τιμωρίας καὶ νὰ ποθήσουν μόνο τὴ μέλλουσα ζωή!
        Καὶ ποιός, παρακαλῶ, τὰ κατόρθωσε ὄλ’ αὐτά;
       Ἕνας νεκρός; Ἀλλὰ τόσοι νεκροὶ ὑπῆρξαν, καὶ κανένας τους δὲν ἔκανε τέτοια πράγματα. Μήπως ἦταν μάγος καὶ ἀγύρτης; Πλῆθος μάγοι καὶ ἀγύρτες καὶ πλάνοι πέρασαν, ἀλλὰ ξεχάστηκαν ὅλοι, χωρὶς ν’ ἀφήσουν τὸ παραμικρὸ ἴχνος· μαζὶ μὲ τὴ ζωὴ τους ἔσβησαν κι οἱ μαγγανεῖες τους. Ἡ φήμη ὅμως κι ἡ δόξα κι οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ κάθε μέρα αὐξάνουν κι ἀπλώνονται σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
        Οἱ ἄπιστοι φρίττουν καὶ οἱ πιστοὶ διακηρύττουν:
       Χριστὸς ἀνέστη! Ἀληθῶς ἀνέστη!


Ἀπό τό βιβλίο :
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,
Τόμος A΄ (Τεύχη 1-10), A΄ Ἔκδοση 2002.
Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.
arnion.gr


1 σχόλιο:

  1. Η ομιλια μπορει να στα8ει ΑΝΕΤΑ στο σημερινο κοσμο του ορθολογισμου. Το γραφω για καποιους ιερωμενους η ευσεβοφανεις αδελφους που αποφευγουν να θιξουν τετοια ζτητηματα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή