Gold Cross

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Διήγησις ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὴν ἄλλη ζωὴ



μουν θεη κα βριζα πολ κα φοβερ τν Θεό. Ζοσα μέσα στν ντροπ κα τν πορνεία κα μουν νεκρ στν γ. μως λεήμων Θες δν φησε ν χαθ, λλ μ δήγησε στν μετάνοια.
Στ 1962 ρρώστησα π καρκίνο κα μουν ρρωστη τρία χρόνια. Δν μεινα ξαπλωμένη, παρ ργαζόμουνα κα κανα θεραπεία σ γιατρούς, λπίζοντας ν βρ θεραπεία. Τος τελευταίους ξη μνες εχα τελείως δυνατίσει, τόσο πο οτε νερ δν μποροσα ν πι. Μόλις τ πινα, μέσως τ κανα μετό. Τότε μ πγαν στ νοσοκομεο κα πειδ μουν πολ νεργητική, κάλεσαν να καθηγητ π τν Μόσχα κα πεφάσισαν ν μ χειρουργήσουν. Μόλις μο νοιξαν τν κοιλιά, μέσως πέθανα. ψυχή μου βγκε π τ σμα κα στέκονταν νάμεσα σ δυ γιατρος κα γ μ μεγάλο φόβο κα τρόμο κοίταζα τν ρρώστια μου. λόκληρο τ στομάχι μου κα τ ντερά μου ταν προσβεβλημένα π καρκίνο. Στεκόμουν κα σκεπτόμουν γιατί εμαστε δυό; Δν εχα δέα τι πάρχει ψυχή. Ο κομμουνιστς μς φούσκωναν κα μς δίδασκαν τι ψυχ κα Θες δν πάρχουν, τι ατ εναι μόνο πινόησις τν παπάδων γι ν ξεγελάσουν τν λα κα τν κρατον σ φόβο γι κάτι πο δν πάρχει. Βλέπω τν αυτό μου πο στέκεται κα τν βλέπω πάλι πάνω στ χειρουργεο. Μο βγαλαν ξω λα τ ντόσθια κα ναζητοσαν τν δωδεκαδάκτυλο. λλ κε πρχε μόνο πύον, τ πάντα ταν κατεστραμμένα κα χαλασμένα, τίποτε δν ταν γιές. Ο γιατρο τότε επαν: «ατ δν χει μ τί ν ζήσει». λα τ βλεπα μ μεγάλο φόβο κα τρόμο κα πάλι σκεπτόμουν: «Πς κα π πο εμαστε δυό; Στέκομαι κα ταυτόχρονα εμαι ξαπλωμένη;». Ο γιατρο τότε πέστρεψαν τ ντόσθια μου πως-πως κα επαν τι τ σμα μου πρέπει ν δοθ στος νέους εδικευμένους ατρος γι διδασκαλία κα τ μετέφεραν στ νατομεο κα γ πήγαινα κοντά τους κα λο κα παραξενευόμουν κα σκεφτόμουν πς κα π πο εμαστε δυό; κε μ φησαν ξαπλωμένη, γυμνή, καλυμμένη ς τ ψος το στήθους μ να σεντόνι. Μετ π ατ βλέπω τι λθε δελφός μου κα φερε τ μικρό μου γυιό. ταν ξη χρονν κα νομαζόταν ντρουσκα (νδρέας). γυιός μου πλησίασε τ σμα μου κα μ φίλησε στ κεφάλι. ρχισε ν κλαίη κα ν λέη: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Εμαι κόμη μικρός, πς θ ζήσω χωρς σένα; Πατέρα δν χω κα σ πέθανες;». γ τότε τν γκάλιασα κα τν φίλησα, λλ ατ δν τ ασθάνθηκε οτε τ εδε, οτε μ πρόσεξε, λλ κοίταζε τ νεκρό μου σμα. βλεπα πίσης πς κλαιγε δελφός μου. Μετ π ατό, γ μ μις βρέθηκα στ σπίτι μου. λθε πεθερά μου π τν πρτο μου γάμο, μητέρα μου κα δελφή μου. Τν πρτο μου σύζυγο τν γκατέλειψα γιατ πίστευε στν Θεό. Τότε ρχισε διανομ τν πραγμάτων μου. γ ζοσα πλούσια κα μ πολυτέλεια κα λα ατ τ πόκτησα μ δικία κα τν πορνεία. δελφή μου ρχισε ν φαιρ τ πι ραα π τ πράγματά μου, ν πεθερ ζητοσε ν φήση κα κάτι στν γυιό μου. δελφ δν δινε τίποτε, λλ π πλέον ρχισε ν μπαίζη τν πεθερ λέγοντας: «ατ τ παιδ δν εναι π τν γυιό σου κα σ δν το εσαι τίποτε». Μετ π ατό, ατς βγκαν κα κλεισαν τ σπίτι. δελφή μου πρε μαζί της κα να μεγάλο μπόγο μ πράγματα. ν ατς μάλωναν γι τ πράγματά μου εδα γύρω μας ν χορεύουν κα ν χαίρονται διάβολοι.
Ξαφνικ βρέθηκα στν έρα κα βλέπω σν ν πετ μ εροπλάνο. Ασθάνομαι τι κάποιος μ συγκρατε κα τι ψώνομαι λο κα πι πολύ. Βρέθηκα πάνω π τν πόλι Μπάρναουλ. Μετ βλέπω τι πόλις χάθηκε. γινε σκοτάδι. Μετ π ατ ρχισε πάλι ν ρχεται φς κα στ τέλος φώτισε τελείως, τ φς ταν πάρα πολ σχυρ πο δν μποροσα ν τ δ. Μ τοποθέτησαν σ μαύρη πλάκα μεγέθους νάμισυ μέτρου.
βλεπα δένδρα μ πολ χοντρος κορμος κα πανέμορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. νάμεσα στ δέντρα πρχαν σπίτια κα μάλιστα λα καινούργια, λλ δν εδα ποιο ζοσαν σ᾿ ατά. Στν κοιλάδα ατ εδα πλούσιο πράσινο χορτάρι κα σκέφθηκα: «πο βρίσκομαι γ τώρα; ν βρίσκομαι στν γ, τότε γιατί δν πάρχουν δ πιχειρήσεις, ργοστάσια οτε λλα κτίρια, γιατί δν πάρχουν δρόμοι οτε συγκοινωνία; Τί μέρος εναι τοτο δ χωρς νθρώπους κα ποις τέλος πάντων ζε δ;». Λίγο πι πέρα εδα ν περπατάη μι ραία ψηλ γυναίκα μ βασιλικ φορέματα κάτω π τ ποα φαίνοντο τ δάκτυλα τν ποδιν. Περπατοσε τόσο νάλαφρα πο π τ πόδια δν λύγιζε οτε τ χορτάρι. Κοντά της πήγαινε νας νεαρς πο εχε ψος ς τος μους της. Εχε κρυμμένο τ πρόσωπό του μ τ χέρια του κα γι κάτι κλαιγε πολ κα πικρ παρακαλοσε, λλ γι ποι λόγο δν μποροσα ν᾿ κούσω. Σκέφθηκα τι εναι γυιός της κα μέσα μου διαμαρτυρήθηκα γιατ δν τν λυπται κα δν το κπληρών τ ατημα. (Σημείωσις: π λα φαίνεται τι ατς νεαρς ταν γγελος φύλακας ατς τς νεκρς γυναικός. Φαίνεται πίσης πόσο νδιαφέρονται ο γιοι γγελοι γι μς κα τς ψυχές μας, λλ μες δν τ βλέπουμε. Παραπέρα φαίνεται κα ατν τ ατημα εναι νεκπλήρωτο, ν θάνατος μς βρ μαρτωλος κα μετανόητους).
ταν ατο μ πλησίασαν, νεαρς πεσε μπροστ στ πόδια της κα ρχισε ν τν παρακαλ ντονώτερα κα ν δύρεται κα ν τς ζητ κάτι. κείνη κάτι το πάντησε, λλ δν μπόρεσα ν καταλάβω τί. (Σημείωσις: Εχα τν εκαιρία κα π λλες πηγς ν γνωρίσω πς κα πόσο πικρ κλαίει γιος γγελος φύλακας, ταν ατς πο το δόθηκε γι φύλαξι δν πακούει στν γία κκλησία κα στν γία πίστι χάνοντας τν ψυχή του γι πάντα). ταν ατο μ πλησίασαν, θελα ν τν ρωτήσω: «Πο βρίσκομαι;». Τν στιγμ κείνη γυναίκα ατ σταύρωσε τ χέρια στ στθος, ψωσε τ μάτια πρς τν οραν κα επε: «Κύριε, πο θ πάη ατ τσι;». γ τότε τρεμα κα μόλις τώρα κατάλαβα τι εχα πεθάνει, τι ψυχ μου βρισκόταν στν οραν κα τ σμα μου μεινε στν γ. Τότε ρχισα ν κλαίω κα ν δύρομαι κα κούω φων πο λέει: «πιστρέψτε την στν γ γι τς γαθοεργίες το πατέρα της». λλη φων πάντησε: «βαρέθηκα τν μαρτωλ κα διεφθαρμένη ζωή της. γ θελα ν τν ξαφανίσω π προσώπου τς γς χωρς μετάνοια, λλ μ παρακάλεσε γι᾿ ατν πατέρας της. Δεξτε της τ μέρος γι τ ποο ξιζε».
μέσως βρέθηκα στν δη. Τότε ρχισαν ν ρπουν μέχρι μένα φοβερ πυρακτωμένα φίδια μ μακρις γλσσες πο ξερνοσαν φωτι κα λλες ποκρουστικς βρωμιές. βρμα ταν βάσταχτη. Ατ τ φίδια τυλίχθηκαν γύρω μου κα ταυτόχρονα π κάπου παρουσιάσθηκαν σκουλήκια χοντρ σαμε τ δάχτυλο μ ορς πο κατέληγαν σ βελόνες κα γγιστρα. Ατ μπαιναν σ λα τ νοικτά μου μέρη, στ ατιά, στ μάτια, στν μύτη κ.λπ. κα τσι μ βασάνιζαν κα γ κραύγαζα χι μ τν φωνή μου. λλ κε δν πρχε π πουθεν οτε βοήθεια, οτε λεος π κανέναν. κε εδα πς παρουσιάσθηκε γυναίκα πο πέθανε π μβλωσι κα ρχισε ν παρακαλ τν Κύριο γι λεος. Ατς τς πάντησε: «σ στν γ δν μ ναγνώριζες, σκότωνες τ παιδι στν κοιλιά σου κα π πλέον λεγες στος νθρώπους: Δν πρέπει ν γενντε παιδιά, τ παιδι εναι περιττά. Σ μένα δν πάρχουν, δν πάρχουν περιττά. Σ μένα πάρχουν τ πάντα κα γι λους ρκετά». Σ μένα Κύριος επε: «γώ σο δωσα τν ρρώστια γι ν μετανοήσης, λλ σ μ βριζες ς τ τέλος τς ζως κα δν μ ναγνώριζες κα γι τν λόγο ατ κα γ δν σ ναγνωρίζω. πως στν γ ζησες χωρς Θεό, τσι κα δ θ ζήσης!».
Ξαφνικ λα μεταστράφηκαν κα γ κάπου πέταξα. βρόμα χάθηκε, χάθηκε κα δυνατς δυρμς κα γ ξαφνικ εδα τν κκλησία μου πο νέπαιζα. νοιξε πύλη κα π ατν βγκε ερέας ντυμένος στ σπρα. Ατς στεκόταν μ σκυμένο τ κεφάλι κα κάποια φων μ ρωτ: «Ποις εναι ατός;». γ πάντησα: « ερέας μας». σ λεγες τι εναι χαραμοφάης, ατς δν εναι χαραμοφάης, λλ πραγματικς ποιμένας· δν εναι μισθοφόρος. Γνώριζε πς ν κα εναι κατ τν βαθμ μικρός, συνηθισμένος ερέας, πηρετε μένα· μάθε κόμη κα τοτο: ν δν σο διάβαση ατς τν εχ τς ξομολογησεως, γ δν θ σ συγχωρήσω. Τότε ρχισα ν παρακαλ: «Κύριε, γύρισέ με στν γ, χω να μικρ γυιό». Κύριος επε: «Ξέρω τι χεις μικρ γυιό, εναι κρίμα γι᾿ ατόν». «Κρίμα», πάντησα γ. Τότε κενος ποκρίθηκε: «γ σς λυπομαι λους κα τρες φορς σς λυπομαι. λους σς περιμένω πότε θ ξυπνήσετε π τ μαρτωλ νειρο, ν μετανοήσετε κα ν λθετε στν αυτό σας».
δ τώρα μφανίσθηκε κ νέου Μητέρα το Θεο Θεοτόκος πο νωρίτερα τν ποκαλοσα γυναίκα κα πρα τ θάρρος ν τν ρωτήσω: «πάρχει δ σ σς παράδεισος;». ντ γι πάντησι μετ π ατς τς λέξεις, ξαναβρέθηκα στν κόλασι, στν δη. Τώρα ταν χειρότερα π ,τι τν προηγούμενη φορά. τρεξαν λόγυρά μου ο δαίμονες μ καταλόγους κα μο δειχναν τ μαρτήματά μου κα φώναζαν: «σ μς πηρέτησες ταν σουν στν γ». ρχισαν ν διαβάζουν τ μαρτήματά μου· λα τ ργα μου πο ταν γραμμένα μ μεγάλα γράμματα κα ννοιωσα φοβερ φόβο. π τ στόματά τους βγαινε φωτιά. Ο δαίμονες μ κτυποσαν στ κεφάλι. Πάνω μου πεφταν κα κολλοσαν πυρακτωμένες σπίθες π φωτι κα μ καιγαν. Γύρω μου κούονταν φοβερς θρνος κα κοπετς πολλν νθρώπων.
ταν τ πρ δυνάμωνε βλεπα τ πάντα γύρω μου. Ο ψυχς εχαν φοβερ ψι· ταν σακατεμένες μ τεντωμένους λαιμος κα πρισμένα μάτια· μο λεγαν τι «εσαι συντρόφισσα (φαίνεται τι ταν κομμουνίστριες) κα εσαι ποχρεωμένη ν ζήσης μαζί μας. πως σ τσι κα μες, ταν εμασταν στν γ, δν ναγνωρίζαμε τν Θεό, τν βρίζαμε κα κάναμε κάθε κακό, τν πορνεία, τν περηφάνεια κα λλα κα ποτ δν μετανοήσαμε. σοι μάρτησαν, λλ μετανόησαν, πήγαιναν στν κκλησία, προσεύχονταν στν Θεό, λεοσαν τος πτωχος κα βοηθοσαν σους βρίσκονταν σ νάγκη κα κακοτυχία, ατο κε πάνω». (Σημείωσις: δηλαδ στν παράδεισο, τν ποο ατο δ δν θελαν οτε ν μνημονεύσουν).
γ φοβήθηκα φοβερ π ατ τ λόγια, μο φαινόταν τι δη βρισκόμουνα δ στν δη λόκληρη ζω κα ατο μο λένε τι θ ζήσω μαζί τους αώνια.
Μετ π ατ μφανίσθηκε κ νέου Θεοτόκος Μαρία κα γινε φς, ο δαίμονες τράπηκαν σ φυγ κα ο ψυχς πο βασανίζοντο στν κόλασι, ρχισαν ν φωνάζουν κα ν τν κετεύουν γι λεος: «Οράνια Βασίλισσα, μ μς φήνης δ» φώναζαν· «Καιγόμαστε Κυρία Θεοτόκε κα δν πάρχει σταγόνα νερό». κείνη κλαιγε κα μέσα π τ κλάμμα λεγε: «σο ζούσατε στν γ, δν μ ναγνωρίζατε κα δν μετανοούσατε γι τς μαρτίες στν Υό μου κα Θεό σας κα γ τώρα δν μπορ ν σς βοηθήσω, δν μπορ ν παραβ τν πιθυμία το Υο μου κα κενος δν μπορε τν πιθυμία το Πατέρα Του. Βοηθ μόνο ατος γι τος ποίους παρακαλοσαν ο συγγενες κα γι τος ποίους προσεύχεται γία κκλησία». Μετ π ατό, μες ρχίσαμε ν ψωνόμαστε κα π κάτω ναδίδονταν δυνατς κραυγς φωνν: «Κυρία Θεοτόκε, μή μας φήνης».
Ξαν πρχε σκοτάδι κα γ βρέθηκα στν δια πλάκα. Σταυρώνοντας τ χέρια στ στθος Θεοτόκος ψωσε τ μάτια στν οραν κα ρχισε ν προσεύχεται λέγοντας: «Τί ν κάνω μ ατήν, πο ν τν βάλω;». Μι φων πάντησε: «φησέ της π τ μαλλιά». Τότε Θεοτόκος φυγε συχα, πόρτα της μισάνοιξε τσι πο πίσω π ατν δν βλεπα τίποτε. Κατόπιν πέστρεψε κρατώντας τ μαλλιά μου στ χέρια της κα π κάπου μφανίσθηκαν δώδεκα μαξες χωρς τροχούς· κινοντο σιγ κα γ τς κολουθοσα. Θεοτόκος μο δωσε τ μαλλιά, λλ δν ντιλήφθηκα γ τι μ γγιξε. κουσα μόνο, ταν επε τι δωδέκατη μαξα δν χει πάτο. Φοβόμουν ν καθίσω σ᾿ ατήν, λλ Θεοτόκος μ σπρωξε στν γ π ατήν.
Μετ π ατ γ συνλθα κα νσυνείδητα καθόμουν κα κοίταζα. ταν μιάμισυ ρα τ πόγευμα. Μετ π κενο τ φς πο εδα κε, λα στν γ μο φαινοντο σχημα κα δν μο ρεσε πο μουν στν γ, λλ τί ν κάνω. Τώρα, επα μόνη μου στν ψυχή μου: «Πήγαινε στ σμα». Τότε βρέθηκα πάλι στ νοσοκομεο κα πήγαμε στ ψυγεο πο φύλαγαν τ πτώματα. Ατ ταν κλειστό, λλ γ μπκα μέσα, χωρς μπόδιο κα εδα τ νεκρό μου σμα. Τ κεφάλι μου ταν γυρισμένο λίγο πρς τ πλάγια, ν μέση μου πιεζόταν π λλους νεκρούς. Μόλις ψυχ μου μπκε στ σμα, μέσως ασθάνθηκα σχυρ ψύχος. Κάπως πελευθέρωσα τν πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα κα σφιξα τ γόνατα μ τ χέρια. Τν στιγμ κείνη, βαλαν μέσα τ νεκρ σμα κάποιου νθρωπου κα ταν ναψαν τ φς, μ εδαν σκυμμένη, ν κενοι συνήθως βάζουν λους τους νεκρος μ τ πρόσωπο πρς τ πάνω. Βλέποντάς με τσι ο νοσοκόμοι φοβήθηκαν κα π τν φόβο τους σκορπίσθηκαν. πέστρεψαν μ δυ γιατρούς, πο μέσως διέταξαν ν ζεσταθ τ μυαλό μου μ λάμπες. Στ σμα μου πρχαν κτ τομς (μάθαιναν πάνω σ᾿ ατό) τρες στ στθος κα ο πόλοιπες στν κοιλιά. Δυ ρες μετ τ ζέσταμα το κεφαλιο, νοιξα τ μάτια κα μόλις μετ π δώδεκα μέρες μίλησα.
Τ πρω μο φεραν πρωινό, τηγανίτες μ βούτυρο κα καφ (ταν μέρα νηστείας), λλ δν θελα ν φάω κα τος επα τι δν θ φάω. Ο νοσοκόμοι φυγαν πάλι κα λοι στ νοσοκομεο ρχισαν ν μ προσέχουν. λθαν ο γιατρο κα μ ρώτησαν γιατί δν θέλω ν φάω. Τος πάντησα: «Καθίστε κα θ σς διηγηθ τί εδε ψυχ μου. ποιος δν νηστεύει τς μέρες τς νηστείας, ατς θ φάγη βρωμερ κα σιχαμερ πράγματα. Γι᾿ ατ δν θ φάω σήμερα, πως κα σ᾿ λες τς νηστεες δν θ ρτυθ». Ο γιατρο π τν κπληξι, τν μία κοκκίνιζαν, τν λλη κιτρίνιζαν κα ο σθενες μ κουγαν προσεκτικά. Κατόπιν συγκεντρώθηκαν πολλο γιατρο κα γ τος επα τι τίποτε πλέον δν μ πονάει. Τότε ρχισε ν ρχεται σ μένα κόσμος κα μάλιστα πολς κα γ σ λους διηγόμουν κα δειχνα τς πληγές. στυνομία ρχισε ν διώχνη τν κόσμο κα μένα μ μετέφεραν σ λλο νοσοκομεο. κε νάρρωσα τελείως κα παρεκάλεσα τος γιατρος ν μο γιατρέψουν, σο τ δυνατν νωρίτερα τς τομές, πο μο καναν μαθαίνοντας πάνω μου. Τότε μ βαλαν πάλι στ χειρουργικ τραπέζι καί, ταν ο γιατρο νοιξαν τν κοιλιά, μο επαν: «Γιατί χειρούργησαν τελείως γι νθρωπο;». γ τότε τος ρώτησα: «Ποι εναι ρρώστια μου;». Ατο μο πάντησαν: «Τ ντόσθιά σας εναι γι κα καθαρά, πως το παιδιο». Τος επα τι τ μάτια μου ταν δεμένα κατ τν διάρκεια τς γχείρησης, λλ᾿ τι, παρ᾿ λα ατά, εδα τ σωτερικό μου στν καθρέπτη το νταβανιο. λθαν κα ο γιατρο πο καναν τν γχείρησι καί, ταν πλησίασαν, επαν: «Πο εναι ρρώστειά της; Τ ντόσθιά της ταν λα διαλυμένα κα προσβεβλημένα π τν καρκίνο κα τώρα εναι τελείως γι». Τος πάντησα: « Κύριος Θες φανέρωσε τ λεός του πάνω σ μένα τν μαρτωλή, γι ν ζήσω κόμη κα μαρτυρήσω στος λλους ,τι εδα κα ,τι μο συνέβη. κενος Κύριος Θες πρε ,τι κατεστραμμένο ταν μέσα μου κα μο τ δωσε γι· σ λους θ τ διηγομαι, σπου ν πεθάνω». Κατόπιν επα στν γιατρό: «Βλέπεις πς γελαστήκατε;». Κα κενος πάντησε τι: «τίποτε δν ταν γις μέσα σου». «Τί νομίζετε τώρα;» τν ρώτησα γ. πάντησε: «Σ ναγέννησε πέρτατος». Τότε το πάντησα: «ν πιστεύετε σ᾿ Ατόν, κάντε τν σταυρόν σας κα παντρευθτε στν κκλησία». γιατρς κοκκίνησε γιατ ταν βραος. Πρόσθεσα κόμη: «Γίνου ρεστς στν Κύριο κα Θεό».
Κατόπιν φησα τ νοσοκομεο, κάλεσα τν ερέα πο νωρίτερα νέπαιζα κα το κανα πιθέσεις, ποκαλώντας τον χαραμοφάη. Το διηγήθηκα λα, σα μο συνέβησαν, ξωμολογήθηκα κα μετέλαβα τν γίων το Χριστο Μυστηρίων. Τν κάλεσα κα ελόγησε τ σπίτι μου, γιατ ς τώρα σ᾿ ατ βασίλευε μαρτία, μικρότητα, τ μεθύσι, μπαιγμς κα μάχη.
Τώρα γ μαρτωλ Κλαυδία πο εμαι 40 χρονν, μ τν βοήθεια το Θεο κα τς Ορανίας Βασίλισσας, ζ χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικ στν κκλησία, στν να το Θεο κα Κύριος μ βοηθε. π᾿ λες τς μερις το κόσμου μ πισκέπτονται νθρωποι κα γ διηγομαι σ λους σα μο συνέβησαν, εδα κα κουσα. Μ τν βοήθεια το Θεο, τος δέχομαι λους, διηγομαι σ λους τί μουν πρίν, τί μου συνέβη τώρα κα γι ποι λόγο εμαι τώρα πιστή.
ς εναι δοξασμένος Κύριος Θεός μας! λους τος συμβουλεύω ν προσέχουν πς ζον, γιατ πράγματι πάρχει λλος κόσμος κα λλη ζω κα τι καθένας θ δώση λόγο γι τ γήινα ργα του κα τι νάλογα μ ατ θ χη πλήρως δίκαια νταμοιβ τιμωρία κα μάλιστα αώνια.
Ν ζτε λοι χριστιανικ κα κατ Θεόν. μήν.

ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
Τ διδακτικ κα θαυμαστ στορικ ατ γεγονότα το τεύχους ατο
προέρχονται
π τ ψυχωφελέστατο βιβλίο ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ τ
ν κδόσεων ρθοδόξου Κυψέλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου